Νάνος Βαλαωρίτης, Πέντε ποιήματα

Ύστατο Σονέτο

Τι παράξενη μοίρα αυτή να μην
παίρνομε είδηση ότι βρισκόμαστε
στους αντίποδες του εγώ και του εσύ
αφού μαζί περάσαμε ολόκληρη ζωή
απ’ την καλή και την ανάποδη ώσπου
μας διέγραψε του ποιήματος το τέλος

*

Τροία

Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.
Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι
Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.
Τούτη την άνοιξη κανείς δεν ξέρει
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
Κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.
Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα.

*

Δειπνοσοφιστές

Σώματα χωρίς πρόσωπα συγκεκριμένα
Πρόσωπα χωρίς σώματα σχηματισμένα
Που σβήνουν μόλις σβήσει ο ήλιος
Με το θόρυβο μιας γραφομηχανής
Με μπράτσα γυμνά ρωμαλέα στο πλάι τους
Αντρειωμένοι ροχαλίζουν στον ύπνο τους
Και βλέπουν πως το χάος τούς νίκησε
Στα σιδερένια σαλόνια του ύπνου
Εξαϋλωμένα αισθήματα στην παραλία
Των υπνοδοχείων της Μέσης Κατηγορίας
Καμωμένη από χρώματα και αρώματα
Η ωραία Ελένη ντυμένη της μόδας
Ρεμβάζει κι αναρωτιέται τί κάνει
Καθισμένη σ’ ένα τραπέζι με άλλους
Κοιτώντας νωχελικά το αργόσχολο
Πλήθος της ζέστης της άσπρης σεζόν
Κι εγώ προσπαθώ να την πείσω
Να κάνουμε μπάνιο τη νύχτα οι δυο μας γυμνοί
Αφήνοντας στην παραλία τα ρούχα μας
Και με ρωτάει αν το νερό θα’ ναι κρύο

*

Πρωταρχικές σκηνές το καλοκαίρι

Κάθε τόσο όλα γίνονται φαιδρά
Με τα δίοπτρα του ανθυποπλοίαρχου
Σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους
Για να δούνε στην αντικρινή στεριά
Αν φάνηκε καμιά ξεγυμνωμένη
Καποιουνού η αγαπημένη ξαπλωμένη
Μες στην πινελιά ενός ζωγράφου
Που έμεινε μισοτελειωμένη
Η Ελένη τούς ξελίγωσε όλους
Με αρώματα απ’ τη Συρία
Και τα πουλάει λίγα λίγα
Στις κυρίες σε μιαν επαρχία
Η Ελένη (καμωμένη)
Από ματιές που μου ’ριχνε
Φορτωμένες με υπονοούμενα
Από κάποια προηγούμενα.

*

Κουράστηκα να σ’ αγαπώ

Θέλω να με βγάλουν στο σφυρί
θέλω να μπω στη φυλακή
θέλω να `μαι όπως την Κυριακή
που τρώμε όλοι ένα γλυκό
θέλω να γίνω χρυσοχόος
με χρυσόσκονη να σε χρυσίσω
θέλω να πάμε στην Αμερική
να γνωρίσουμε τον κύριο Κροίσο
θέλω να ταξιδέψω στην Ινδία
να καώ στη νεκρική πυρά
ψέλνοντας μια σούτρα βουδική
στον Γάγγη να ρίξουν τα οστά
θέλω ν’ ανεβώ τον Αμαζόνιο
αντίθετα στο ρεύμα – να φαγωθώ
από ένα σαρκοβόρο τροπικό φυτό
ψελλίζοντας μια σολομωνική
θέλω να σε δω βαθιά στα μάτια
έλεος να σου πω σταμάτα
κι ας λουστώ για δεύτερη φορά
στον καταρράχτη Νιαγάρα
θέλω ν’ αναμετρηθώ με τη σκιά
που πάντοτε σ’ ακολουθεί
ν’ αρμενίσω με λευκά πανιά
στην Ευρώπη με τα συνδικάτα
θέλω ν’ αναληφθώ στα επουράνια
να μη σε ξανασκεφτώ ποτέ μου
να κάτσω δίπλα στον Αρχάγγελο
να διαβάζουμε φτηνά ρομάντζα.

Leave a comment