Έκτωρ Κακναβάτος, Οροπέδιο μεγαλοσύνης

Ξέρω τη σκιά μου να μετρώ σε μάκρη ατέρμονα
χιλιετηρίδων
από της νέφωσης τον πρώτο σπόνδυλο να κόβω
τη μερίδα μου
από της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό
της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου
με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολη
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μεγίστη
πες μου
δεν είσαι συ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο
πες μου δεν είσαι μια εκκλησιά εντός μου;

δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα
κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούν τα οστά;
Όταν βυθομετρώ τη νύχτα παχιά σα βοιωτία
όταν σε βρίσκω σε ύφαλες ρωγμές
να χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατλάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο;

πιο ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλακιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντιλο.

*Από τη συλλογή “Διασπορά”, α’ έκδοση “Πρώτη Ύλη”, 1961, β΄ έκδοση Καστανιώτης 1977 (με πολλές αλλαγές. Περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτικό “Ποιήματα 1943-1987”, εκδ. Άγρα, 2010.

Leave a comment