ΟΡΚΟΣ ΣΙΩΠΗΣ
Ι
Κραυγή αγωνίας
απ’ τα θηλυκά εκείνα
που δεν /έμαθαν παρά να σιωπούν.
Ένα λεπτό σιγής
για τ’ αρσενικά εκείνα που
τσαλάκωσαν τη στολή του κυνηγού.
Μα η κραυγή βαραίνει μέσα μας
σ’ εμάς που από τη μήτρα πειραχτήκαμε
και μήτρα φέρουμε.
Σιωπή ειν’ και εισ’ σιωπή απελεύσει.
ΙΙ
Ένα παράπονο, ένας λυγμός
βγήκε από τα σκέλια της
καθώς αναθάρρησε
γυμνή πάνω στο φαλλό της
σαν αυτοκράτειρα
που διαμείνει γοερά
το τρόπαιό της.
Έπειτα ο θυρωρός
έφερε το κουνέλι,
που σκότωσε ο κυνηγός
για κείνη.,
Το θήραμα ποιο είναι;
*
ΛΙΓΟΥΡΑ: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ
Καλοκαιρινή ραστώνη.
Με πιάνει, όταν φτάνει
εκείνη η ώρα που Ότο φως είναι το πιο λευκό.
Εκείνη την ώρα που τρώω τα κεράσια μου
και φαντάζομαι
αντί γι’ αυτά να τρώω τα σωθικά σου
ένα προς ένα.
Σήμερα το μεσημέρι
αντίκρισα ένα ξεπουπουλιασμένο
γκρι περιστέρι.
*Από τη συλλογή “Ankou”, εκδ. Αμείλιχος, Πάτρα 2020.
