Ἡ τράνς
EΧΕΙ σοβαρότερα προβλήματα ἀπ’ τοὺς ἄλλους νέους. Πρῶτα-πρῶτα, ἴσως ἀποφασίσει νὰ κάνει τὴ φοβερὴ ἐγχείρηση, νὰ γυρίσει τα μέσα ἔξω. Ἂν πάλι ἀπορρίψει τὸ νυστέρι, πρέπει νὰ ἀφήνει νύχια καὶ μακριὰ μαλλιά, νὰ κουβαλάει ἕνα ψεύτικο βαρὺ στῆθος, νὰ κάνει ἀποτρίχωση, μανικιοὺρ καὶ πεντικιούρ, νὰ βάφεται, νὰ φοράει τακούνια καὶ ὅλη τὴν περίπλοκη ἁρματωσιὰ μιᾶς γυναίκας. Κι ἀπὸ πάνω, πρέπει νὰ εἶναι θωρακισμένος μὲ αὐθάδεια καὶ θάρρος, νὰ μὴν χαμπαρίζει ἀπὸ φοβέρες καὶ ἀπειλές, νὰ μπορεῖ νὰ τρώει καὶ νὰ δίνει ξύλο, νὰ γαμάει καὶ νὰ γαμιέται, νὰ τὰ βγάζει πέρα μὲ τὰ τσογλάνια, τοὺς προαγωγούς, τοὺς διεστραμμένους καὶ τοὺς μπάτσους. Σὲ ἕνα μόνο πρᾶγμα δὲν ἔχει πρόβλημα: στὸ ἐπάγγελμα ποὺ θὰ διαλέξει.
*Από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2026/05/10/zisis-sarikas-i-trans/
Ἡ ἐπαρχιακὴ πόλη
ΠΑΝΤΑ ἡ ἴδια εἰκόνα. Μιὰ ἐπαρχιακὴ πόλη μὲ μικροαστοὺς καὶ φοιτητές. Τί ἀπέγιναν τὰ ἐκλεκτὰ τέκνα της; Πρῶτοι ἔφυγαν οἱ καλλιτεχνίζοντες. Γιὰ τὴν πρωτεύουσα. Ἐκεῖ θὰ εἶχαν εὐκαιρίες νὰ ἀναδείξουν τὸ ταλέντο τους, νὰ συγχρωτιστοῦν μὲ τοὺς ὅμοιούς τους, νὰ βροῦν χορηγοὺς καὶ ὑποστηριχτὲς τῆς τέχνης τους. Μετά, τὴν κοπάνησαν κάτι ἄλλοι γιὰ σπουδὲς στὸ ἐξωτερικό. Ἕνα σωρὸ ἔξυπνα, ταλαντοῦχα παιδιά. Κάποιοι ἔριξαν γιὰ πάντα μαύρη πέτρα πίσω τους, μερικοὶ βρῆκαν νέα φωλιὰ στὴν πρωτεύουσα καὶ ὁρισμένοι ἐπέστρεφαν στὴν πόλη τοὺς ἀπὸ νοσταλγία ἢ ἀπὸ ὑποχρέωση, γιὰ λόγους ἐπαγγελματικοὺς ἢ οἰκογενειακούς. Οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ἐγκαταστάθηκαν στὰ προάστια καὶ στὰ περίχωρα καὶ δὲν συμμετεῖχαν καθόλου στὰ κοινά. Ὅποιοι καὶ ὅποτε βρίσκονταν μεταξύ τους δὲν παρέλειπαν νὰ σχολιάσουν τὸ χάλι τῆς πόλης τους. Πάντα ἔτσι ἦταν, ἀπρόσωπη· δὲν εἶχε πνευματική, πολιτιστικὴ ζωή, θέατρα, ἐφημερίδες, περιοδικά, μουσικὲς ἐκδηλώσεις, λογοτεχνία. Οὔτε κἂν φαγάδικα. Κι ὅ,τι εἶχε, ἦταν τυποποιημένο, ἄοσμο καὶ ἄχρωμο. Τὸ πανεπιστήμιο ἦταν, παρὰ τὸ μέγεθός του, ἕνα μελισσοκόφινο γεμᾶτο στεῖρες μέλισσες. Καμιὰ παραγωγή, μηδὲν παρουσία. Ἡ πόλη ἦταν μιὰ στριφνὴ γεροντοκόρη, παρὰ τὶς γελοῖες φῆμες ποὺ τὴν ἤθελαν ἐρωτικὴ· δὲν εἶχε ἴχνος δημοκρατικότητας, ἦταν ἕνα θερμοκήπιο γιὰ ἐντόπια, ἐθνοσωτήρια ζιζάνια – κραυγαλέα ἀντίφαση πρὸς τὸ πολυεθνικό, πολύχρωμο παρελθόν της. Ἡ οἰκοδομικὴ καὶ οἰκολογικὴ καταστροφή της συνεχίζονταν μὲ ρυθμὸ ἰλιγγιώδη, τὸ τσιμέντο καὶ τὰ αὐτοκίνητα τὴν σκέπαζαν ὁλοένα πιὸ πολύ, οἱ τοπικοὶ ἄρχοντες ἦταν διανοητικῶς ἀνάπηροι, τὰ ἔργα τους κακόγουστα, λαϊκίστικα καὶ παιδαριώδη. Τὰ γκέμια της τὰ κρατοῦσαν πάντα διάφοροι ξενομερίτες καὶ ἀστοιχείωτοι. Τὴ μοῖρα της ἐξακολουθοῦσαν νὰ τὴν καθορίζουν οἱ ἐργολάβοι καὶ οἱ κάθε λογῆς πουλημένοι – μεσάζοντες καὶ παράγοντες.
Πολὺ ὡραῖα καὶ σωστὰ ὅλα αὐτά. Τὸ πρόβλημα εἶναι πῶς μπορεῖς νὰ παραπονιέσαι ὅταν συνειδητὰ μένεις ἐς ἀεὶ στὸ περιθώριο;
*Από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2026/05/03/zisis-sarikas-i-eparchiaki-poli/
**Από το βιβλίο “Μακριὰ ἀπ’ τὸν κόσμο, καὶ ἄλλα κείμενα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.

