Θεόδωρος Ντόρρος, Δύο ποιήματα

V
ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ – ΚΑΝΤΑΔΑ

“…Ξανάρχεται με το τραγούδι που μ’ αρέσει.
Μονάχη θα φοβόσουν.
Δεν είσαι τώρα αρμονία του μετιέ
που δίνεται σ’ αφηρημένες παρεξήγησες
του καθενός.
Δε μοιάζεις με ρεκλάμες και σταθμούς εξοχικούς.

Καντάδα. Μουσική.
Μιλάτε ολόισια σε μένα.
Είστε αλήθειες,
που ξεθαρρεύουν τη ζωή μου, τη δική μου.
Κι η κάθε της μικρούλα λεπτομέρεια,
μια μια που ξεπετιέται,
γίνονται όλες χαϊδεμένες ομορφιές,
δικές μου.
Με πυρώνουνε.
Δεν είχα ’γώ ποτέ μου θέση…

Είμ’ έτοιμος να δώσω τη ζωή μου,
σ’ όποιον θέλει…”

*

VI
ΠΟΛΛΟΙ ΚΟΖΑΚΟΙ

Το πρώτο τους ξεφώνημα σκοτίδιασε και πλάκωσε
τους εαυτούς μας όλους
σ’ αφάνεια σιγής.

Οι εκλεκτοί του τραγουδιού ανοίγουν τα καινούρια.

Τραντάζονται τα στήθια.
Σηκώνετ’ η γροθιά στην όλη δύναμη.

Μαζί κι οι σιγανές παραδοχές του πόνου
που άλλους έχει δράξει.
Τούτοι δε γνώρισαν κοινές ανάγκες, στέρησες, αηδίες.
Είν’ το τραγούδι τους η ομορφότερη κραυγή,
ιπποτισμός της καταδίκης,
και το φαν΄λέρωνα της τέχνης της ζωής.

…Χορδές του λάρυγγα.
Και των αυτιών τα τύμπανα…

Λαθεύεται η ψυχή μου.
Κι ας ήταν τόσο ζωντανή σ’ αυτό της το αντάμωμα.

*Από την ενότητα “Μουσικές και τραγούδια” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Στου γλυτωμού το χάζι”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005.

Leave a comment