ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
Κρύφτηκα πίσω από το σύννεφο
να μη με δεις που κλαίω.
Η λάβρα ξέβρασε
και κοκκίνισε ο ουρανός.
Καβάλησα τον κεραυνό,
κάθε αστραπή
και χτύπος της καρδιάς.
Πέταξα άμμο να σκεπάσω τη θλίψη.
Είναι, λένε, η αρχή
μα στα μάτια μου
πνίγεται το τέλος.
Μαύρο πια το ουράνιο τόξο,
αγκαλιάζει το πένθος
και πασπαλίζει δάκρυα στ’ αστέρια.
Η πυγολαμπίδα
έσβησε το φως και,
άχρηστη πια,
ξάπλωσε να πεθάνει.
Ψάχνοντας το φως σου
γύρισα πίσω το βλέμμα
στο βιβλίο που γράψαμε.
Κίτρινες, πλέον, οι σελίδες
με ένα Χ στη μέση.
Το ίδιο σημάδι
που κάποτε μαρτυρούσε
τον θησαυρό,
έγινε καμένη ταφόπλακα.
*
ΠΟΡΦΥΡΑ
Κι έβλεπα τη μύγα
να γρονθοκοπά το χταπόδι
στα βράχια.
Αυτή με το μένος του κατακτητή.
Εκείνο με την ταπείνωση της υποταγής,
άπλωνε τα χέρια σχηματίζοντας σταυρούς.
Σκέψου το μαρτυριό του…
Η μύγα γυρόφερνε πανηγυρικά
τον πορφυρό βράχο
βροντογελώντας.
Στη μυρωδιά του θανάτου
χόρευε εκστατικά.
Αληθινή ιεροτελεστία.
Το κάτοπτρο
διεύθυνε το θάνατο
σαν σε ορχηστρική συμφωνία αίματος,
πασπαλίζοντας αλάτι τα φτερά της.
Το γεύμα, πλέον, έτοιμο.
Ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι,
ένα δεύτερο στολισμένο με κολώνα.
Χίλια μάτια να κατασπαράζουν το ένα και μοναδικό.
*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο “Αντιστί(κσ)εις – Ανθολογία ποιημάτων” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, εκδ. Ρώμη, 2018, σελ. 41, 43.
