4.
Πλησίασε στο βορινό παράθυρο
και φώναξε:
τ’ όνομα που σπαράζει ακόμα
την καρδιά σου…
Κάτι θα φτάσει μέσα απ’ το δάσος
μέσ’ από τη νύχτα
σαν ανασαιμιά
σαν θρόσιμα πουλιού
που απονυχτώθηκε και σπεύδει.
Μπορεί ν’ ακούσεις βήματα
κάποια παραλλαγή
εκείνης της φωνής της μακρινής
σαν που κατηφορίζει μια νεροσυρμή
ανάμεσ’ από χόρτα.
Πλησίασε στο βορινό παράθυρο
και φώναξε:
Κάρφωσε και τα δυό σου μάτια
εκεί στο βάθος
τέντωσε τ’ αυτιά
με βεβαιότητα κι ελπίδα
μην απελπίζεσαι
στάσου και πες:
“Ναι, μου αποκρίνεται!”
πολλές φορές
ώσπου
να σβήσει ο αντίλαλος
της ίδιας της φωνής σου…
5.
Αχούσανε φωνές εδώ
που τώρα είναι χειμώνας.
Άκουσε
μάς φωνάζουν μέσ’ από τα ελιόδεντρα…
Βουνά κι ομίχλες
παραπέρα ομίχλες πάλι και βουνά
στροφές
κι άλλες στροφές
κι απόμακρα κάποιος να τραγουδά.
Πόσες φωνές απίθανες
μέσ’ από τα ελιόδεντρα
πόσες στροφές
ομίχλες και βουνά
το πίτα το έρμο
εκεί
με τ’ ανοιχτά παράθυρα
τα μάτια τ’ ανοιχτά
χρόνια και χρόνια
να μετρούν τις εποχές
κι απόμακρα
μονάχα το τραγούδι
6.
Ήτανε κάτι φώτα στο βουνό
και κάποια λαμπυρίσματα
(φλόγες κριών
Καρδιές)
κι αθέατος ο δρόμος
που δε φέρνει πίσω.
Ήτανε στην αρχή το πράσινο
μετά οι βράχοι οι γυμνοί
οι νύχτες
μόνιμα
παντοτινά
η μοναξιά κι η σιωπή
κι αθέατος ο δρόμος
ο δρόμος που δε φέρνει πίσω.
*Από το βιβλίο “Ποιήματα 1944-1964”, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1988.
