Georg Trakl, Η νεαρή υπηρέτρια

Η φωτογραφία πάρθηκε από εδώ: https://dammerung.substack.com/p/dark-autumn-returns-by-georg-trakl

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

3

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

4

Κρότος μεταλλικός στο σιδεράδικο: σφυρί·
κι εκείνη περνάει την πύλη βιαστική.
Κατακόκκινο δουλεύει ο υπηρέτης το σφυρί
κι εκείνη, όπως νεκρή, κοιτάζει κατά κει.

Σαν σε όνειρο συναντάει ένα γέλιο·
ταράζεται στο σιδεράδικο·
έντρομη χαμηλώνει μπρος σ’ εκείνου το γέλιο,
όπως σφυρί σκληρό και άγριο.

Ακτινοβολούν στον χώρο σπινθήρες·
και καθώς με άτσαλες κινήσεις
κυνηγάει τους άγριους σπινθήρες,
ζαλισμένη, πέφτει κάτω η μορφή της.

5

Αδύνατη τεντώνεται στο κρεβάτι,
ξυπνάει μ’ έναν φόβο γλυκό
και κοιτάζει το λερωμένο κρεβάτι
καλυμμένο ολόκληρο από φως χρυσό·

οι ρεζεντά[1] στο παράθυρο
κι ο φωτεινός γαλάζιος ουρανός.
Καμιά φορά άνεμος φτάνει στο παράθυρο
κι ήχος καμπάνας διστακτικός.

Ίσκιοι γλιστρούν πάνω απ’ το μαξιλάρι·
αργά η καμπάνα δώδεκα ηχεί
κι εκείνη ανασαίνει βαριά στο μαξιλάρι
και μοιάζει το στόμα της πληγή.

6

Το βράδυ αιωρούνται ματωμένα λινά·
σύννεφα πάνω από σιωπηλά δάση
τυλιγμένα σε μαύρα λινά.
Σπουργίτια θορυβούν στο χωράφι.

Κι εκείνη: κάτασπρη στο σκοτάδι.
Γουργούρισμα κάτω απ’ τη στέγη ανασαίνει.
Όπως ψοφίμι σε θάμνο και σκοτάδι·
σμήνος πετά γύρω απ’ το στόμα της και δίνες υφαίνει.

Σαν όνειρο ηχεί στο σκούρο χωριό
γλέντι: χοροί και βιολιά·
αιωρείται η όψη της στο χωριό,
φυσούν τα μαλλιά της σε γυμνά κλαδιά.

*Από τα “Ποιήματα” [Gedichte, 1913]. Επιλεγόμενα. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Το ποίημα στα ελληνικά δημοσιεύτηκε εδώ: http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

1. Ποώδες φυτό με υπόλευκα ή υποκίτρινα άνθη.

Leave a comment