Σ’ αυτούς τους τόπους έζησε η ασύγκριτη Ελένη.
Σ’ αυτούς τους τόπους τους αρχαίους της χλόης και τ’ ασημιού
Τα πετρωμένα δάκρυα
Ένας καημός βαθύς γαλάζιος όμως ρήγματα ρεμβαστικά
Ξέσπασμα καταμέλανο βράχων μέσα στο ασήμι.
Έξω απ’ τ’ ανθρώπινα και απίθανη εντελώς ντυμένη ένα μακρόσυρτο
Φόρεμα τι ωραία που ήτανε σφιγμένη μες στην πέτρα
Και στων χόρτων τα λουλούδια. Μες στα βράδια τ’ απέραντα
Μεγάλων κάτασπρων σπιτιών τριγυρισμένων κάγκελα
Πόσο ήτανε θλιμμένη! Και τι έρωτας στα χέρια της
Τι δύναμη στη μέση της όλο λαμπρότη ρόδινη
Για ν’ αγαπά και για να ζει. Και τι στήθος για να
Δίνει τροφή! Και της σκιάς της τα γλυκά
Ονειροπολήματα! Και τι ωραία που πέθανε
Σ’ ένα φιλί πλημμυρισμένο βάγια και κοιλάδες
Τα δάκρυά της σώζονται τα βλέπεις ίδια πάντα εδώ
Στο χλοερό το μάκρος του νεκροταφείου
Μια καρυδιά πελώρια που αποκοιμήθηκε απ΄ το φως
Φυλάει στη ρίζα της τα μνήματα σκόρπια μαργαριτάρια
Κιθ όταν η καρυδιά, των παγετώνων της αντίπερα όχθης,
Τους γερτούς λαμποκοπώντας πάγους πάει ν΄αγγίζει
Όπου πέντε ασημωτές αιχμές δόντια κακοφυτεμένα
Μιας μεγάλης δυστυχίας λάμπουνε
Στο βάραθρο αρμονία αρμονίας θέρμης
Λιβάδι της ημέρας! Με του λίγου πράσινου
Τα κλάση και τα κύματα και τους ουράνιους βράχους.
Η ύλη σου η καθάρια κοφτερή κραυγή πονάει
Καθώς εδώ στα μέρη αυτά μια πεθαμένη βάδιζε!
Καρυδιές και παγετώνες άπραγες να τ΄αγαπούσε αυτά;
Η Ελένη με το χέρι της τ’ ολόγυμνο να χάιδευε
Απαλά τα όροι αυτά; Ν’ ασπαζόταν με την άκρη
Του φορέματός της τα λιβάδια;
Μες στου νέου της εραστή τα μάτια να έλπιζε
Και το χρυσό το φως;
Στα βάθη πέρα μακριά τα βράχια της Ελένης
Από τον νεκρικό τον ήλιο καθαρά γραμμένα
Λάμπανε μέσα στα σκληρά μελανά δόντια
Κι ο ήλιος σπάραζε σωστή θρησκεία.
*Μετάφραση: Οδυσσέας Ελάτης.
**Από το βιβλίο “Εγκόλπιο ερωτικού λόγου – Ανθολόγιο ερωτικής ποίησης του 20ού αιώνα”. Επιλογή-Επιμέλεια: Γιώργος Κ. Καραβασίλης, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000.
