Στον Λεωνίδα Καζάση
Ανήμπορος λένε και με αποκαλούν σε σχηματισμούς.
Δεν βλέπω την ώρα να ξιφουλκώ το πλήθος.
Αναρωτιέμαι σε κάθε βηματισμό και κλυδωνίζομαι.
Αντάρα με και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές.
Οι μέρες ένα τρεχαντήρι που γλιστρά στην ξέρα,
Όμως τον μύθο θα κρατήσω όρθιο όπως του πρέπει.
Κι εγώ εσένα ξεχωρίζω, πρώτο ναυαγό, να ατενίζω το βλέμμα του.
Και περπατώ στα λόγια σου επάνω και ανακαλώ τα πρώτα και τα ύστερα.
Μια, μονάχη εγώ, μέχρι τη μέρα που θα δύσει για μένα ο ήλιος.
Και λέω πως ανοίγεις δρόμο — ποιον δρόμο;
Μα ένας είναι ο δρόμος.
28/11/25
Αθήνα

Πως είναι δυνατόν, ένας ανήμπορος που σε κάθε του βήμα κλυδωνιζεται με αντάρα, και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές, πως είναι δυνατόν αυτός ο ευάλωτος, αδύνατος άνθρωπος να ανοίγει δρόμο, κρατώντας όρθιο τον μύθο όπως του πρέπει, πνευματικός οδηγός κάποιων;
Καλή χρονιά