Αλέξης Αντωνόπουλος, Απέναντι

SP 725 5

Μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν απέναντί μου στο τρένο τις προάλλες, μόνη. Σε αντίθεση με τις περισσότερες συνομήλικές της, φορούσε ανοιχτά χρώματα˙ γαλάζιο πουκάμισο, λευκό παντελόνι, ενώ τα χέρια της συνοδευόντουσαν από βραχιόλια με διάφορα σχέδια. Σε αντίθεση με τις περισσότερες συνομήλικές της, ήταν μια ηλικιωμένη κυρία που μπορούσες να τη φανταστείς νέα. Αν μη τι άλλο, το γερασμένο πρόσωπό της ήταν το παράξενο κομμάτι της εικόνας, λες και οι ρυτίδες της πρόδιδαν μια αλλόκοτη εξέλιξη που δεν έπρεπε να είχε συμβεί. Λες και κάτι είχε πάει εντελώς στραβά, κάποιος άγγελος δεν είχε κάνει τη δουλειά του, και το κορίτσι ξαφνικά είχε γεράσει.

Το κορίτσι που είχε γεράσει διάβαζε ένα βιβλίο. Το εξώφυλλο ήταν λευκό. Το βιβλίο είχε επιλεχθεί για να ταιριάζει με τα χρώματά της ή τα χρώματά της είχαν επιλεχθεί για να ταιριάζουν με το βιβλίο˙ ή μάλλον όχι, δεν υπήρχε επιλογή. Τα χρώματά της, η ίδια, το βιβλίο, όλα ήταν αναπόσπαστα κομμάτια ενός συνόλου, και κάθε κομμάτι είχε εμφανιστεί ως μια φυσική, ασυνείδητη προέκταση της ψυχής της. Δίπλα της, μια παρέα 20χρονων καθόταν και μιλούσε δυνατά. Κάθε τόσο γυρνούσε το κεφάλι και της ξέφευγε ένα ενοχλημένο βλέμμα. Δεν ήταν η εκνευρισμένη ματιά μιας ηλικιωμένης που στάζει δηλητήριο για κάθε εκπρόσωπο της νεολαίας, αλλά μια ένδειξη παραπόνου και ελαφριάς απόγνωσης: Εκείνο το βαγόνι, τα γέλια, τα κινητά, η εκνευριστική φωνή που μας θύμιζε τα κενά between the train and the platform, μάλλον κι εγώ που γράφω τούτες τις λέξεις, αποτελούσαν, ας το παραδεχθούμε, προσβολή στο λευκό εξώφυλλο και τα βραχιόλια˙ αποτελούσαν προσβολή στην αισθητική της.

Προσπάθησα να τη φανταστώ νέα, και όπως είπα, δεν ήταν δύσκολο. Ήταν σίγουρα πιο εύκολο από το να πιστέψω πως είχε γεράσει. Είδα τη νέα κοπέλα η οποία πάσχιζε να ανακαλύψει τον δρόμο σε ποιήματα, σε μυθιστορήματα, σε ημερολόγια πονεμένων ιδιοφυιών. Οι αληθινές της φίλες θα την αγαπούσαν για τούτη την εικόνα, σίγουρα θα τη θαύμαζαν, και ίσως να είχε εμπνεύσει ορισμένα από εκείνα τα νέα κορίτσια – όμως τα λόγια των βιβλίων θα έμεναν στις καρδιές τους ως μια γλυκιά νοσταλγία όταν τα λόγια ενός ευκατάστατου, όμορφου άντρα έφταναν για να τους υποσχεθούν την παραδοσιακή, ολοκληρωμένη ζωή της γυναίκας.

Η παραδοσιακή, ολοκληρωμένη ζωή της γυναίκας δεν θα έλεγε και πολλά στο κορίτσι που τώρα είχε γεράσει. Τη βλέπω στην παρτίδα ενός φλερτ και δεν μπορώ να μη χαμογελάσω. Ευγενική, δίχως να ντρέπεται να κοιτάξει τον άντρα στα μάτια, αλλά και με μια δόση ειρωνείας που θα πρέπει να της ξέφευγε όταν ήξερε πως εκείνος προσποιούταν – μπορεί να είχε τις αγνότερες προθέσεις, αλλά προσποιούταν πως ενδιαφερόταν για τις ζωγραφισμένες, τυπωμένες λέξεις που υπόσχονταν σ’ εκείνη μια άλλη, ολοκληρωμένη ζωή.

Άραγε να βρέθηκε κάποτε, κάποιος που να την έπεισε; Ή κάποιος που δεν χρειαζόταν καν να την πείσει; Στο βαγόνι ήταν μόνη. Και μάλλον το πιο σημαντικό ήταν ότι διάβαζε. Ότι φορούσε ακόμα τα ίδια χρώματα, και πως οι ρυτίδες για τις οποίες ευθύνεται εκείνος ο τεμπέλης άγγελος, ήταν τα μόνα χαρακτηριστικά που μπορεί να μπέρδευαν κάποιον που την είχε αγαπήσει τότε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site http://www.alexantonopoulos.com

Ειρηναίος Μαράκης, Μουντιάλ – Γάζα – Ουκρανία

1




Πανσέληνος πάνω απ’ τα Χανιά

ποδόσφαιρο, τσιγάρο, φασαρία

η Διαλεκτική συγκρούεται με τον Μαγικό Ρεαλισμό
και κερδίζουν οι Οράνιε



πανσέληνος πάνω απ’ τη Γάζα

αίμα, πόλεμος, τρομοκρατία

ο ιμπεριαλισμός επιτίθεται στη δημοκρατία

και κερδίζει ο θάνατος



πανσέληνος πάνω απ’ την Ουκρανία

ξανά αίμα, σφαγές, ταλαιπωρία

η αδιαφορία τσακίζει ανθρώπινα δικαιώματα

κι ο θάνατος πετυχαίνει χατ τρικ



~

πανσέληνος πάνω απ’ την Πτολεμαΐδα

η κίτρινη σκόνη τυφλώνει συνειδήσεις

κάρβουνο μυρίζουν τα τραγούδια μας

και χορό στήνουν σε δάση ανύπαρκτα

τελετή φτιάχνοντας για λίγους και καλούς

φίλους αποχαιρετώντας που σκότωσε ο λιγνίτης



αλλά οι φίλοι δεν φεύγουν, το ξέρεις

δίπλα σου θα μείνουν μέχρι το ξημέρωμα

να σου θυμίσουν τους αγώνες σου

“μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει”
η κίτρινη σκόνη να γίνει ανάμνηση

ο φόβος, η πείνα, η αλητεία άσχημο όνειρο



κι ο έρωτάς σου ν΄αναστηθεί.





Χανιά, 15/7/2014

Σαχίμ Αλ Κάσεμ, Δύο ποιήματα

palestine1-300x209

Και ύστερα

Γεννήθηκα σα ρόδι

και στις έξι γωνιές της γης μεγάλωσα

όταν θα γίνω

δίδυμος με την υδρόγειο

θα λάμψω απ΄ την αλήθεια

και θα σκουπίσω, φίλη, από τα μάτια σου

το δάκρυ

κι ύστερα

δεν πειράζει και σκοτωμένος αν βρεθώ

στου κήπου τα παγκάκια

***

Περιμένοντας το πουλί της βροντής

Και είναι να ΄ρθει
με τον ήλιο

πρόσωπο παραμορφωμένο

από τη σκόνη της παιδείας

και είναι να ΄ρθει

ύστερ’ απ΄ την αυτοκτονία της αναβροχιάς

μες τη φωνή μου

αυτό που τα θαύματά του είν’ ατελείωτα

που τ’ άσματα πουλί το λένε της βροντής

Θα ‘ρθει

γιατί το φτάσαμε

το φτάσαμε

το αποκορύφωμα του θανάτου


*Τα ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης’, εκδ. έλευσις, Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας’. Εμείς τα πήραμε από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/12990/index.html

Martin Langford Reviews Maria Takolander

end-of-world

The End of the World
by Maria Takolander

Giramondo Publishing, 2014

Maria Takolander has grouped the poems in this, her second collection, to isolate three slightly different impulses in her work. Because the central section is comprised of poems whose point of view underlies those of sections one and three, I shall deal with it first. All of its poems explore the dark and unforgiving nature of the world. This is the ground of Takolander’s imagination, and here it is unalloyed and unqualified. One group of poems explores the hard landscapes of Finland. ‘Missing in Action’ lists the fates which befell family members: ‘My great grandfather: lost to Stalin’s purges … My grandfather: his heart stopped on the swampy farm in Mellilä/where he dragged up life from the earth after the war … My grandmother: dead soon after she got an electric stove.’ The title poem, ‘The End of the World’, is an impression of Punta Arenas, in Chile:

where mongrels and Alsatians cling to any sex
in the eclipse of foreign trees and under the brittle sun,
and where the cold will not let go of anyone.

Of these expressions of bleakness, one of the most powerful in terms of the nudge and rea-lignment of perspectives – is ‘Convicts’:

Only a couple of hundred years ago, grown men and women
were child-small. Around England, everyone mattered less.
When people were hungry, they grabbed at bread made by bakers
with stubby fingers. When people died, planks were nailed together.
At all times, earth was easy to come by. After rain, bogs sucked
at the bald cart wheels of men and women trying to get somewhere.
In the cities, the cobblestones were grimy with children, drunks
and sluts. For money, some women hung out faded washing.
On the ocean, ships had low ceilings. For sailors, the toneless
creaking of wood and flapping of canvas sounded like direction.
Beneath the barrels of tack, the convicts listened to the magnitude
of the ocean and the wind, fixed to the clammy timber like snails.

Continue reading →

poetry@fedsquare – Saturday, 19 July 2014 – 2pm-4pm

art-refugees-620x349

poetry@fedsquare

Saturday, 19 July 2014

2pm-4pm

Beer DeLuxe upstairs at Federation Square

With the so called boat people and the refugee issue remaining and still dominating the current social and politican arena in Australia we thought it would great to give a voice to those voiceless, that is those who put their lives in a huge risk, crossing wild seas and lots of dangers trying to escape hard economic and social conditions and also political and other similar harrasment and settle in a civilised country and put their life dreams in a motion again.

In 19 July we will feature young poet and activist Benjamin Solah and the group Writing Through Fences: Poets from within immigration detention through the launch of Through The Wire: writing from immigration detention.

BENJAMIN SOLAH is a writer of truth, fiction and poetry, a spoken word artist and political activist. He grew up in the suburbs of Western Sydney but now lives in Melbourne where he studies Creative Writing at RMIT University. Editor of MelbourneSpokenWord.com and a convener of Keep Left. His writing has appeared in Overland, The Emerging Writer, Geek Mook and various anthologies. He has also co-produced a spoken word EP with Santo Cazzati “Duel Power”. He has performed poetry and spoken word at Passionate Tongues, Dan O’Connell, Midsumma Festival and Keep Left. He has been a refugee activist since 2004 and a member of Refugee Action Collective (Victoria). His chap book “Broken Bodies” is a series of poetic snapshots concerned with the treatment of asylun seekers.

WRITING THROUGH FENCES (WTF) is a writing group primarily made up of people who are or have been directly affected by the Australian immigration industry. It was established in 2013 by Janet Galbraith. The name Writing Through Fences refers to the ability of writers and artists to reach beyond fences and walls that attempt to contain, define and silence them. The name also situates this group within the long colonial practices of division of country, of displacement and incarceration characteristic of Australia’s ongoing racist history. Writing Through Fences recognises that we live, create and are imprisoned on stolen lands.

Over the past eleven months the group has grown into a strong community of creativity and support. It has become a place of refuge for many. Writing and art-making is an enlivening process where the practitioners are able to define and re-create selves that reach beyond and before the current violences they are experiencing, asserting their different experiences, personalities, styles, histories and literary traditions.

You can find WTF’s work at http://thearrivalists.tumblr.com/. If you wish to support this group you can find Friends of Writing Through Fences at https://www.facebook.com/friendsofWTF

To contact Janet Galbraith: galbraith_janet@yahoo.com.au

We will have also our open mic readers.

Poetry@fedsquare is coming to you the third Saturday of every month (except December and January) under the Federation Square and the auspices of Multicultural Arts Victoria.

Contact details
Dimitris Troaditis
poetryfedsquare@gmail.com
troaditisdimitris@gmail.com
facebook http://www.facebook.com/PoetryAtFedSquare
twitter http://twitter.com/poetryfedsquare

Αγγελική Δημουλή, Ποιήματα

School-girls-in-horrifying-gas-masks.-WWII-202x300

Η επανάσταση του γιασεμιού

Η επανάσταση του γιασεμιού
Κοιμήθηκα – με φίλησε η μάνα μου
είχαμε οργανώσει γλέντι
στην αυλή (τη μέσα) για το βράδυ
στάζανε έρωτες τα ρόδια μας

Ξύπνησα – με έσπρωχνε μια ξένη που βογγούσε
είδα τα μέλη (στη γιορτή) ακρωτηριασμένα
τα ρόδια στάζανε τον πόνο
τα μάτια μας μπερδέψανε το άλικο.

Πέθανα – με κόψανε τυφλοί με ιδεολογία
με βάλαν να στηθώ πλάι στα χέρια δίχως ταίρι
χόρεψε ‘λέγαν και γελούσαν
δεν πρόλαβα να δω τα ρόδια

(πετάχτηκαν λευκόσαρκα στον τοίχο)

***

Φιέστα

Σαν σε χορό ελληνικό
εβάλανε σε κύκλο τα καρότσια τους
στηθήκανε κι εκείνοι από πίσω
σε καρτ-ποστάλ

ριπές και έπεσε
έκαστος στο καρότσι το δικό του
να μη λερώσουνε -είπανε-
με το ξένο αίμα
το πολυφίλητο χαλίκι της
πατρίδας

και πάλι, σ’ ετούτη τη γιορτή τη φρίκης
όπου χορεύουνε μονάχα πεθαμένοι
θαυμάσιες γνωριμίες μπορείς να κάνεις
αφού εμάθανε τόσα ελληνικά οι καημένοι

Εσείς πώς λέγεστε; -Ομάρ! Από πού είστε;
κι εσείς Ναγκίμπ με σύζυγο Εβραία,
ήρθατε όλοι εδώ γι’ αναψυχή
με τα μοιραία γραφεία ταξιδίων
“Ο Μετανάστης”

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό”Ένεκεν” τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013.

Μυρτώ Κοντοβά, Το κουβάρι των αλλόκοτων πραγμάτων (αποσπάσματα)

10550870_10203181049820262_3813501759161307742_n

Όταν πρωτοφτιάχθηκαν ο Ουρανός κι η Γη, πριν δηλαδή από ένα σωρό χρόνια, κάθισαν κι οι δυο τους στο τραπέζι κι έβαλαν στη μέση τον κόσμο, για να τον μοιράσουν σωστά και δίκαια, όπως όλοι οι κυβερνήτες.

Ετούτο δικό μου, εκείνο δικό μου, τ’ άλλο δικό μου’, έλεγε ο καθένας με τη σειρά του, χωρίς να βρίσκουν άκρη. Βλέπεις, ήθελαν για λογαριασμό τους όσο περισσότερα γινόταν και στο τέλος παρασύρθηκαν τόσο από τον καβγά, που κόντεψαν να πιαστούν μαλλί με μαλλί στα καλά καθούμενα.

Το σούρουπο βρήκε τη μία από τη μια και τον άλλο από την άλλη να τραβολογάνε πεισμωμένοι ένα δύστυχο βουνό.

Continue reading →

Ζακ Πρεβέρ, Το μήνυμα

Σύντελης Τάσσος, Άτιτλο (1963) - τονική οξυγραφία

Σύντελης Τάσσος, Άτιτλο (1963) – τονική οξυγραφία

Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Η πόρτα που κάποιος ξανάκλεισε
Η καρέκλα που κάποιος κάθισε
Ο γάτος που κάποιος χάιδεψε
Το φρούτο που κάποιος δάγκωσε
Το γράμμα που κάποιος διάβασε
Η καρέκλα που κάποιος έριξε
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Ο δρόμος που κάποιος ακόμα τρέχει
Το δάσος που κάποιος διασχίζει
Το ποτάμι που κάποιος ρίχνεται
Το νοσοκομείο που κάποιος πέθανε.

Πάνος Σταθόγιαννης, Το ποτάμι

936059_935127146513405_86403420049013148_n

Να γαληνέψουμε. Να ’ναι η αγάπη χρυσή νεφέλη, ψωμί με μέλι, φως ιλαρό. Έτσι, που να τολμάω ξέγνοιαστους λυρισμούς. Να λέω – «θα σου βρω μια πατρίδα στο ζενίθ του ουρανού» ή, προτείνοντας γονατιστός ένα πλατωνικό μονόπετρο – «θα σου χτίσω ένα σπίτι στην κορφή του φιλιού». Και να αληθεύει πάραυτα ό,τι λέω. Άσχετα αν, μετά, η αχαΐρευτη πραγματικότητα.
Δεν γίνεται άλλο να προσκυνάμε το παρελθόν, να μας μαστιγώνουν οι στατιστικές, να εκκολάπτουμε διαρκώς τον ίδιο αστρίτη. Πόσο φαύλος είναι ο κύκλος αυτός, πόσο ακελάηδιστος. Καρφωμένος με πρόκες στο χώμα. Δεν τον καταδέχονται τα θαύματα. Γιατί, εμείς (ας είμαστε ειλικρινείς) μονάχα στο θαύμα ποντάρουμε. Άμα δεν γίνει θαύμα – πάει, καήκαμε.
Αλλιώς, θα είναι σαν, μεσάνυχτα, να ψάχνεις θεό. Από ανάγκη, όχι από ελευθερία. Κι ο κόσμος όλος βουλιαγμένος στη σιωπή. Κι όλες οι σκάλες του ουρανού κλειστές. Θυμάσαι, παλιά, με τι ευκολία τις ανέβαινες; Λικνίζοντας, μάλιστα, τους γοφούς σου. 
Έρχεται τότε η Απουσία από τους μέλανες δρυμούς. Πάντα εκείνη έρχεται. Είναι μια πανοπλία άδεια από σώμα. Περπατάει, όμως, μονάχη της. Μονάχη της κι άδεια. Τρίζουν οι παλιοτενεκέδες. Και όπου πας, εκείνη έρχεται από πίσω. Πόσα ρόδα να συνθλίψεις μια τέτοια νύχτα; Πόσα τιμάρια να παραδώσεις στη στάχτη; Ακούς το δικό σου αλύχτισμα και σου παγώνει το αίμα. 
Όμως εγώ σου μιλάω για τα ακαθοδήγητα βαρομετρικά, αυτά που δικαιώνονται στο φτερό. Εκεί όπου ο χρόνος αφαιρεί τα ασήμαντα όχι μονάχα από τη μνήμη, αλλά κι από τη ζωή. Συναντάς, αίφνης, μιαν παλιά αγάπη, που δεν έσβησε ποτέ στην ψυχή σου. Κι όπως πλαγιάζετε μαζί μετά από τόσα χρόνια – «είναι σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από τότε», σου λέει. Και, πράγματι, δεν πέρασε. Διότι, όσο αποτρόπαιες, τόσο και ασήμαντες οι μέρες και οι μήνες χωρίς εκείνη. Δεν προσμετρούνται στον βίο.

***

Μα, τι σ’ τα λέω όλα αυτά; Αφού τα γνωρίζεις. Σου τα ’πανε στην Έφεσο, τότε που, ιέρεια, λιτάνευες. «Κάθε φορά σ’ άλλο ποτάμι λούζεσαι πριν μπεις στο θυσιαστήριο», έσκυψε ο γέρος στο αυτί σου, «κι ας λες εσύ πως όλο στον Κάυστρο κάνεις τους καθαρμούς σου». Ξέρεις καλά, λοιπόν, πόσο πολλοί είναι ο ένας, πόσο τίποτα. Να γαληνέψουμε.