Τόσο νέοι ώστε να πιστεύουν πώς τίποτα
δεν θα τους αλλάξει, μπαίνουν, χέρι-χέρι
στον κρατήρα της οβίδας. Νύχτα όλη
μαύρα δόντια. Το ψεύτικο Ρόλεξ του, βδομάδες
πριν θρυμματιστεί πάνω στο μάγουλό της, τώρα σβήνει
σαν μινιατούρα σελήνης μες στα μαλλιά της.
Σ’ αυτή την εκδοχή, το φίδι είναι ακέφαλο – παγωμένο
σαν κορδόνι λυμένο απ’ αστραγάλους εραστών.
Της σηκώνει τη λευκή βαμβακερή φούστα, φανερώνοντας
άλλη μια ώρα. Το χέρι του. Τα χέρια του. Οι συλλαβές
βαθιά τους. Αχ, πατέρα, αχ προμήνυμα, πιέσου
μέσα της – καθώς ο αγρός σκίζεται
απ΄ τις κραυγές των γρύλων. Δείξε μου πώς το ερείπιο φτιάχνει
σπιτικό από γοφούς. Αχ μάνα,
αχ μικροσκοπικό χέρι, μάθε μου
πώς να αγκαλιάζω έναν άντρα όπως η δίψα
αγκαλιάζει το νερό. Ας ζηλεύει κάθε ποτάμι
το στόμα μας. Ας χτυπάει κάθε μας φιλί το σώμα
σαν εποχή. Όπου τα μήλα βροντούν
στη γη σαν κόκκινες οπλές. Κι εγώ είμαι γιος σας.
*Από το βιβλίο “Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου”, εκδόσεις Gutenberg, 2021. Μετάφραση: Δημήτρης Μαύρος.
