D.H. Lawrence (1885-1930), Δεν υπάρχουν θεοί

Δεν υπάρχουν θεοί, μπορείτε λοιπόν να το γιορτάσετε
να παίξετε τένις, να βγείτε με το αυτοκίνητο, να πάτε για ψώνια,
να καθίσετε και να μιλάτε με τις ώρες, να λέτε, να λέτε,
με ένα τσιγάρο να κιτρινίζει τα δάχτυλά σας.

Δεν υπάρχουν θεοί, άρα μπορείτε να το γιορτάσετε –
εμπρός λοιπόν γιορτάστε το –


Αφήστε με εμένα ήσυχο, αφήστε με μόνο με τον εαυτό μου!
αλλά τί λέω, στο δωμάτιό μου, από την παρουσία τίνος
έγινε ο αέρας τόσο ήσυχος τόσο ευχάριστος για μένα;


Ποιος είναι αυτός που με αγγίζει απαλά στο στέρνο
που μ’ ακουμπάει στο μέρος της καρδιάς
και ηρεμεί τους χτύπους της φέρνοντάς μου τη γαλήνη;


Ποιος είναι αυτός που ισιώνει τα σεντόνια και τα κρατά
σαν τον ακύμαντο ωκεανό όπου τα ψάρια αναπαύονται
στου νερού την επιφάνεια σαν σε δικό τους όνειρο;


Ποιος τρίβει τα γυμνά μου πόδια, μέχρι να ξεμουδιάσουν,
να απλωθούν καλά και σαν λουλούδια του λωτού να γίνουν!


Ούτε γυναίκα ούτε άντρας είναι, σας βεβαιώ, γιατί είμαι μόνος.
Άρα με τους θεούς κοιμάμαι, με τους θεούς
που δεν υπάρχουν ή που υπάρχουν
όπως η ψυχή αποφασίσει,
μια λίμνη ας πούμε, όπου βουτάμε ή δεν βουτάμε.


Μετάφραση: Βαγγέλης Κάσσος

Γιάννης Πατίλης, Ζήσης Σαρίκας: Ἕνας ὀξὺς ἐλευθεριακὸς παρατηρητὴς τῆς νεοελληνικῆς πραγματικότητας

Ο ΖΗΣΗΣ ΣΑΡΙΚΑΣ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ παραγωγικούς, ἀφανεῖς καὶ ἀθόρυβους ἐργάτες τῶν σύγχρονων ἑλληνικῶν γραμμάτων. Γεννήθηκε τὸ 1953 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ σπούδασε Νεοελληνικὴ Φιλολογία καὶ Φιλοσοφία στὸ ΑΠΘ. Στοὺς περισσότερους εἶναι γνωστὸς ὡς μεταφραστής – καὶ δικαίως, διότι τὸ μεταφραστικό του ἔργο εἶναι τεράστιο, καὶ ἐλάχιστοι τὸ γνωρίζουν στὸ σύνολό του. Περιλαμβάνει μεταφράσεις 60 καὶ πλέον βιβλίων, ἀπὸ τέσσερις γλῶσσες (γερμανικά, ἀγγλικά, γαλλικὰ καὶ ἱσπανικά), τόσο λογοτεχνικῶν/θεατρικῶν ὅσο καὶ θεωρητικῶν/φιλοσοφικῶν, μὲ τὸ ὄνομά του καὶ μὲ ψευδώνυμο (Δημήτρης Ρῆσος). Ἔχει ἐπίσης ὑπάρξει ἐπιμελητὴς/διευθυντὴς σειρῶν σὲ διάφορα ἐκδοτικά, σὲ φορεῖς τoπικὴς αὐτοδιοίκησης καὶ στὸ ΑΠΘ. Ἀποκορύφωμα τῆς μεταφραστικῆς του προσφορᾶς εἶναι ἡ παρουσίαση τῶν Ἁπάντων τοῦ Νίτσε (ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Πανοπτικόν) σὲ 16 τόμους.
Ἐκτὸς ἀπὸ μεταφραστὴς εἶναι ὅμως καὶ δημιουργικὸς συγγραφέας, ὑπὸ διπλῆ μάλιστα ἰδιότητα, λογοτεχνικὴ ὅσο καὶ δοκιμιογραφική. Ἐκτὸς ἀπό τὶς πολυπληθεῖς εἰσαγωγὲς σὲ δικές του μεταφράσεις καὶ ἄρθρα σὲ διάφορα ἔντυπα, ἔχει παρουσιάσει δύο σημαντικὲς θεωρητικὲς μελέτες (Μύθοι τῆς τεχνολογίας. Δοκίμια, 1987· Τὸ ὅραμα τοῦ ὑπεράνθρωπου. Μιὰ ἐρμηνεία τοῦ ἔργου τοῦ Φρήντριχ Νίτσε, «Ἔτσι μίλησε ὁ Ζαρατούστρα», 2014) καὶ τέσσερα πεζογραφικὰ βιβλία (Ψίχουλα, 1998· Μακριὰ ἀπὸ τὸν κοσμό, 2008· Ἀνθρώπινες σκιές, 2013 καὶ Κυριακὴ ρεπό, 2014) στὴ φόρμα τοῦ λογοτεχνικοῦ ἀφορισμοῦ, τοῦ μικροῦ διηγήματος καὶ τῆς νουβέλας.


Ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον ἔχει γιὰ τὸ Ἱστολόγιό μας ἡ πεζογραφικὴ δουλειὰ τοῦ συγγραφέα στὸ εἶδος  τοῦ μικροῦ διηγήματος, ὅπως αὐτὴ καταγράφεται στὰ βιβλία του Ψίχουλα (1998) καὶ Μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο (2008) ποὺ τὸν κατατάσσει ἀνάμεσα στοὺς καλύτερους μικροδιηγηματογράφους στὴν γλώσα μας. Μὲ λόγο πυκνό, καθαρὸ καὶ εὐθύβολο, μέσα σὲ ἐλάχιστες παραγράφους, σ’ ἕνα σύνολο λέξεων ποὺ κυμαίνεται ἀπὸ τὶς ἑκατὸ (καὶ κάποτε πολὺ λιγότερες) ἕως τὶς περίπου τριακόσιες, ὁ Σαρίκας ἀποφενακίζει τὴν νεοελληνικὴ πραγματικότητα —ἑστιάζοντας ἰδιαίτερα στὸν δημόσιο χῶρο— ὅπως αὐτὴ ἐκτυλίχτηκε στὴν Μεταπολίτευση ἕως τὴν πρώτη δεκαετία τοῦ νέου αἰώνα.


Ἐκκινώντας ἀπὸ τὸ συγκεκριμμένο βιωμένο περιστατικό, ὁ συγγραφέας ἀναδεικνύει τὴν κουφότητα, τὴν ἀσυναρτησία, τὴν κενότητα καὶ ἐπιφανειακότητα ποὺ χαρακτηρίζει τὸν κόσμο τῆς Μεταπολίτευσης σὲ πολλὲς καὶ ποικίλες πτυχὲς τῆς ἀνθρωπογεωγραφίας της. Πίσω ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Ζήση Σαρίκα ζοῦμε συχνὰ τὴν σιωπηλὴ παρουσία τοῦ αὐτόπτη καὶ αὐτήκοου τρίτου τῆς καθημερινῆς συναναστροφῆς μας στὰ ἀπειράριθμα σκηνικά της στὴν περίοδο αὐτή. Οἱ  χαρακτῆρες του εἶναι σπαρταριστὰ ζωντανοί: εἶναι οἱ διπλανοί μας ἄνθρωποι, οἱ δικοί μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἡ ἐξαιρετικὴ ψυχογραφία ποὺ τοὺς συνοδεύει ὑπογραμμίζει τὴν ματιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει ζήσει ἐξίσου τὸν λαϊκὸ ἄνθρωπο τοῦ χωριοῦ, τὸν μικροαστικὸ κόσμο τῆς πόλης ἀλλὰ καὶ τὸν διανοούμενο τοῦ σαλονιοῦ. Αἰσθανόμαστε πρωτίστως ἕναν παρατηρητὴ ἰδιαίτερα εὐαισθητοποιημένο καὶ εἰρωνικὰ ἐπικριτικὸ σὲ ἐκεῖνα τὰ κοινωνικὰ στρώματα ποὺ ὑπὸ τὸ ἔνδυμα μιᾶς ἀνεύρετης τελικὰ κοινωνικῆς ἀλλαγῆς μεταλλαχθήκανε στὶς παρασιτικὲς ἐλὶτ ποὺ τὶς τελευταῖες δεκαετίες ὁδήγησαν τὴν χώρα στὸν γκρεμὸ τῆς πτώχευσης καὶ τῆς ἀντιλαϊκῆς ἐξάρτησης ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ ἐκμεταλλευτικὰ χρηματοπιστωτικὰ κέντρα.


Σὲ μιὰ τέτοια ἀντι-μυθευτικὴ ματιὰ ἀντιστοιχεῖ καὶ ἕναν ἀληθινὸς ἀντι-χαρακτήρας, μιὰ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ ἀνεξάρτητη μὲ τὴν κοινωνικότερη ἀντιατομικιστικὴ σημασία, ἀντιεξουσιαστικὴ καὶ ἐλευθεριακὴ καὶ ταυτόχρονα ὑποψιασμένη ἀπέναντι στὸν μυθευτικὸ φενακισμὸ ποὺ καὶ οἱ ἴδιες αὐτὲς οἱ χειραφετητικὲς ἀξίες μπορεῖ νὰ ὑποστοῦν στὴν πράξη! Ἀπέναντι στὴν ἐπιθετικὴ χυδαιότητα μιᾶς ἄρριζης μαζικοποιημένης ἀντικοινωνίας συναντᾶμε, ταυτόχρονα, στὸ ἔργο τοῦ Σαρίκα κείμενα ποὺ προϋποθέτουν τὸ ἀγαπητικὸ πλησίασμα πρὸς τὸν κόσμο τῶν ἀνυπεράσπιστων περιθωριοποιημένων τῆς καθημερινῆς ζωῆς, κείμενα ποὺ διαθέτουν τὸ σθένος τῆς εὐγένειας νὰ ἀντιμετωπίζουν ὡς ἰσότιμα στὴν ἀξιοπρέπεια ὄντα τόσο τοὺς καθημερινούς μας συνοίκους, τὰ ζῶα τῆς πόλης, τὰ οἰκόσιτα, αἰχμάλωτα, ἀδέσποτα καὶ κρυπτόμενα, ὅσο καὶ αὐτὸν τὸν περιαστικὸ χῶρο, τὴν ἴδια τὴν φύση, τὴν ποδοπατημένη ἀπὸ τὴν παμφάγα ἀναπτυξιακὴ ἀπληστία!


Ὅσο καὶ νὰ μᾶς ἐνοχλεῖ ἡ λέξη διδακτισμός, στὶς ὁλοζώντανες μινιατοῦρες τοῦ Σαρίκα, ὁ ὅρος ἀποκτᾶ τὴν βαθύτερη καὶ πιὸ ἀναγκαία σημασία του, ἐν ὄψει ἰδίως μιᾶς ἐκ τῶν ἄνω καθοδηγούμενης ἀπορρύθμισης τῶν πιὸ ζωτικῶν ἀνθρώπινων κοινωνικῶν δεσμῶν τὴν ὁποία προωθεῖ καὶ ἐπιβάλλει ἡ νέα μετάλλαξη τοῦ παγκόσμιου καπιταλιστικοῦ συστήματος τῶν ἡμερῶν μας. Ἡ ἀντίσταση ποὺ προβάλλει σ’ αὐτὸν καὶ τὶς συνέπειες του τὸ ἦθος μιᾶς τέτοιας συνείδησης καί διδάσκει καί, μὲ τὴν ὕπαρξή της, παρηγορεῖ καί στηρίζει σὲ στάση κοινωνικὴ καὶ πολιτική, ἀναλόγως ἀντιστασιακή!
Ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα τῆς παρακμῆς αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ τῶν θεσμῶν του, τὴν παρακμὴ ἀκριβῶς ποὺ στηλιτεύουν τὰ κείμενα τοῦ Ζήση Σαρίκα, ὑπῆρξε καὶ ἡ τύχη ποὺ ἐπιφυλάχθηκε πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια στὸ ἴδιο τὸ ἔργο τοῦ συγγραφέα κατὰ τὴν εἰσήγηση τῆς ὑποψηφιότητας του ὡς μέλους στὴν Ἑταιρεία Συγγραφέων, τὴν ὑπογεγραμμένη ἀπὸ ὀκτὼ ἄλλα ἐνεργὰ μέλη της: ἡ ὑποψηφιότητα ἀπορρίφθηκε πανηγυρικῶς ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Γενικῆς Συνέλευσης! Δυστυχῶς ὄχι ἀπὸ γνώση καὶ ἄποψη πάνω στὸ ἔργο της, ἔτσι ὅπως θὰ εἶχε ἴσως κάποιο νόημα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν σχεδὸν πλήρη καὶ παχυλὴ ἄγνοιά του. Ἕνα εὐφυὲς ΔΣ ἔσωσε τὴν ἑπόμενη χρονιὰ τὰ προσχήματα τοῦ ἱστορικοῦ σωματείου, ἀναγνωρίζοντας ἐμμέσως τὴν ἀστοχη ‘κρίση’ του, μὲ τὴν ἀπονομὴ τοῦ μεγάλου του βραβείου «Διδώ Σωτηρίου» στὸν συγγραφέα τὸν ἀπορριφθέντα ἀπὸ τὴν Γενικὴ του Συνέλευση!


Σ’ ἕνα λογοτεχνικὸ εἶδος, ὅπως τὸ μικρὸ διήγημα καὶ τὸ μικροδιήγημα, ὅπου, εἴτε ὡς ἑλληνικὴ εἴτε ὡς παγκόσμια σταθερά, πλεονάζει ἡ ψυχογραφία τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου μὲ τὶς πολυποίκιλες τροπικότητές της, ἄλλες θεματολογίες ποὺ άποσκοποῦν νὰ ἐκθέσουν παθογένειες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς μὲ τὰ πολιτικὰ αἰτήματα τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ πολίτη ἢ τῆς ἀντίστασης στὸν ἐπιχειρούμενο ἐξανδραποδισμό του ἀπὸ ἀδιαφανῆ καὶ ἀνεξέλεγκτα κέντρα ἐκμμετάλευσης καὶ χειραγώγησής του, ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς, μειοψηφοῦν.


Γι’ αὐτὸ τὸ Ἱστολόγιο, στῆν δεκαπενταετία τῆς ὕπαρξής του, βρῆκε πολύτιμο καταφύγιο σὲ κείμενα ἢ μικρὰ ἀφιερώματα σὲ δημιουργοὺς πού, ἐλαυνόμενοι ἀπὸ τὸ μίσος τοῦ καναπέ, ἔδωσαν στὰ λογοτεχνικὰ μικροκείμενά τους προτεραιότητα στὸν ὀξὺ κοινωνικοπολιτικὸ προβληματισμό, κερδίζοντας τὴν ἀγάπη ὅσων ἀνησυχοῦν γιὰ τὴν τύχη τόσο τῶν λαϊκῶν ὅσο καὶ τῶν προσωπικῶν ἐλευθεριῶν, ἀναζητώντας τὴν ἀκηδεμόνευτη σκέψη καὶ ἔκφραση ποὺ συνήθως τὶς συνοδεύουν. Ἔτσι ἀναζήτησε καὶ πρόβαλε ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ παράδειγμα φωνὲς έλευθεριακῶν συνειδήσεων ὅπως τοῦ Περικλῆ Κοροβέση, τοῦ Τζίμη Πανούση, τοῦ Τέο Ρόμβου, ἐνῶ, μὲ τὴν βοήθεια ἐξαιρετικῶν μεταφραστῶν καὶ ἐπιμελητῶν, συγκρότησε, ἀπὸ τὴν διεθνῆ παραγωγή, ἀφιερώματα μὲ θέμα τὴν Ἀναρχικὴ Λογοτεχνία καὶ τὸ κοινωνικὸ Κουβανικὸ Διήγημα.


Ἀπὸ τὶς φωνὲς αὐτὲς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπει καὶ ἐκείνη τοῦ Ζήση Σαρίκα. Ὁλοκληρώντας τὸν κύριο διαδικτυακὸ ἱστολογικό τους κύκλο, οἱ Ἱστορίες Μπονζάϊ νιώθουν ἰδιαίτερη χαρὰ καὶ τιμὴ νὰ τὴν παρουσιάσουν στοὺς φίλους ἀναγνῶστες τους μὲ μιὰ ἐκτενῆ ἀνθολογία ἀπὸ τὸ ἔργο του!


Νέα Σμύρνη, 22.12.2025


*Σχετικός σύνδεσμος: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2026/01/01/giannis-patilis-gia-ton-zisi-sarika/

Ασημίνα Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΜΕ ΜΑΝΙΑ ΟΠΩΣ γλύφαμε το φύλο ο ένας του άλλου
το σβήναμε με μάτια σάλιο και μικρές συμφάσεις
έπειτα: δυο ξεχαρβαλωμένες γαλότσες μέσα στη βροχή
από βλέμματα σκορπιών κι ένα φάντη μπαστούνι–
τρέξαμε σχεδόν έμβρυα άμορφα να παίζουμε κρυφτό
κι όλα τα παιχνίδια που θα μας έκρυβαν από τον άλλον
σε δρόμους που δεν έγραψε κανείς την αρχή τους
και το τέλος θα ανατραφεί από το παρελθόν


*


ΕΙΣΑΙ Η ΑΛΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ, Ελοΐζ η φορεμένη στον καθρέφτη
ένα σπασμένο βότσαλο στην άκρη του βλεφάρου
Φοράς τη σκοτεινή ύλη των μητέρων και
στα δάχτυλα έχεις φωνές πνιγμένων γατιών
Σκοτεινή γυναίκα μητέρα φορεμένη στο γυαλί
Σ’ αγαπώ.
Θα σε κάνω ύλη από αλμύρα και νερό
Σάρκα από ηλίανθο και φλέμα.
Κι έπειτα
οι γιοι θα κληθούν των ανθρώπων να πιουν κόκκινο
από τα μάτια σου.
Σαρκοβόρα μάτια. Μάτια αλόγου και χταποδιού.
Μάτια μέδουσας στις σκοτεινές του ωκεανού σπηλιές.
Μήδεια.
Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα.
Κα νείς δε θα κα τα λά βει τί πο τα.
Η Μήδεια αγαπούσε τα παιδιά της.
Η Μήδεια είναι εγώ. Η χοντρή γυναίκα.
Η έχθρισσα της σελήνης.
Φορώ τα παιδιά μου σε νερένιες πτυχές του χιτώνα μου.
Τους νεκρούς μου άντρες σέρνω
ψάρια έξω από τον πάγο.
Η βασιλεύουσα του πρωινού γυναίκα.
Ένα βυθισμένο “κάποτε”
στο λαιμό νεαρού πουλαριού με δέρμα Φοινίκη
κι οξύ από φίδι στο σάλιο.
Δάχτυλα από φύκια και νύχια από θάλασσα κι έβενο.
Στέρξη από απουσία και δέκα σκοτεινές
σπηλιές από θάνατο στην καρδιά.
Τραγούδι και σκιά του Ευρώτα.


*Από τη συλλογή “Solidago”, έκδοση καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, Αθήνα 2018.

Μαρία Κασσιανή (Πανούτσου), Τριλογία

Artwork: Mark Rothko

soaring over the city


Στον Λεωνίδα Καζάση


Ο δρόμος που άνοιξες

Ανήμπορος λένε και με αποκαλούν σε σχηματισμούς.
Δεν βλέπω την ώρα να ξιφουλκώ το πλήθος.
Αναρωτιέμαι σε κάθε βηματισμό και κλυδωνίζομαι.
Αντάρα με και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές.
Οι μέρες ένα τρεχαντήρι που γλιστρά στην ξέρα,
Όμως τον μύθο θα κρατήσω όρθιο όπως του πρέπει.
Κι εγώ εσένα ξεχωρίζω, πρώτο ναυαγό, να ατενίζω το βλέμμα του.
Και περπατώ στα λόγια σου επάνω και ανακαλώ τα πρώτα και τα ύστερα.
Μια, μονάχη εγώ, μέχρι τη μέρα που θα δύσει για μένα ο ήλιος.
Και λέω πως ανοίγεις δρόμο — ποιον δρόμο;
Μα ένας είναι ο δρόμος.

28/11/25, Αθήνα

*
Σιωπηλή Σφραγίδα

Νομίζω πως πεθαίνω
Πεθαίνω σιγά, χαμογελαστά.
Οι ώρες μακριά σου βαραίνουν.
Νιώθω την ανημπόρια να εξαπλώνεται,
πρώτα στην ψυχή
κι ύστερα
να αφανίζει ένα-ένα τα μέλη μου.

Φόρεσα μια στολή πολεμιστή
κι από κάτω
έκρυψα τη γυμνή κοιλιά μου.
Βγήκα στον δρόμο να κλάψω,
να μη μ’ ακούσουν.
Τραγούδησα, κιόλας, ένα τραγούδι
μόνο για σένα.

Σιγά σιγά κυλάς σαν ένα ποτάμι,
σαν πάγος που λιώνει
και γίνεται νερό,
κι εγώ στο προσφέρω.

Με διάλεξες
για να αποχαιρετήσω τον κόσμο
με τον άνδρα
που λάτρεψα στα όνειρά μου.
Τώρα είναι μπροστά μου.

Πρώτα θα γονατίσω
στο στήθος του επάνω
κι ύστερα
θα λατρέψω τα σπλάχνα του.

Είμαι αδύναμη
σαν ένα σπουργίτι το καταχείμωνο,
κι όμως η δύναμη ξεχειλίζει
από τα χείλη μου,
από τις ρόγες του στήθους μου,
από τη μήτρα
που με καλεί
όχι σαν μήτρα
μα σαν θάλασσα
που κράζει τα ζωντανά της.

Έτσι με σπρώχνει να πάω.
«Πού;» τη ρωτώ.
Η μέρα κάνει τον κύκλο της.
Πέφτει ο ήλιος.
Κι εγώ
φορώ τη στολή του πολεμιστή.

10/1/26

*

Το Μελανοδοχείο

Θυμάμαι τις συμβουλές του Βίκτωρα Ουγκώ
σε ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι,
καθώς τους κοίταζε να αφομοιώνονται
όπως το φίδι την τροφή του,
ο ένας μέσα στον άλλον.
Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο,
με τις οσμές των κορμιών τους.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ, με τα άσπρα μαλλιά,
ήξερε — αλλά τι να τους πει;
Να βγουν στον ήλιο.
Να κλαδέψουν τα δέντρα.
Να φάνε τα φρούτα της εποχής
με τα χέρια πασαλειμμένα από αγάπη.

Δεν τους είπε τίποτα.
Μόνο απομακρύνθηκε,
θλιμμένος, ευχόμενος
να επιζήσουν.

Ο έρωτας που εκείνος γνώρισε
είχε τα ίδια σημάδια της αυτοκαταστροφής.
«Ας είναι ευλογημένα τα παιδιά»,
είπε μέσα του,
και πήγε να γράψει ξανά,
ακουμπώντας το μελανοδοχείο
και την πένα
με ευλάβεια.

Κι όμως, τους ζήλεψε.
Ποτέ πια δεν θα νιώσει αυτή τη φλόγα.
Ύστερα άφησε την πένα
και πήρε ένα άσπρο, άγραφο χαρτί.
Και εκεί,
σαν μια τελετή,
άδειασε το μελανοδοχείο.
Τα χέρια του μελανώθηκαν λίγο.
Θυμήθηκε πως κάποτε
είχαν μουτζουρωθεί
από το αίμα της αγαπημένης του,
καθώς του έδειχνε
το αίμα από τον κόλπο της
και χαμογελούσαν και οι δύο.

12/1/26

*


Έχω αφιερώσει ποιήματά μου σε ποιητές που έχουν υπάρξει αλλά και σε σύγχρονους ποιητές. Αναφέρω μόνο μερικά ονόματα.
Μιχάλης Κατσαρός, Λευτέρης Πούλιος, Δημήτρης Λεοντζάκος, Σταμάτης Πολενάκης, Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα, Γιάννης Αντιόχου, Αλέξανδρος  Αραμπατζής, Θεόδωρος Μπασιάκος, Βασίλης Λαλιώτης, Γιώργος Χρονάς, Άκης Παρώδης, Λεωνίδας Καζάσης. Έτσι γεννήθηκε η σκέψη να γράψω ένα δοκίμιο για την ποίηση που αφιερώνεται. Τι είδος είναι και τι ιδιότητες κατά την γνώμη μου έχει. Το δοκίμιο γράφεται.
Απόσπασμα δοκιμίου: Μαρία Κασσιανή Πανούτσου για την αφιερωμένη ποίηση
Τα αφιερωμένα γραπτά φέρουν αυξημένη ευθύνη και ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ευθύνη αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον λόγο: τη στιγμή που ένα κείμενο αφιερώνεται, παύει να είναι αυστηρά αυτοαναφορικό. Το «εγώ» του γράφοντος δεν δικαιούται πια να κυριαρχεί, αλλά καλείται να μετακινηθεί, ώστε ο λόγος να παραμείνει χώρος φιλοξενίας και όχι ιδιοποίησης του άλλου.
Παράλληλα, η αφιέρωση εισάγει μια απαιτητική σχέση με τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δεν προσκαλείται να παρακολουθήσει μια ιδιωτική χειρονομία, αλλά να αναγνωρίσει την παρουσία ενός τρίτου προσώπου μέσα στο κείμενο. Όχι ως όνομα ή αναφορά, αλλά ως ίχνος ύφους, στάσης και ηθικού βάρους. Όταν αυτό το πρόσωπο δεν καθίσταται αναγνωρίσιμο, η αφιέρωση καταρρέει και ο λόγος επιστρέφει αυτάρεσκα στον γράφοντα.
Έτσι, η αφιέρωση λειτουργεί ως δοκιμασία ωριμότητας: περιορίζει το «εγώ», απαιτεί ακρίβεια από τον λόγο και ζητά δικαιοσύνη απέναντι σε εκείνον που απουσιάζει αλλά υπονοείται. Η αφιέρωση δηλαδή αυξάνει το βάρος του λόγου, επειδή περιορίζει την αυθαιρεσία του γράφοντος και από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά το ενδιαφέρον και η ιδιαιτερότητα της αφιερωμένης ποίησης.


13/1/26

Paul Eluard, Ποιήματα

Le Mont Grammos


Le mont Grammos est un peu rude
Mais les hommes l’adoucissent
Les barbes nous les tuons
Nous abrégeons notre nuit
Plus bêtes que poudre à canon
Nos ennemis nous ignorent
Ils ne savent rien de l’homme
Ni de son pouvoir insigne
Όρος Γράμμος
Το όρος Γράμμος είναι λίγο τραχύ
Αλλά οι άντρες το απαλύνουν
Τα γένια τα σκοτώνουμε
Συντομεύουμε τη νύχτα μας
Πιο ανόητοι κι από την πυρίτιδα
Οι εχθροί μας αγνοούν
Δεν ξέρουν τίποτα για τον άνθρωπο
Ούτε για τη εμβληματική δύναμή του


*


Dans la montagne vierge


Les herbes et les fleurs, ne m’abandonne pas,
Leur odeur suit le vent
Les chevreaux jouent de leur jeunesse,
Un aigle fait le point dans le ciel sans secrets.
Le soleil est vivant, ses pieds sont sur la terre,
Ses couleurs font les joues rougissantes d’amour,
Et la lumière humaine se dilate d’aise.
L’homme en grandeur au cœur d’un monde impérissable
Inscrit son ombre au ciel et son feu sur la terre.


Στο παρθένο βουνό


Τα βότανα και τα λουλούδια,δεν με εγκαταλείπουν,
Η μυρωδιά τους ακολουθεί τον άνεμο
Τα παιδιά παίζουν με τα νιάτα τους,
Ένας αετός κάνει απολογισμό στον ουρανό χωρίς μυστικά.
Ο ήλιος είναι ζωντανός, τα πόδια του είναι στη γη,
Τα χρώματά του κοκκινίζουν τα μάγουλα σαν ντροπαλά από αγάπη,
Και το ανθρώπινο φως διαστέλλεται με ευκολία.
Ο άνθρωπος με μεγαλείο στην καρδιά ενός άφθαρτου κόσμου
Εγγράφει τη σκιά του στον ουρανό και τη φωτιά του στη γη

*


Des yeux qui ont vraiment trop souffert de voir
Plus beau visage ne peut pas se plaindre
Plus violemment des horreurs de la guerre
Plus beaux yeux noirs ne peuvent se couvrir
Plus doucement d’un voile mortuaire
Et tout vivants le chagrin les enterre.

*

Μάτια που έχουν πραγματικά υποφέρει πάρα πολύ για να δουν
Το πιο όμορφο πρόσωπο δεν μπορεί να παραπονεθεί
Πιο βίαια από τη φρίκη του πολέμου
Τα πιο όμορφα μαύρα μάτια δεν μπορούν να καλυφθούν
Πιο απαλά από ένα νεκρικό πέπλο
Κι ολοζώντανους, η λύπη τους θάβει.


*Σχετικός σύνδεσμος: https://materialisme-dialectique.com/paul-eluard-en-grece-libre/ Μετάφραση: Α.Β.

Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα

Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.

*

Ακόμη και
το μη ορατό χρώμα
στην πανχρωματική
λευκή έκρηξη
της αστραπής
έχει τη δύναμη
να επηρεάζει
την ψυχή μας

Hans Magnus Enzensberger, Ειρηνευτικό Συνέδριο

Το αεροπλάνο που προσγειώθηκε έχει εκατό ψεύτες
για επιβάτες
η πόλη τους υποδέχεται κρατώντας ανθοδέσμες
μια δυσοσμία από ναφθαλίνη κι ιδρώτα
κι έναν άνεμο απ’ τις κοιλάδες της Ασίας.


Κάτω από το φως των προβολέων
και σε πενήντα γλώσσες οι ψεύτες διαλαλούν:
“είμαστε κατά του πολέμου”
σιωπηλός δικαιώνω τους ψεύτες.
λένε την αλήθεια, ωστόσο γιατί να χρειάζονται
πενήντα ώρες
για μια μοναδική κουβέντα;


Μόλις απομακρυνθούν, τα λουλούδια μαραίνονται
τα τασάκια ξεχειλίζουν
από γόπες αλληλέγγυων
ακλόνητες άκρες πούρων
ακαταμάχητα αποτσίγαρα.


Μέσα στο πτυελοδοχείο η ειρήνη κολυμπά


ταυτόχρονα, στον Λευκό Οίκο
κάτω από το φως των προβολέων
οι ηθικοί ανακοινώνουν μιαν άλλη αλήθεια:
ο πόλεμος κλιμακώνεται.
μόνο οι ψεύτες παραμένουν ακλόνητο


στον Λευκό Οίκο τα λουλούδια είναι φρεσκοκομμένα
τα πτυελοδοχεία έχουν απολυμανθεί
και τα τασάκια λάμπουν από καθαριότητα
όπως κι οι βόμβες


άνεμος σηκώνεται πάνω από την πόλη
άνεμος απ’ τις κοιλάδες της Ασίας
άνεμος που σκορπάει κραυγές
σαν μια στραγγαλισμένη γυναίκα.


*Από το βιβλίο “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Άννα-Μαρία Καραγιώργη, Σάλσα

Φόβος φοβούμενος διαχέεται
όπως αντηχεί μια φωνή
μέσα στο φαράγγι.
Ποιος θα ζούσε μόνιμα εκεί;
Επίμονος και θρασύς συναγερμός
καταραμένου αυτοκινήτου επανωτίζει
τα λεπτά κελαηδίσματα.
Τα πουλιά της νύχτας υποφέρουν, σου λέω.
Ο γείτονας, παραταύτα
σφυρίζει ανέμελα κουβανέζικους ρυθμούς.
Θέλω να τον βρω
να τον ρωτήσω πως το κάνει. Ξέχασα πάλι
πως ρέει μια στιγμή.


*Σχετικός σύνδεσμος: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/01/07/σάλσα-άννα-μαρία-καραγιώργη/#like-7504

Kenneth Rexroth, Σύγχυση

Στη Νάνσυ Σορς

Περνώ απ΄ το σπίτι σου μια αργή κατακόκκινη αυγή,
Οι γρίλιες είναι κατεβασμένες, και τα παράθυρα ανοιχτά.
Το ελαφρύ αεράκι απ’ τη λίμνη
Είναι σαν την ανάσα σου πάνω στο μάγουλό μου.
Όλη την ημέρα περπατώ στη διακοπτόμενη βροχή.
Κόβω μια κατακόκκινη τουλίπα στο έρημο πάρκο,
Λαμπερές στάλες βαστιούνται στα πέταλα της.
Στις πέντε η ώρα είναι ένα μοναχικό χρώμα στην πόλη.
Περνώ απ’ το σπίτι σου ένα βροχερό απόγευμα,
Μπορώ να σε δω αμυδρά, να κινείσαι μεταξύ φωτισμένων τοίχων.
Αργά τη νύχτα κάθομαι μπροστά σε μια λευκή κόλα χαρτί,
Μέχρι ένα πεσμένο κατακόκκινο πέταλο να τρεμοπαίζει μπροστά μου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Μουσών”, τεύχος 5, Οκτώβριος 2025-Μάρτιος 2026. Μετάφραση: Νίκος Παναγόπουλος.

John Wieners (6/1/1934 – 1/3/2002), από το “Asylum Poems”

Τουλάχιστον ετούτες οι πληγές ανοίχθηκαν
από τον έρωτά σου που άφηνε τη βαθύτερη αρρώστια να εισέλθει,
μάλιστα, μπουμπούκιαζαν θρασεμένες και γιορτινές στη σκοτεινή
Σιωπή της καλοκαιρινής αγωνίας˙ όταν ο υποτιθέμενος έρωτας περιέβαλλε τους λόφους με
τα σκοτεινά κρινάκια που φύτρωσαν από κάτω και μόλυναν τον μίσχο
Έτσι δύο ή τρία χρόνια αργότερα, καταρρέω υπό το βάρος,
ο σκοτεινός έρωτας γιγαντώθηκε με κάποιου άλλου τη μορφή
Και σίγασε όλο το ολοκαύτωμα με την αφύπνισή του.
Μπελαντόνα του πρωινού, φθινοπωρινά σταφύλια για συμφωνία και πανσέδες
Αμέσως να ακολουθούν όπως η γέννηση στη θέση της ζωής τού δυσώδους μυαλού
Γιατί να συνεχίσεις˙ η λίστα ατέλειωτη του τι οι πληγές
που ο έρωτας σου άνοιξε, έθρεψαν.
Πρώτον, παραίσθηση προσωρινής ομορφιάς˙ δεύτερον, φωνές
σημαντικότητας του εαυτού, καθοδηγώντας και καλοπιάνοντας, ακυρώνοντας κάθε
σύνδεση με τη φύση˙ τρίτον, εσφαλμένο όραμα του έρωτα και
των φαρμακοβοτάνων του˙ τέταρτον, δολοφονική πρόκληση στο
χάραμα της σκέψης και φθόνο, ζήλια, οργή σαν
συμπληρώματα στην τέχνη.
Μερικές γυναίκες πλένουνε τα χέρια τους σε αυτά τα μπουμπούκια,
και τα φοράνε καρφιτσωμένα στα φρύδια τους, σαν αστέρια˙ άλλες
μυρώνουνε τα σώματά τους με τα πέταλα, ευφραινόμενες από το
άρωμα και πληρώνουνε τεράστια ποσά για τη
μυρωδιά του, γύρη μαζεμένη από κάθε απόληξη σαν τον θάνατο
όμως το χάος, το μεσουράνημα, η πυρκαγιά τού
τι θα έπρεπε να σημαίνει η ένωση των εραστών και μολαταύτα όχι
σύγχυσης μάστιγα απλά αποτελεί ενάντια στην ευταξία.


*John Wieners, “Asylum Poems”, Angel Hair 1969. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.