More than the fuchsia funnels breaking out
of the crabapple tree, more than the neighbor’s
almost obscene display of cherry limbs shoving
their cotton candy-colored blossoms to the slate
sky of Spring rains, it’s the greening of the trees
that really gets to me. When all the shock of white
and taffy, the world’s baubles and trinkets, leave
the pavement strewn with the confetti of aftermath,
the leaves come. Patient, plodding, a green skin
growing over whatever winter did to us, a return
to the strange idea of continuous living despite
the mess of us, the hurt, the empty. Fine then,
I’ll take it, the tree seems to say, a new slick leaf
unfurling like a fist to an open palm, I’ll take it all.
Περισσότερο κι από τις φούξια καμπάνες που ξεπροβάλλουν
απ’ την αγριομηλιά, περισσότερο κι από το σχεδόν
σκανδαλώδες θέαμα της κερασιάς του γείτονα, με τα κλαδιά της
να σπρώχνουν τα άνθη τους, σαν ροζ σύννεφα ζαχαρωμένου βαμβακιού,
προς τον μολυβένιο ουρανό των ανοιξιάτικων βροχών,
είναι το πρασίνισμα των δέντρων που με συγκλονίζει. Όταν η εκθαμβωτική έκρηξη
του λευκού και του ροζ, τα στολίδια και τα μπιχλιμπίδια του κόσμου,
έχουν πια σκορπίσει πάνω στα πεζοδρόμια σαν κομφετί μετά τη γιορτή,
τότε έρχονται τα φύλλα. Υπομονετικά, αθόρυβα, επίμονα,
ένα πράσινο δέρμα απλώνεται πάνω σε ό,τι μας έκανε ο χειμώνας,
μια επιστροφή στην παράξενη ιδέα πως η ζωή συνεχίζεται αδιάκοπα,
παρά την ακαταστασία μας, παρά τον πόνο, παρά το κενό. Εντάξει λοιπόν,
θα το πάρω κι αυτό, μοιάζει να λέει το δέντρο, καθώς ένα καινούργιο,
στιλπνό φύλλο ξεδιπλώνεται, σαν γροθιά που ανοίγει αργά σε παλάμη.
Θα τα δεχτώ όλα.
*Από τη συλλογή “The Carrying”, Milkweed Editions, 2018). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
