Δεν υπάρχουν θεοί, μπορείτε λοιπόν να το γιορτάσετε να παίξετε τένις, να βγείτε με το αυτοκίνητο, να πάτε για ψώνια, να καθίσετε και να μιλάτε με τις ώρες, να λέτε, να λέτε, με ένα τσιγάρο να κιτρινίζει τα δάχτυλά σας.
Δεν υπάρχουν θεοί, άρα μπορείτε να το γιορτάσετε – εμπρός λοιπόν γιορτάστε το –
Αφήστε με εμένα ήσυχο, αφήστε με μόνο με τον εαυτό μου! αλλά τί λέω, στο δωμάτιό μου, από την παρουσία τίνος έγινε ο αέρας τόσο ήσυχος τόσο ευχάριστος για μένα;
Ποιος είναι αυτός που με αγγίζει απαλά στο στέρνο που μ’ ακουμπάει στο μέρος της καρδιάς και ηρεμεί τους χτύπους της φέρνοντάς μου τη γαλήνη;
Ποιος είναι αυτός που ισιώνει τα σεντόνια και τα κρατά σαν τον ακύμαντο ωκεανό όπου τα ψάρια αναπαύονται στου νερού την επιφάνεια σαν σε δικό τους όνειρο;
Ποιος τρίβει τα γυμνά μου πόδια, μέχρι να ξεμουδιάσουν, να απλωθούν καλά και σαν λουλούδια του λωτού να γίνουν!
Ούτε γυναίκα ούτε άντρας είναι, σας βεβαιώ, γιατί είμαι μόνος. Άρα με τους θεούς κοιμάμαι, με τους θεούς που δεν υπάρχουν ή που υπάρχουν όπως η ψυχή αποφασίσει, μια λίμνη ας πούμε, όπου βουτάμε ή δεν βουτάμε.
ΜΕ ΜΑΝΙΑ ΟΠΩΣ γλύφαμε το φύλο ο ένας του άλλου το σβήναμε με μάτια σάλιο και μικρές συμφάσεις έπειτα: δυο ξεχαρβαλωμένες γαλότσες μέσα στη βροχή από βλέμματα σκορπιών κι ένα φάντη μπαστούνι– τρέξαμε σχεδόν έμβρυα άμορφα να παίζουμε κρυφτό κι όλα τα παιχνίδια που θα μας έκρυβαν από τον άλλον σε δρόμους που δεν έγραψε κανείς την αρχή τους και το τέλος θα ανατραφεί από το παρελθόν
*
ΕΙΣΑΙ Η ΑΛΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ, Ελοΐζ η φορεμένη στον καθρέφτη ένα σπασμένο βότσαλο στην άκρη του βλεφάρου Φοράς τη σκοτεινή ύλη των μητέρων και στα δάχτυλα έχεις φωνές πνιγμένων γατιών Σκοτεινή γυναίκα μητέρα φορεμένη στο γυαλί Σ’ αγαπώ. Θα σε κάνω ύλη από αλμύρα και νερό Σάρκα από ηλίανθο και φλέμα. Κι έπειτα οι γιοι θα κληθούν των ανθρώπων να πιουν κόκκινο από τα μάτια σου. Σαρκοβόρα μάτια. Μάτια αλόγου και χταποδιού. Μάτια μέδουσας στις σκοτεινές του ωκεανού σπηλιές. Μήδεια. Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα. Κα νείς δε θα κα τα λά βει τί πο τα. Η Μήδεια αγαπούσε τα παιδιά της. Η Μήδεια είναι εγώ. Η χοντρή γυναίκα. Η έχθρισσα της σελήνης. Φορώ τα παιδιά μου σε νερένιες πτυχές του χιτώνα μου. Τους νεκρούς μου άντρες σέρνω ψάρια έξω από τον πάγο. Η βασιλεύουσα του πρωινού γυναίκα. Ένα βυθισμένο “κάποτε” στο λαιμό νεαρού πουλαριού με δέρμα Φοινίκη κι οξύ από φίδι στο σάλιο. Δάχτυλα από φύκια και νύχια από θάλασσα κι έβενο. Στέρξη από απουσία και δέκα σκοτεινές σπηλιές από θάνατο στην καρδιά. Τραγούδι και σκιά του Ευρώτα.
*Από τη συλλογή “Solidago”, έκδοση καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, Αθήνα 2018.
Ανήμπορος λένε και με αποκαλούν σε σχηματισμούς. Δεν βλέπω την ώρα να ξιφουλκώ το πλήθος. Αναρωτιέμαι σε κάθε βηματισμό και κλυδωνίζομαι. Αντάρα με και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές. Οι μέρες ένα τρεχαντήρι που γλιστρά στην ξέρα, Όμως τον μύθο θα κρατήσω όρθιο όπως του πρέπει. Κι εγώ εσένα ξεχωρίζω, πρώτο ναυαγό, να ατενίζω το βλέμμα του. Και περπατώ στα λόγια σου επάνω και ανακαλώ τα πρώτα και τα ύστερα. Μια, μονάχη εγώ, μέχρι τη μέρα που θα δύσει για μένα ο ήλιος. Και λέω πως ανοίγεις δρόμο — ποιον δρόμο; Μα ένας είναι ο δρόμος.
28/11/25, Αθήνα
* Σιωπηλή Σφραγίδα
Νομίζω πως πεθαίνω Πεθαίνω σιγά, χαμογελαστά. Οι ώρες μακριά σου βαραίνουν. Νιώθω την ανημπόρια να εξαπλώνεται, πρώτα στην ψυχή κι ύστερα να αφανίζει ένα-ένα τα μέλη μου.
Φόρεσα μια στολή πολεμιστή κι από κάτω έκρυψα τη γυμνή κοιλιά μου. Βγήκα στον δρόμο να κλάψω, να μη μ’ ακούσουν. Τραγούδησα, κιόλας, ένα τραγούδι μόνο για σένα.
Σιγά σιγά κυλάς σαν ένα ποτάμι, σαν πάγος που λιώνει και γίνεται νερό, κι εγώ στο προσφέρω.
Με διάλεξες για να αποχαιρετήσω τον κόσμο με τον άνδρα που λάτρεψα στα όνειρά μου. Τώρα είναι μπροστά μου.
Πρώτα θα γονατίσω στο στήθος του επάνω κι ύστερα θα λατρέψω τα σπλάχνα του.
Είμαι αδύναμη σαν ένα σπουργίτι το καταχείμωνο, κι όμως η δύναμη ξεχειλίζει από τα χείλη μου, από τις ρόγες του στήθους μου, από τη μήτρα που με καλεί όχι σαν μήτρα μα σαν θάλασσα που κράζει τα ζωντανά της.
Έτσι με σπρώχνει να πάω. «Πού;» τη ρωτώ. Η μέρα κάνει τον κύκλο της. Πέφτει ο ήλιος. Κι εγώ φορώ τη στολή του πολεμιστή.
10/1/26
*
Το Μελανοδοχείο
Θυμάμαι τις συμβουλές του Βίκτωρα Ουγκώ σε ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι, καθώς τους κοίταζε να αφομοιώνονται όπως το φίδι την τροφή του, ο ένας μέσα στον άλλον. Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, με τις οσμές των κορμιών τους.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ, με τα άσπρα μαλλιά, ήξερε — αλλά τι να τους πει; Να βγουν στον ήλιο. Να κλαδέψουν τα δέντρα. Να φάνε τα φρούτα της εποχής με τα χέρια πασαλειμμένα από αγάπη.
Δεν τους είπε τίποτα. Μόνο απομακρύνθηκε, θλιμμένος, ευχόμενος να επιζήσουν.
Ο έρωτας που εκείνος γνώρισε είχε τα ίδια σημάδια της αυτοκαταστροφής. «Ας είναι ευλογημένα τα παιδιά», είπε μέσα του, και πήγε να γράψει ξανά, ακουμπώντας το μελανοδοχείο και την πένα με ευλάβεια.
Κι όμως, τους ζήλεψε. Ποτέ πια δεν θα νιώσει αυτή τη φλόγα. Ύστερα άφησε την πένα και πήρε ένα άσπρο, άγραφο χαρτί. Και εκεί, σαν μια τελετή, άδειασε το μελανοδοχείο. Τα χέρια του μελανώθηκαν λίγο. Θυμήθηκε πως κάποτε είχαν μουτζουρωθεί από το αίμα της αγαπημένης του, καθώς του έδειχνε το αίμα από τον κόλπο της και χαμογελούσαν και οι δύο.
12/1/26
*
Έχω αφιερώσει ποιήματά μου σε ποιητές που έχουν υπάρξει αλλά και σε σύγχρονους ποιητές. Αναφέρω μόνο μερικά ονόματα. Μιχάλης Κατσαρός, Λευτέρης Πούλιος, Δημήτρης Λεοντζάκος, Σταμάτης Πολενάκης, Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα, Γιάννης Αντιόχου, Αλέξανδρος Αραμπατζής, Θεόδωρος Μπασιάκος, Βασίλης Λαλιώτης, Γιώργος Χρονάς, Άκης Παρώδης, Λεωνίδας Καζάσης. Έτσι γεννήθηκε η σκέψη να γράψω ένα δοκίμιο για την ποίηση που αφιερώνεται. Τι είδος είναι και τι ιδιότητες κατά την γνώμη μου έχει. Το δοκίμιο γράφεται. Απόσπασμα δοκιμίου: Μαρία Κασσιανή Πανούτσου για την αφιερωμένη ποίηση Τα αφιερωμένα γραπτά φέρουν αυξημένη ευθύνη και ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ευθύνη αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον λόγο: τη στιγμή που ένα κείμενο αφιερώνεται, παύει να είναι αυστηρά αυτοαναφορικό. Το «εγώ» του γράφοντος δεν δικαιούται πια να κυριαρχεί, αλλά καλείται να μετακινηθεί, ώστε ο λόγος να παραμείνει χώρος φιλοξενίας και όχι ιδιοποίησης του άλλου. Παράλληλα, η αφιέρωση εισάγει μια απαιτητική σχέση με τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δεν προσκαλείται να παρακολουθήσει μια ιδιωτική χειρονομία, αλλά να αναγνωρίσει την παρουσία ενός τρίτου προσώπου μέσα στο κείμενο. Όχι ως όνομα ή αναφορά, αλλά ως ίχνος ύφους, στάσης και ηθικού βάρους. Όταν αυτό το πρόσωπο δεν καθίσταται αναγνωρίσιμο, η αφιέρωση καταρρέει και ο λόγος επιστρέφει αυτάρεσκα στον γράφοντα. Έτσι, η αφιέρωση λειτουργεί ως δοκιμασία ωριμότητας: περιορίζει το «εγώ», απαιτεί ακρίβεια από τον λόγο και ζητά δικαιοσύνη απέναντι σε εκείνον που απουσιάζει αλλά υπονοείται. Η αφιέρωση δηλαδή αυξάνει το βάρος του λόγου, επειδή περιορίζει την αυθαιρεσία του γράφοντος και από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά το ενδιαφέρον και η ιδιαιτερότητα της αφιερωμένης ποίησης.
Le mont Grammos est un peu rude Mais les hommes l’adoucissent Les barbes nous les tuons Nous abrégeons notre nuit Plus bêtes que poudre à canon Nos ennemis nous ignorent Ils ne savent rien de l’homme Ni de son pouvoir insigne Όρος Γράμμος Το όρος Γράμμος είναι λίγο τραχύ Αλλά οι άντρες το απαλύνουν Τα γένια τα σκοτώνουμε Συντομεύουμε τη νύχτα μας Πιο ανόητοι κι από την πυρίτιδα Οι εχθροί μας αγνοούν Δεν ξέρουν τίποτα για τον άνθρωπο Ούτε για τη εμβληματική δύναμή του
*
Dans la montagne vierge
Les herbes et les fleurs, ne m’abandonne pas, Leur odeur suit le vent Les chevreaux jouent de leur jeunesse, Un aigle fait le point dans le ciel sans secrets. Le soleil est vivant, ses pieds sont sur la terre, Ses couleurs font les joues rougissantes d’amour, Et la lumière humaine se dilate d’aise. L’homme en grandeur au cœur d’un monde impérissable Inscrit son ombre au ciel et son feu sur la terre.
Στο παρθένο βουνό
Τα βότανα και τα λουλούδια,δεν με εγκαταλείπουν, Η μυρωδιά τους ακολουθεί τον άνεμο Τα παιδιά παίζουν με τα νιάτα τους, Ένας αετός κάνει απολογισμό στον ουρανό χωρίς μυστικά. Ο ήλιος είναι ζωντανός, τα πόδια του είναι στη γη, Τα χρώματά του κοκκινίζουν τα μάγουλα σαν ντροπαλά από αγάπη, Και το ανθρώπινο φως διαστέλλεται με ευκολία. Ο άνθρωπος με μεγαλείο στην καρδιά ενός άφθαρτου κόσμου Εγγράφει τη σκιά του στον ουρανό και τη φωτιά του στη γη
*
Des yeux qui ont vraiment trop souffert de voir Plus beau visage ne peut pas se plaindre Plus violemment des horreurs de la guerre Plus beaux yeux noirs ne peuvent se couvrir Plus doucement d’un voile mortuaire Et tout vivants le chagrin les enterre.
*
Μάτια που έχουν πραγματικά υποφέρει πάρα πολύ για να δουν Το πιο όμορφο πρόσωπο δεν μπορεί να παραπονεθεί Πιο βίαια από τη φρίκη του πολέμου Τα πιο όμορφα μαύρα μάτια δεν μπορούν να καλυφθούν Πιο απαλά από ένα νεκρικό πέπλο Κι ολοζώντανους, η λύπη τους θάβει.
Οδηγία χρήσης: για να γραφεί αυτό το ποίημα είναι αναγκαία η συνεργασία του αναγνώστη ο οποίος καλείται να κλείσει τα μάτια του για ένα λεπτό σκεπτόμενος έντονα το κόκκινο χρώμα.
*
Ακόμη και το μη ορατό χρώμα στην πανχρωματική λευκή έκρηξη της αστραπής έχει τη δύναμη να επηρεάζει την ψυχή μας
Το αεροπλάνο που προσγειώθηκε έχει εκατό ψεύτες για επιβάτες η πόλη τους υποδέχεται κρατώντας ανθοδέσμες μια δυσοσμία από ναφθαλίνη κι ιδρώτα κι έναν άνεμο απ’ τις κοιλάδες της Ασίας.
Κάτω από το φως των προβολέων και σε πενήντα γλώσσες οι ψεύτες διαλαλούν: “είμαστε κατά του πολέμου” σιωπηλός δικαιώνω τους ψεύτες. λένε την αλήθεια, ωστόσο γιατί να χρειάζονται πενήντα ώρες για μια μοναδική κουβέντα;
Μόλις απομακρυνθούν, τα λουλούδια μαραίνονται τα τασάκια ξεχειλίζουν από γόπες αλληλέγγυων ακλόνητες άκρες πούρων ακαταμάχητα αποτσίγαρα.
Μέσα στο πτυελοδοχείο η ειρήνη κολυμπά
ταυτόχρονα, στον Λευκό Οίκο κάτω από το φως των προβολέων οι ηθικοί ανακοινώνουν μιαν άλλη αλήθεια: ο πόλεμος κλιμακώνεται. μόνο οι ψεύτες παραμένουν ακλόνητο
στον Λευκό Οίκο τα λουλούδια είναι φρεσκοκομμένα τα πτυελοδοχεία έχουν απολυμανθεί και τα τασάκια λάμπουν από καθαριότητα όπως κι οι βόμβες
άνεμος σηκώνεται πάνω από την πόλη άνεμος απ’ τις κοιλάδες της Ασίας άνεμος που σκορπάει κραυγές σαν μια στραγγαλισμένη γυναίκα.
*Από το βιβλίο “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.
Φόβος φοβούμενος διαχέεται όπως αντηχεί μια φωνή μέσα στο φαράγγι. Ποιος θα ζούσε μόνιμα εκεί; Επίμονος και θρασύς συναγερμός καταραμένου αυτοκινήτου επανωτίζει τα λεπτά κελαηδίσματα. Τα πουλιά της νύχτας υποφέρουν, σου λέω. Ο γείτονας, παραταύτα σφυρίζει ανέμελα κουβανέζικους ρυθμούς. Θέλω να τον βρω να τον ρωτήσω πως το κάνει. Ξέχασα πάλι πως ρέει μια στιγμή.
Περνώ απ΄ το σπίτι σου μια αργή κατακόκκινη αυγή, Οι γρίλιες είναι κατεβασμένες, και τα παράθυρα ανοιχτά. Το ελαφρύ αεράκι απ’ τη λίμνη Είναι σαν την ανάσα σου πάνω στο μάγουλό μου. Όλη την ημέρα περπατώ στη διακοπτόμενη βροχή. Κόβω μια κατακόκκινη τουλίπα στο έρημο πάρκο, Λαμπερές στάλες βαστιούνται στα πέταλα της. Στις πέντε η ώρα είναι ένα μοναχικό χρώμα στην πόλη. Περνώ απ’ το σπίτι σου ένα βροχερό απόγευμα, Μπορώ να σε δω αμυδρά, να κινείσαι μεταξύ φωτισμένων τοίχων. Αργά τη νύχτα κάθομαι μπροστά σε μια λευκή κόλα χαρτί, Μέχρι ένα πεσμένο κατακόκκινο πέταλο να τρεμοπαίζει μπροστά μου.
Τουλάχιστον ετούτες οι πληγές ανοίχθηκαν από τον έρωτά σου που άφηνε τη βαθύτερη αρρώστια να εισέλθει, μάλιστα, μπουμπούκιαζαν θρασεμένες και γιορτινές στη σκοτεινή Σιωπή της καλοκαιρινής αγωνίας˙ όταν ο υποτιθέμενος έρωτας περιέβαλλε τους λόφους με τα σκοτεινά κρινάκια που φύτρωσαν από κάτω και μόλυναν τον μίσχο Έτσι δύο ή τρία χρόνια αργότερα, καταρρέω υπό το βάρος, ο σκοτεινός έρωτας γιγαντώθηκε με κάποιου άλλου τη μορφή Και σίγασε όλο το ολοκαύτωμα με την αφύπνισή του. Μπελαντόνα του πρωινού, φθινοπωρινά σταφύλια για συμφωνία και πανσέδες Αμέσως να ακολουθούν όπως η γέννηση στη θέση της ζωής τού δυσώδους μυαλού Γιατί να συνεχίσεις˙ η λίστα ατέλειωτη του τι οι πληγές που ο έρωτας σου άνοιξε, έθρεψαν. Πρώτον, παραίσθηση προσωρινής ομορφιάς˙ δεύτερον, φωνές σημαντικότητας του εαυτού, καθοδηγώντας και καλοπιάνοντας, ακυρώνοντας κάθε σύνδεση με τη φύση˙ τρίτον, εσφαλμένο όραμα του έρωτα και των φαρμακοβοτάνων του˙ τέταρτον, δολοφονική πρόκληση στο χάραμα της σκέψης και φθόνο, ζήλια, οργή σαν συμπληρώματα στην τέχνη. Μερικές γυναίκες πλένουνε τα χέρια τους σε αυτά τα μπουμπούκια, και τα φοράνε καρφιτσωμένα στα φρύδια τους, σαν αστέρια˙ άλλες μυρώνουνε τα σώματά τους με τα πέταλα, ευφραινόμενες από το άρωμα και πληρώνουνε τεράστια ποσά για τη μυρωδιά του, γύρη μαζεμένη από κάθε απόληξη σαν τον θάνατο όμως το χάος, το μεσουράνημα, η πυρκαγιά τού τι θα έπρεπε να σημαίνει η ένωση των εραστών και μολαταύτα όχι σύγχυσης μάστιγα απλά αποτελεί ενάντια στην ευταξία.