Werner Pick, Children of desire / Τα παιδιά της επιθυμίας

The children of desire
Cut the tongue of reason with glowing knives
Suck blood from each others veins
Celebrate the ceremony of desire
Insanity laughs to the tune of machine guns
The children of darkness
Crawl into each others bodies
Taste the sweet fruit of decay
Kiss the firm breasts before time changed
Them into udders of old age
Exhausted arms around thin necks
Sleep on each others nakedness
The branches of death rot
They are forgotten for one hour
They are forgotten for one sweet hour
They are imprisoned in one hour of desire…

Τα παιδιά της επιθυμίας
Κόβουν τη γλώσσα της λογικής με λαμπερά μαχαίρια
Ρουφάνε αίμα από τις φλέβες του άλλου
Γιορτάζουν την τελετή της επιθυμίας
Η τρέλα γελάει στον ρυθμό των πολυβόλων
Τα παιδιά του σκότους
Σέρνονται μέσα στα σώματα των άλλων
Γεύονται τον γλυκό καρπό της αποσύνθεσης
Φιλούν τα σφιχτά στήθη πριν ο χρόνος τα μεταμορφώσει
Σε μαστούς γηρατειών
Εξαντλημένα χέρια γύρω από λεπτούς λαιμούς
Κοιμούνται πάνω στη γυμνότητα του άλλου
Τα κλαδιά του θανάτου σαπίζουν
Είναι ξεχασμένοι για μια ώρα
Είναι ξεχασμένοι για μια γλυκιά ώρα
Είναι φυλακισμένοι σε μια ώρα επιθυμίας…

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Συμβουλές προς τους νέους από τον Γουίλιαμ Μπάροουζ 

Συχνά με ρωτάνε αν μπορώ να δώσω συμβουλές στους νέους.
Λοιπόν ορίστε μερικές οδηγίες για νέους και γέρους.
Ποτέ μην επεμβαίνεις σε τσακωμό αγοριού-κοριτσιού.
Προσοχή στις πόρνες που λένε ότι δεν θέλουν λεφτά.
Και βέβαια θέλουν.
Αυτό που εννοούν είναι ότι θέλουν περισσότερα λεφτά. Πολλά περισσότερα.
Αν κάνεις δουλειές με θρησκευόμενο μαλάκα,
Κοίταξε να τα έχεις όλα γραπτά.
Ο λόγος του δεν έχει καμία αξία.
Όχι όσο ο καλός Θεούλης του λέει πώς να σε ρίξει στη συμφωνία.

Απέφυγε τους αποτυχημένους.
Όλοι ξέρουμε αυτό το είδος.
Ό,τι και να κάνουν,
Όσο καλό κι αν ακούγεται,
Καταλήγει καταστροφικά.
Μην συναναστρέφεσαι τρελούς.
Πες τους με σταθερότητα:
Δεν πληρώνομαι για ν’ ακούω μωρολογίες.
Είσαι αμετανόητα ηλίθιος 

Μερικοί από σας ίσως συναντηθείτε με τον Σατανά,
Αν φτάσετε τόσο μακριά.
Όλες οι ψυχές αξίζουν να σωθούν,
Τουλάχιστον για έναν παπά,
Αλλά δεν αξίζουν όλες οι ψυχές τόσο ώστε να αγοραστούν,
Οπότε μπορείτε να το πάρετε ως κοπλιμέντο.
Πρώτα δοκιμάζει τις πιο εύκολες περιπτώσεις.
Ξέρεις, με λεφτά,
Με όλα τα λεφτά που υπάρχουν.
Αλλά ποιος θέλει να είναι ο πιο πλούσιος σε κάποιο νεκροταφείο;
Τα λεφτά δεν αξίζουν. 

Λοιπόν ο χρόνος δίνει τα χειρότερα χτυπήματα.
Ειδικά κάτω από τη ζώνη.
Πώς είναι να σε αρπάζει ένα νεανικό σώμα;
Σαν πόκερ, σαν «εδώ παπάς, εκεί παπάς»
Τώρα το βλέπεις, τώρα όχι.
Μήπως ξέχασες κάτι, παπού;
Για να αισθανθείς κάτι,
Πρέπει να είσαι παρών.
Πρέπει να είσαι δεκαοχτώ.
Δεν είσαι δεκαοχτώ.
Είσαι εβδομήντα οχτώ
Ο παλιόγερος πούλησε την ψυχή του για ένα στραπόν. 

Κατερίνα Φλωρά, Μέσα από τα συντρίμμια

Του κόσμου τις αντιθέσεις δεν ξέρω αν συνήθισα
μα πορεύτηκα μέσα από αυτές άθελά μου
πότε ως παρατηρήτρια πότε αντιδρώντας
μα πάντοτε προσπαθώντας να κατανοήσω την κατάφωρη αδικία
που μου γεννά οργή
την ανθρώπινη απόγνωση
που μου γεννά συμπόνοια
και παραδίπλα σχεδόν παράλληλα την ασύλληπτη ομορφιά και την ελπίδα
που στους ανθρώπους μόνο την βρήκα
που αντικρύζουμε τα ίδια τοπία
που τα βλέμματα και τα χαμόγελά μας συναντήθηκαν για μια στιγμή
που αρκεί για να μας δώσει εκείνη την ώθηση να συνεχίζουμε μαζί.
Μα και απ’ τους άλλους που ξένοι μοιάζουν και αλλού κοιτάζουν
σαν θυμηθώ την παρουσία τους που έχω από καιρό απωθήσει
χώρος ανοίγει ανάμεσά μας
μέσα στο χάσιμο που μας επιφυλάσσει ο χρόνος.

Francois Villon: Ένας «καταραμένος ποιητής» από το Μεσαίωνα

Francois de Montcorbier, επονομαζόμενος Villon.

Γεννήθηκε το 1431 στο Παρίσι, εξαφανίστηκε το 1463. Είναι ο πιο γνωστός Γάλλος ποιητής του τέλους του Μεσαίωνα.

Να τι απέγινε ο ποιητής και απατεώνας Φρανσουά Βιγιόν μετά την αμνήστευσή του το 1463:
Για ένα εξάμηνο περιπλανήθηκε στη Νορμανδία. Άλλους έξι μήνες τον φιλοξένησαν γνωστοί του στη Ρουέν. Ανάρρωσε. Μπήκε σε σκέψεις. Αρχές του 1464 εγκαταστάθηκε με ψεύτικο όνομα σ’ ένα χωριό κοντά στη θάλασσα, έξω απ’ το Ισινί. Εργάστηκε αρχικά στους μηλεώνες, έπειτα, με τα πρώτα χρήματα κι εξασφαλίζοντας την εύνοια του τοπικού εφημέριου, αγόρασε ένα χωράφι, μισό εκτάριο. Καλλιεργούσε σιτάρι και βρόμη. Έμαθε να δουλεύει με τα χέρια. Έκοψε πεύκα, έστησε με σανίδια ένα υποστατικό στη μέση του κτήματος. Κοιμόταν πλάι στα ζώα του. Είχε σκυλιά και γάτες, έτρεφε πρόβατα και γουρούνια. Πρώτα αυτά αγάπησε κι ύστερα τους ανθρώπους.

Από το δεύτερο χρόνο σύχναζε τις Κυριακές στην ταβέρνα. Παίνευε το ντόπιο τυρί και γελούσε μαζί με τους αγρότες. Όταν τον Ιούλιο του 1467 πέρασαν από την περιοχή ο Λουδοβίκος ο Συνετός με τη Μαργαρίτα, προσφέρθηκε να επισκευάσει δωρεάν τη στέγη της εκκλησίας, να μπει η βασίλισσα να κοινωνήσει. Την επόμενη χρονιά πάντρεψε τον ταβερνιάρη. Προσπάθησε τότε, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί, να συνθέσει για το γάμο μια μπαλάντα. Δεν τα κατάφερε ούτε το ξανατόλμησε.

Το 1469 παντρεύτηκε την ανιψιά του εφημέριου, μια σκυθρωπή δεκαεξάχρονη. Απέκτησαν δυο γιους. Δεν της είπε πώς έζησε πριν γνωριστούν. Ούτε κι αυτή ρώτησε. Τη μέρα έσκυβαν στη δουλειά, το βράδυ δειπνούσαν με τους γείτονες, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Από μήνα σε μήνα εξοικονόμησαν κάποιο μικροποσό. Τον Οκτώβριο του 1474 η γειτόνισσα έπεσε απ’ την άμαξα και τ’ άλογα της την ποδοπάτησαν. Ο άντρας της πούλησε την περιουσία τους, έφυγε. Ο Βιγιόν δεν είχε πολλά να δώσει αλλά ο χήρος τον προτίμησε, ένεκα η φιλία τόσα χρόνια κι η βιασύνη του να ξεχάσει.

Απ’ το Δεκέμβριο του 1474 ως το Μάρτιο του 1475 ο Βιγιόν φρόντισε την ιδιοκτησία του γείτονα. Ενίσχυσε την περίφραξη, ξεχέρσωσε τα χωράφια, τράβηξε νερό για πότισμα. Τον Απρίλιο του 1475 φύτεψε κλήματα. Έβαλε εγγυητή το δικαστή, ξάδελφο του ταβερνιάρη, και δανείστηκε λεφτά. Αγόρασε κι άλλη γη, ύστερα λίγη ακόμα. Ως το 1480 όριζε σαράντα εκτάρια, είχε ξοφλήσει τα χρέη του κι απασχολούσε μια οικογένεια κολίγους. Ήταν έξι άτομα, κοιμούνταν σ’ ένα πλίθινο παράσπιτο. Τους πλήρωνε την πρώτη του μηνός. Τον υπάκουαν.

Ο Βιγιόν επέβλεπε με τους γιους του τα πάντα. Το χειμώνα, όταν η δουλειά λιγόστευε, ανοίγονταν οι τρεις τους στη Μάγχη για καλκάνια. Το 1488, ο μικρότερος μαχαιρώθηκε σε καβγά στην Καν. Αυτός έφταιγε, επιτέθηκε μεθυσμένος σ’ ένα σιδερά, αλλά ο δικαστής, σχεδόν συγγενής, έστειλε στη φυλακή τον άλλο. Ο μικρός ψυχορραγούσε για βδομάδες. Από τότε η γυναίκα του κλείστηκε στον εαυτό της. Το ίδιο κι αυτός. Ο μεγάλος γιος παντρεύτηκε και μετοίκησε στο Μπορντό. Έγινε φούρναρης, πλούτισε γρήγορα. Κάθε καλοκαίρι επισκεπτόταν για ένα δεκαπενθήμερο το κτήμα, ανόρεχτα. Στην αρχή ερχόταν μόνο με τη γυναίκα του, έπειτα και με την κόρη του. Ο Βιγιόν παράγγειλε σ1 ένα ζωγράφο απ’ το Μπα-γιό το πορτρέτο της εγγονής του. Σκάλισε ο ίδιος μια κορνίζα όλο μαιάνδρους, κρέμασε τον πίνακα στην τραπεζαρία. Με τον καιρό ο γιος του προφασίστηκε υποχρεώσεις. Δεν ξανάρθε. Το τελευταίο γράμμα ο Βιγιόν το έλαβε στις αρχές του 1496. Έκτοτε δυο φορές ξεκίνησε να τον βρει, αλλά ο γιατρός τον αποθάρρυνε. Η ηλικία, του ‘πε.
Τον Ιούνιο του 1501 πυρκαγιά -δεν αποδείχτηκε ότι την έβαλε ο πατέρας του φονιά- κατέκαψε την αποθήκη και τους στάβλους. Όλη νύχτα ο Βιγιόν άκουγε τα ζώα του παγιδευμένα να φωνάζουν. Η γυναίκα του βγήκε απ’ τη σιωπή της μόνο για να τον συγκρατήσει, να μην εκδικηθεί. Έχτισε τα πάντα από την αρχή. Καινούργια σκεπή. Καινούργιο βουστάσιο. Πήρε νέα άλογα, τα καλύτερα, τ’ ακριβότερα. Το 1503 η γυναίκα του, στεγνή μέσα της για δεκαπέντε χρόνια, έπεσε στο πηγάδι. Ο Βιγιόν δωροδόκησε το γιατρό να πει ότι ήταν ατύχημα.

Το Σεπτέμβριο του 1505, στον τρύγο, η καρδιά του τρεμόπαιξε σαν μακρινό αστέρι. Τον βρήκε ο επιστάτης μπρούμυτα, λιπόθυμο στο πατητήρι. Ως εδώ, είπε. Το Δεκέμβριο συνέταξε τη διαθήκη του -την τρίτη, την οριστική, την πρώτη σε λόγο πεζό. Άφησε τη μισή του γη στους κολίγους, τα υπόλοιπα στην εγγονή του.

Έζησε μόνος άλλη μια δεκαετία. Στα τελευταία ζήτησε να μάθει φλάουτο. Έφτιαξε ένα κι έπαιζε στα σκυλιά του. Πέθανε τον Μάρτιο του 1515, ένα πρωί που βγήκε αξημέρωτα στον κήπο να σκάψει τα κρεμμύδια.

Πολύ πριν τον Ρεμπώ, τον Βερλαίν και τον Μπωντλαίρ, γεννήθηκε στο Παρίσι, το 1431, ο Φρανσουά Βιγιόν. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου των Παρισιών και δις καταδικασμένος σε εξορία, πρώτα για τη δολοφονία ενός κληρικού (για την οποία συγχωρέθηκε με βασιλική παρέμβαση) και ύστερα για τη διάρρηξη ενός κολεγίου, ο Φρανσουά Βιγιόν είναι ο πρώτος από τους «καταραμένους ποιητές», τόσο λόγω της θεματολογίας των ποιημάτων του, όσο και χάρη στον «μποέμ» τρόπο ζωής του. Ο Βιγιόν έγινε ληστής και μπήκε στη φυλακή τουλάχιστον τρεις φορές, μία εκ των οποίων καταδικασμένος σε θάνατο, μόνο για να αφεθεί ύστερα ελεύθερος, μετά από παρεμβάσεις της αριστοκρατίας. Σήμερα, θυμόμαστε τον ποιητή για τα δύο μεγάλα έργα του, τη «Μικρή» (1456) και τη «Μεγάλη Διαθήκη» (1461), αλλά και τις μπαλάντες του, που συμπεριλαμβάνονται σε αυτά.

Η «Μικρή Διαθήκη» ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο της πρώτης εξορίας του Βιγιόν από το Παρίσι και σε εκείνη κληροδοτεί, μεταξύ άλλων, τα μαλλιά του στον κουρέα του, το μισογκρεμισμένο πύργο που έχει κάνει άντρο του στους συντρόφους του και το ενεχυριασμένο σπαθί του στο γραμματέα του κακουργοδικείου. Είναι ένα σατυρικό ποίημα, χωρίς μεγάλες βλέψεις, όμως, μας δείχνει ήδη ένα Παρίσι, που όχι μόνο έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης μεγαλούπολης, αλλά παρουσιάζει ήδη σημαντικά σημάδια σήψης. Από εκεί θα πρέπει να εμπνεύστηκε και ο Βίκτωρας Ουγκώ την Αυλή των Θαυμάτων που περιγράφει στο έργο του, «Η Παναγία των Παρισίων» (1831).

Η «Μεγάλη Διαθήκη» γράφτηκε στη φυλακή, όπου ο Φρανσουά Βιγιόν βρέθηκε με διαταγή του επισκόπου της Ορλεάνης. Το έργο διέπεται, εκτός από τον κυνισμό του Βιγιόν και από μια απέραντη θλίψη. Ο ποιητής μιλάει για τις χαρές του παρελθόντος στα καπηλειά με νοσταλγία και θρηνεί για το εφήμερο της ζωής. Ο Βιγιόν μοιάζει στα τριάντα του χρόνια να συλλογίζεται το θάνατο και παρότι φαίνεται να έχει σαρκαστική διάθεση όταν μιλάει για τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του (οι περισσότερες από τις οποίες ήταν μάλλον πόρνες), η διαθήκη αυτή είναι γραμμένη με ιδιαίτερη ειλικρίνεια.

Ο Βιγιόν ελευθερώθηκε ξανά από τη φυλακή το 1461 και τελικά φυλακίστηκε και πάλι ένα χρόνο αργότερα για συμμετοχή σε συμπλοκή, αυτή τη φορά καταδικασμένος σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Τότε συνθέτει την πασίγνωστη «Μπαλάντα των κρεμασμένων», στην οποία επικαλείται τον οίκτο των συνανθρώπων του και παρακαλεί το Θεό να συγχωρέσει εκείνον και τους άλλους θανατοποινίτες. Ο Βιγιόν, τελικά, γλίτωσε την αγχόνη και η ποινή του μετατράπηκε σε δεκαετή εξορία από το Παρίσι.

«Η άκρη του τραπεζιού» (1872), του Ανρί Φαντέν-Λατούρ. Ο Αρθούρος Ρεμπώ δίκαια ονόμασε τον Φρανσουά Βιγιόν «γενάρχη» των «καταραμένων ποιητών». Χωρίς αυτόν, ίσως να μην είχαν συντεθεί ποτέ ποιήματα όπως τα «Άνθη του Κακού» (1857) ή το «Μια Εποχή στην Κόλαση» (1873). Ο Βιγιόν αποτελεί ημι-μυθική φιγούρα στην ιστορία της λογοτεχνίας και το έργο του διαθέτει μια φρεσκάδα που διατηρείται μέχρι και σήμερα.

*Το κείμενο κατά το μεγαλύτερο μέρος του προέρχεται από το βιβλίο του Γιάννη Παλαβού “Αστείο”, Εκδόσεις Νεφέλη, 2012 και ηλεκτρονικά δημοσιεύτηκε εδώ: https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2013/01/06/palavos/ Από τη παράγραφο που αρχίζει ως: “Πολύ πριν τον Ρεμπώ…” το κείμενο προέρχεται από δημοσίευμα στο: https://aforesmos.blogspot.com/2024/09/blog-post.html (όπου δεν αναφέρεται συγγραφέας και πηγή).

Elise Cowen, Έξι ποιήματα

ΕΥΚΟΛΑ ΕΡΩΤΕΥΕΣΑΙ

Εύκολα ερωτεύεσαι
τους ποιητές
Το ΜΕΓΑΛΕΙΟ τους
πέφτοντας πάνω στις σελίδες
αποσπά ατομικά ουράνια τόξα

Εύκολα ερωτεύεσαι
τους ποιητές
Το ΜΕΓΑΛΕΙΟ τους
πέφτοντας πάνω στις σελίδες
σε μια ρουφηξιά μου

Ο ΗΧΟΣ ΤΩΡΑ

Ο ήχος τώρα στον δρόμο είναι ο αντίλαλος από μια μακριά
τρομπέτα που κουδουνίζει στ’ αυτιά μου
Η κοιλιά μου γουργουρίζει πάνω στη χαρακιά απ’ το μαχαίρι
περικλείοντας
Κρέας, κρέας
να γανώσεις, κρέας να φας
τρίζουν τα κοιμισμένα καταφύγια
ανάμεσα στα δόντια μου
Ο έρωτας ξίνισε το ψωμί
ψίχουλα στο κρεβάτι.

*

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΤΙ

Το πρώτο μάτι ανοίγει με τη ζεστασιά του ήλιου
να τον κοιτάξει
το δεύτερο ξεσκίζεται από έναν φαρμακοποιό,
Υποστυλώνεται με οδοντογλυφίδες, συστήματα
και λέξεις/και του αρέσει να βλεφαρίζει στις αντανακλάσεις
Ξέρω μόνο πως μπορεί να υπάρχουν πολλά,
επειδή το ένα πληγιάζει
όταν σκέφτομαι τόσο πολύ

Το πρώτο μάτι είναι τυφλό
άλλο δεν υπάρχει

*

ΚΑΘΙΣΜΕΝΗ

Καθισμένη μαζί σου στην κουζίνα
συζητώντας για τα πάντα
πίνοντας τσάι
σ’ αγαπώ
Το “πολύ“ είναι μια όμορφη, ηγεμονική, τέλεια λέξη
Ω, σε θέλω εδώ σώμα
με ή χωρίς γενναία ποιήματα
Άσε με να φύγω, σε παρακαλώ
Σε παρακαλώ, άφησέ με να ‘ρθώ

*

ΠΟΙΟΣ;

Ποιος θα μου χτυπήσει
τον πισινό
όταν θα γεννηθώ
ξανά

Ποιος θα μου κλείσει τα μάτια
όταν
πεθαμένα αυτά
ακόμα βλέπουν

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Η γυναίκα είναι κάτι ταπεινό
φτιαγμένο από θάνατο κι απόνερα.
Η μόδα είναι να ντύνεται απλά
και το μυαλό να το ‘χει για μπορντούρα.

*Από το βιβλίο “Ποιήτριες της γενιάς των beat”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2021. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πλάνες

πλάνες αιωρούνται
πλάνες εξακοντίζονται
πλάνες των πλανητών
πλάνες των πλανεμένων
πλάνες για το θεϊκό
πλάνες για το πραγματικό
πλάνες για το άυλο
πλάνες για το αέναο
πλάνες στροβιλίζονται
πλάνες των κυρίαρχων
πλάνες των κυριαρχούμενων
πλάνες των επουράνιων
πλάνες των επίγειων
πλάνες των υπογείων
πλάνες των ισογείων
πλάνες των θαλασσίων
πλάνες των εναερίων
πλάνες επιθέσεων στο κυρίαρχο
πλάνες αντίστασης στ’ αγάλματα των πλατειών
πλάνες αντιδράσεις στους ρήτορες του τίποτα
πλάνες φρούδες ελπίδες
πλάνες στα τρίμματα της όποιας καθημερινότητας

Μίλτος Σαχτούρης, Ἡ δύσκολη Κυριακή

Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ

Έφη Καλογεροπούλου, Φως

Παράθυρα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στ’ άλλο
στο βάθος του ορίζοντα
ανοιχτά
πάνω σε λευκή σιωπή
μπροστά
αναπαύεται ο πατέρας
-πατέρα, είναι επικίνδυνα εκεί,
πατέρα

μετά νιώθω
ένα τρέμισμα
μυστηριώδες κι ανείπωτο
σαν αδέξιο περιστέρι
που πρώτη φορά μαθαίνει να πετά
Κι ύστερα
ο θλιμμένος χρόνος φτερουγίζει
τραυματισμένος
στο βαθύ ορυχείο της καρδιάς
εκεί που όλα δείχνουν να τελειώνουν
δίχως τέλος

Τώρα
βλέπω την παιδική ηλικία
της συνείδησης, στη νοσταλγία ενός Μάη
που δεν κρύβει την Άνοιξη
στις λεπτομέρειες

Άνοιξη ευλογημένη από φως
που κάθε απόγευμα
γεννάς κόκκινες
χιλιάδες πεταλούδες
δείξε μου πάλι τον πατέρα
και να!
τον βλέπω
ανάλαφρα σε μένα να στρέφεται
και να χαμογελά

στο βάθος
χαμόγελα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στο άλλο
κι άλλα χαμόγελα πολλά
κι άλλα
ελάχιστα
χιλιάδες
σαν τη ζωή μικρά

Πουπερμίνα, Λήψη

Της παραστάθηκαν είν’ αλήθεια οι φτελιές
ύψωσαν πλάτες οι οξιές με τις σημύδες
τέλος κυνήγησε ένα τυχαίο φορτηγό
πρόλαβε μόνο τις γυμνές ροδιές στο χιόνι
λαχανιαστή υπήρξε ελπίδα που κατέληξε
στο άψυχο βλέμμα ενός ζερβού καθρέφτη
κουβάρι απέμεινε υγρό αφηνίασε
ποτέ δεν μάθαμε μετέπειτα αν κατάφερε
να θάψει τον νωπό νεκρό της
μήτε και αν επέστρεψε
 να ζεματάει στη στόφα το λυπημένο σπίτι
μόνο τα ζώα γνώριζαν -που νιώθανε-·
 η ζωή είχε προσπεράσει
το ίδιο κι όσοι παραμείναν ζωντανοί
πουλώντας τον αέρα -τη γαλάζια θέα-
ώστε να περισώσουν τα υπόγεια της καρδιάς τους
 
#Στον μακρινό απόηχο της ταινίας μικρού μήκους Χαμομήλι, Φεστιβάλ Δράμας 2012 (και όχι μόνο)

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://technischerbleistift.blogspot.com/2025/12/blog-post_28.html

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Death shall have no Dominion

Φωτογραφία: Paul Outerbridge Jr. (American, 1896-1959), Girl with Fan, c. 1936, courtesy of Fahey/Klein Gallery, Los Angeles

Αντιστέκομαι για χρόνια στη συνήθεια που την ακολουθεί
χέρια συχνά σχεδόν ανάπηρα
ένας ήλιος των πλατάνων που κρύβεται κατά περίσταση
ώστε οι σκιές να ορίζουν την πηγή
μέσα από τους ιριδισμούς του πράσινου
η Αραχώβης
δίχως τείχη
δίχως τρέμισμα

εκείνη στρίβει πάντα ένα τσιγάρο
στο σβέρκο της ανασαίνει το πρωσσικό λιοντάρι της απόσχισης
σαφής και ακέραιη
σαλιώνοντας
γράφει το ματωμένο ποίημα

ένα μακό αμάνικο
δεξιά κλείδα με το φάντασμα ενός φιλιού 
αριστερή ωμοπλάτη
(απ’ όπου προέλασε αδύναμη σφραγίτιδα)
διογκωμένος θυρεοειδής με Χασιμότο

έπειτα εκεί, στους Χάρτες, λέει:
-για λίγο θα με χάσεις
πρέπει να κάνω κάτι ραδιοϊσότοπα
εγώ σκέφτομαι
στα Εξάρχεια

Death shall have no Dominion

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2025/11/22/death-shall-have-no-dominion/