Σε γραμμωτό ορίζοντα απλωμένος
πολύχορδος αχός πολύφωνος
στροβίλιζε και σάρωνε
τα νέφαλα
και με συρτές τραβούσε, όμοιος
ρόδινος ερωδιός.
Εκλάγκαζε φωνές ποιητικές,
παλιές και ξεχασμένες ώρες
των σαλών και των αγίων
με τα χαραγμένα μάτια
–ένα φρέσκο αγωνίας-
με ξυραφάκια από κείνα τα φτηνά.
Μόνο στα κάγκελα πια ζει
το υπόλοιπο του κόσμου
ή σε αντίσκηνα σαβάνας άνυδρης;
Ύστερα που μας τελείωσαν
οι θρίαμβοι των στεφάνων,
κουδούνισαν τα τελευταία ηχηρά
τα τρίηχα.
Ψίθυρος του γερο-Καβάφη
τα γυαλιά
καθρεφτισμένα
στο γυαλί
της περιεκτικής του ερημίας.
Εκεί που διυλίστηκε η χαρά σαν το πετρέλαιο
μιας εταιρείας
-ιδιωτικής ή δημοσίας-
τι μ’ αυτό,
μιας εταιρείας.
Εκραύγαζε σιωπές η ανταύγεια
της βροχής στα φύλλα,
κροτούσανε γυμνά κλαριά
τα δάχτυλα στο τζάμι.
Σε ποιόν χρωστούσαμε εμείς τέτοια αδικία;
Ποιόν πότε εμείς εβάλαμε ποτέ
σε πειρασμό;
*Από τη συλλογή «Διάδρομος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2008. Εμείς το πήραμε από τη σελίδα της ποιήτριας στο Facebook.

Η ωδή αυτή, καταιγίς αισθητικής ήχου, μορφής, μηνυμάτων, επειδή, ακριβώς, περί ΩΔΉΣ πρόκειται, κινητοποιεί τον εσωτερικό κόσμο μου, να αποκριθεί, λέγοντας πως, - ήταν αναμενόμενο, να αδικήσετε, αφού, πάντα, βιαστικοί, με προαιρέσεις απειλητικές, πρώτα, κατά του ίδιου του εαυτού σας, δεν επιθυμήσατε, δεν σας επιθύμησαν, δεν μπήκατε ποτέ σε πειρασμό, δεν βάλατε ποτέ σε πειρασμό κανέναν, αφού, το λάθος λάβαρο ( Paul Goodman ) που κυμάτιζε και εξακολουθεί, να κυματίζει, σπέρνοντας μέσα σας τον ΦΌΒΟ, ως κυρίαρχο – επικυρίαρχο των πάντων, του παντός αντικαταστάτη, σας ευνούχισε!- !