Οι χαλαστές μου μ’ αγάπησαν.
Στο φως νεαρής μηλιάς ήσυχα γέρνω.
Μαντάρω χρόνο εφεδρικό.
*
Αφήνω αιματοσυρμές
για το πανδοχείο
των αποσυνάγωγων εαυτών.
*
Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής το διήνυσα
μιλώντας σε πλάσματα επινοημένα
πιστεύοντας ότι, τουλάχιστον, με ακούν.
Αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές
που δέχθηκα μιαν απάντηση.

Αυτό το ποίημα προκαλεί σχόλια, που, όμως, δύσκολα τα αφήνει να σχηματισθούν, επιτυγχάνοντας την ολοκλήρωσή τους, αρνούμενο σχόλια να δεχθεί! Είναι τόσο δύστροπο που, σχόλια δεν επιδέχεται! Είναι τόσο κλειστό, στον εσωτερισμό του οχυρωμένο, προτάσσοντας τον φόβο του σε μία κοινωνία χαλαστών, που ανάγκασε το ποίημα αυτό να γεννηθεί, ψάχνοντας ψευδαισθήσεις – αποκούμπια, όπως, τους χαλαστές που αγαπούν, το αποκάρωμα στο φως μιας νεαρής μηλιάς, μαντάροντας τον χρόνο, τον αέναα αμαντάριστο μιας ζωής αποτρόπαια απαξιωμένης από τους ανθρώπους, η οποία ζωή, η αποτρόπαια απαξιωμένη εξωθεί το ποίημα αυτό να γεμίζει από τα δικά του αποθέματα, για να μπορεί, έστω και βρυχώμενο, να αναπνέει, διεξόδους βρίσκοντας στις εσχατιές τού συμβολισμού, τού υπέρρεαλισμού.