Θεοδώρα Βαγιώτη, Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
μια ωχρή γραφή
που μαζεύει χάπια
στην πλατεία Ομονοίας

μια στροφή περιστροφή
γύρω από τον εαυτό της
λέξεις παράταιρες
που χώνεψαν τις λύπες
σαν εκείνους που τις κρατούν
στις κοιλιές τους
καθώς περιμένουν
το τρένο
στον σταθμό Λαρίσης

ένα κάντο ξοφλημένο
που έδεσε
στις συμπληγάδες
το καράβι του
κι ύστερα παράτονο
χάθηκε σαν τα άτυχα πτίλα
του κορόιδου

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
κι απόψε χορεύει στον τάφο της
-δεδικαίωται-
μια κατάληξη απλή
που τσαλακώνει την κριτική σου
ή καλύτερα
την κατουράει
με την καύλα της
κάθε που ανασταίνεται

Henri Michaux, Η λίμνη

Όσο κι αν πλησιάσουνε τη λίμνη, οι άνθρωποι
δεν γίνονται γι’ αυτό βατράχια ή λαβράκια.
Χτίζουν τις βίλες τους τριγύρω της, μπαίνουν
συνέχεια στο νερό, γίνονται γυμνιστές… Αδιάφορο.
Προδοτικό και άπνευστο για τους ανθρώπους το
νερό, πιστό και θρεπτικό για τα ψάρια, συνεχίζει ν’
αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ανθρώπους και
τα ψάρια ως ψάρια. Και μέχρι τώρα, κανείς
φυσιολάτρης δεν μπορεί να καυχηθεί ότι
αντιμετωπίστηκε αλλιώς.

*Από τη συλλογή “Με το αγκίστρι στην καρδιά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Γιώργος Κοζίας, Η υπνοφόρος

«Κοιμήσου» της ψιθύρισε. «Θα σε χαϊδεύω
με τα φτερά μου». Κλείνει τα μάτια.
Έμεινε ακίνητη. Πλαγιασμένη. Αισθάνεται
τα χάδια να ατονούν. Το απαλό
άγγιγμα φύσημα πνοής.

Ανεβαίνει την ιλιγγιώδη
περιστρεφόμενη σκάλα του ύπνου
για να βρεθεί μες στο κουφάρι του αγγέλου.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδ. Στιγμή, 2007.

**Στη φωτογραφία σχέδιο της Εύης Τσακνιά.

Κατερίνα Φλωρά, Λοξή ματιά

Το διάφανο του βλέμματος
την ξενοιασιά προδίδει
αναδύοντας αβίαστα
της πρώτης νιότης τη δροσιά

Καθώς εικόνες το σκοτάδι του δίνουν
εκείνο μεταμορφώνεται
η φωτεινότητα θαμπώνει, ρυτίδες τη ζυγώνουν

Την αγωνία φανερώνει
όταν της ξενοιασιάς
απρόσμενης επισκέπτριας
η μορφή ξεμακραίνει.

*Στη φωτογραφία artwork: Melissa Zexter.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Εξομολόγηση

Τρέφομαι με τηλεοπτικά προγράμματα.
Φορτίζω την καρδιά μου κάθε μέρα.
Οι μπαταρίες πια έγιναν τόσο απαραίτητες, όσο ποτέ δεν υπήρξαν τα οράματα.
Περνάω το χρόνο μου διαβάζοντας e-mail -η ποίηση είναι εξαιρετικά επώδυνη.
Ξεχνάω συνεχώς το password της συνείδησής μου.
Χρειάζομαι τις καταστροφές οπωσδήποτε. Να θυμάμαι ότι είμαι ζωντανή…
Δοξάζω το πλαστικό και το νίκελ, τα κινητά τηλέφωνα και τους σταρ ανεξαιρέτως.
Δεν φαντάζομαι χρόνο χωρίς καλώδια. Πώς να περάσει μια νύχτα στο σκοτάδι;
Έχω εικονικό σπίτι, εικονικά ζωάκια, εικονικούς φίλους κι εικονικό σεξ. Όλο τον κόσμο σε ένα πληκτρολόγιο.
Θα ’θελα να ταξιδεύω αλλά είναι τόσο τρομακτικό, να κουβαλάς παντού μόνο τον εαυτό σου.
Δεν θέλω ν’ απαντήσω σ’ άλλες ερωτήσεις. Απαιτώ την τετράγωνη λογική.
Να μην ακούω πια, για τις σκουριές των δακρύων και για τους ιριδισμούς των νυσταγμένων τρένων.
Η γενιά μου είναι κουρασμένη. Από αναλύσεις, εξηγήσεις, ιδεολογίες, επαναστάσεις, ετεροπροσδιορισμούς και μισαλλοδοξίες.
Κουρασμένη απ’ τα ερωτικά τραγούδια, τις φοβίες, τον αριβισμό και τα πυροτεχνήματα.
Δεν ξέρουμε πως καίει η χαρά το νου και πως σπαράζει η ψυχή στην ωραιότητα.
Απ’ όλα τα χρώματα μας άφησαν το γκρίζο, μα ένα κόκκινο στοιχειώνει τα όνειρά μας.
Λένε πως αυτομόλησε ο Θεός αλλά εγώ πιστεύω σε μιαν Έξοδο Κινδύνου.

Σοφία Περδίκη, Κάτι παιδιά

Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες
με πυροσβεστικούς κρουνούς.
Λούζονται μ’ εύφλεκτα σαπούνια
χορεύουν γυμνά, αναστενάρηδες
πάνω σε σπασμένα τζάμια
μαζεύονται σε μια γωνιά
κοιτάζονται στα μάτια ώρα πολλή
ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο
πυρώνουν σταδιακά
πλημμυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις
ανήσυχοι ένοικοι στα μπαλκόνια
-αστραπή θα ‘ταν λένε, κλείσε τα παράθυρα, έρχεται μπόρα.
Κι ύστερα από τα χέρια τους γεννιούνται πουλιά
φλόγες μακριά πετούν
σπέρνουν την κόκκινη σκόνη,
καίνε τα μαύρα νέφη,
καπνός στάζει από ψηλά.

Ξέρω κάτι παιδιά
που εξουδετερώνουν
τους πυροσβεστικούς κρουνούς των δημοσίων χώρων.

Charles Simic, Πέντε ποιήματα

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
(EMPIRE OF DREAMS)

Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου των ονείρων μου
Είναι πάντα βράδυ
Σε μια κατεχόμενη χώρα.
Ώρα πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας.
Μια μικρή επαρχιακή πόλη.
Τα σπίτια κατασκότεινα.
Οι προσόψεις των καταστημάτων κατεστραμμένες.

Είμαι στη γωνιά ενός δρόμου
Όπου δεν θα έπρεπε να βρίσκομαι.
Μόνος και δίχως πανωφόρι
Έχω βγει έξω για να ψάξω
Ένα μαύρο σκυλί που απαντά στο σφύριγμά μου.
Έχω ένα είδος αποκριάτικης μάσκας
Που φοβάμαι να φορέσω.

*

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ
(ROMANTIC LANDSCAPE)

Το να στεναχωριέσαι, πάντα να υποφέρεις
Στη σκέψη του χρόνου που περνά.
Ο έξω κόσμος σκιώδης
Όπως ο βαθύτερος εαυτός σου.
Λιβάδια μελαγχολίας, δέντρα τόσο ασάλευτα,
Φαίνονται να φοβούνται τον εαυτό τους.

Ο ουρανός του ηλιοβασιλέματος για μια σύντομη στιγμή
Ακτινοβόλος με κάποια υπέρτατη ενόραση,
Κι ύστερα τελειώνει. Τραγικό θέατρο :
Αίμα και θρήνος για τα οποία
Ακόμη και τα πουλιά έπαψαν να κελαηδούν.

Πνεύμα, εσύ που είσαι παντού και πουθενά,
Φύλαγε το χαμένο πρόβατο
Τώρα που το στόμα του Απείρου
Ανοίγει από πάνω μας,
Κι η μουγκή του γλώσσα αρχίζει να κινείται απειλητικά.

*

ΠΟΛΗ ΜΕ ΤΑΤΟΥΑΖ
(TATTOOED CITY)

Εγώ, που είμαι μόνο ένα αδιανόητο
Λιγοστό σκαρίφημα του εαυτού μου,
Σε κάποιο τοίχο λαϊκής πολυκατοικίας,
Σε κάποια είσοδο υπόγειου σιδηροδρόμου.

Φιγούρα σαν σπιρτόξυλο,
Καρδιά τρυπημένη από ένα βέλος.
Γρατσουνιά μιας κοπέλας στο χώρο στάθμευσης
Σε μια παρκαρισμένη νεκροφόρα.

ΜΟΥΡΛΟΣ ΤΣΑΡΛΙ με κόκκινη μπογιά σπρέι
Στριμωγμένος για ζεστασιά
Μαζί με άλλες άγνωστες θεότητες
Σε μια υπόγεια διάβαση με τη βροχή να πέφτει.

*

ΤΟ ΣΩΜΑ
(THE BODY)

Αυτή η τελευταία ήπειρος
Που μένει ακόμα να ανακαλυφθεί.

Το χέρι μου ονειρεύεται, κατασκευάζει
Το πλοίο του. Για πλήρωμα παίρνει
Ένα πακέτο κόκαλα, για τροφή
Ένα μπουκάλι μπύρας γεμάτο αίμα.

Γνωρίζει την ανάσα που φυσά βόρεια.
Με την ανάσα απ’ τα δυτικά
Θα αρμενίζει ανατολικά κάθε νύχτα.

Το άρωμα του σώματός σου καθώς κοιμάται
Είναι τα πουλιά της στεριάς που διακρίνονται
Από τη θάλασσα.

Η επαφή μου βρίσκεται στο ψηλότερο κατάρτι.
Ζητά στις τέσσερις το πρωί
Ένα φανάρι για να φωτιστεί
Στο χείλος του κόσμου.

*

ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΕΡΗΜΙΑ
(A THOUSAND YEARS WITH SOLITUDE)

Προς το βράδυ
Όταν σταματά να χιονίζει
Τα σπίτια μας σηκώνονται
Ψηλά πάνω απ’ τη γη
Μέσα σ’ αυτό το άηχο διάστημα
Όπου μήτε το γάβγισμα του σκύλου
Ούτε η κραυγή του πουλιού φτάνει.

Είμαστε σαν τους αρχαίους ναυτικούς :
Τα σώματά μας είναι ο ωκεανός
Κι η σιωπή είναι η βάρκα
Που ο Θεός έχει προμηθεύσει
Για το μακρύ και άγνωστο ταξίδι μας.

*Μετάφραση: Κώστας Λιννός.

**Πηγή: https://frear.gr/?p=13453

Νίκος Καββαδίας, Kasbah

Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά.

Ο ανήφορος ψηλός πολύ και σκαλωτός,
αρχαία γιομάτος μαγαζιά κι οπλοπωλεία.
Η παραλία κάτου φαινόταν με τα πλοία
κι ένας πολύγλωσσος που ερχόταν συφερτός.

Μαύρες γυναίκες, στολισμένες με λευκά,
Αλγερινές που εθορυβούσαν κι εγελούσαν
και ναυτικοί από ξένες χώρες που φορούσαν
κάσκες παράδοξες και ρούχα τροπικά.

Σπίτια παλιά, δίχως παράθυρα, ψηλά
κι απά σε πέτρινα πεζούλια καθισμένες
πατρόνες γριές, σαν από κόλαση βγαλμένες
παίζανε ζάρια και τραβούσανε λουλά.

Μες σε κοιτώνες χωρισμένους, σκοτεινούς,
απάνου σε φαρδιά και βρώμικα κρεββάτια,
άσπρες και μαύρες, με φρικτά κι άφωτα μάτια
δίχως ορίζοντα και δίχως ουρανούς.

Μέσα στο νούμερο «Ταλαάτ» ένα λευκό
κορμί γυναίκας σ’ ένα ολόμαυρο μεντέρι
στα χέρια της παίζει με τέχνη ένα μαχαίρι
κι ένα χοντρό βιβλίο διαβάζει, παλαιικό.

Με χαιρετά με μιαν ευχήν αραβική
και μου μιλεί από κάθε γλώσσα λίγα λόγια
που της εμάθαν μες τα ξένα καταγώγια
όσοι κοιμήθηκαν μαζί της ναυτικοί.

Ομως κρατά μετά τα χείλη της κλειστά.
Αν μείνεις -μου ‘πε- τ’ όνομά μου μη ρωτήσεις.
Μισώ τις μάταιες εξομολογήσεις
και των αντρών τα μάταια λόγια τα ζεστά.

Μείναμε δίχως να μιλάμε ως την αυγή
κι όταν επλήρωσα και κίνησα να φύγω,
κουδούνισε τα χρήματα στο χέρι λίγο
και μου τα πέταξε στο πρόσωπο με οργή.

Και μου πε: Αν ζήσατε πολύ στους τροπικούς
κι αν εδιαβάσατε παράξενα βιβλία,
μάθατε μόνο να οδηγάτε αργά τα πλοία,
στους χάρτες σκύβοντας τους Μερκατορικούς.

Αλλά το ασάλευτο ταξίδι των πορνών,
ποιός από σας, τυφλοί, ποτέ το βλέπει;
Ο μεσονύχτιος ήλιος πάντοτε το σκέπει
και τ’ άστρο κάποιων άγνωστών σας ουρανών.

Εβγήκα. Απέξω από την πόρτα της σειρά
προσμέναν Γάλλοι, Εγγλέζοι και Σενεγαλέζοι.
Κι αυτή κλεισμένη το μαχαίρι της να παίζει,
πετώντας το στον τοίχο τούτη τη φορά.

Κι ετράβηξα τρεκλίζοντας με βήμα αργό,
ώσπου έφτασα, με τη βοήθεια του κυρίου
απ’ την αρχαία πολιτεία του Αλγερίου
στο ξεβαμμένο μας τεράστιο φορτηγό.

Ana Svetel, Η Γεωμετρία ΤΟ ΤΡΙΓΩΝΟ

Το τρίγωνο είναι που λέει:
“πρέπει να υπάρχουν και κάποιοι κανόνες”
καθώς και: ¨οι συμφωνίες υπάρχουν
για να τηρούνται”.
Το τρίγωνο έχει ρολόι χειρός
πιασμένο μια τρύπα πιο σφιχτά,
η συνέπεια σημαίνει πολλά γι’ αυτό
και ποτέ δεν θυμάται τα όνειρά του.
Κοιμάται μόνο του,
γιατί με τις τρεις λεπίδες του
όλο και κάποιον θα έκοβε.

*Μετάφραση: Λάρα Ουνούκ.

Νούρα, Ημερολόγιο Μιας Αόρατης Πόλης

Μέρα πρώτη

Οκλαδόν, με τη πλάτη ν’ακουμπά στον κίτρινο τοίχο
π’ήλιος ίδιος γίνεται – με σιγοκαίει γλυκά –
κι’αντανακλά τη πλάση.
Τα μάτια ανοιγοκλείνουν,
απαλά υπό τη μέθη του φωτός•
απαλά, όπως αγκαλιάζει η πέρδικα τα νεογέννητά της.
Σκέφτομαι…
Είμαστε όλοι μας στιγμιότυπα.
Θολές εικόνες στη επιφάνεια του καφέ στη κούπα μου.
Ο Βασιλιάς Ήλιος συμφωνεί,
ενώ οι ελαφίσιοι ελιγμοί του ανάμεσα στα σύννεφα – τους στρατιώτες του –
αλλάζουν, σε μια αναλαμπή, την αυλαία•
νέοι πρωταγωνιστές ήρθαν στο φως
της σκηνής του θεάτρου του καφέ μου.
Είμαστε όλοι μας στιγμιότυπα…

Νύχτα πρώτη

Πανσέληνος απόψε,
χρυσαφέννιες σκιές χαϊδεύουν το πρόσωπο.
Πλέει η πόλη σε μια λίμνη από νούφαρα
π’ανοίγουν όταν ολόγιωμο στέκει το φεγγάρι.
Ανοίγουν όπως τα βλέφαρα των ματιών
των ανθρώπων της αόρατης πόλης
που περιμένουν ν’ανταμώσουν το στραφτάλισμα του φεγγαριού
– και των υπηκόων του, των αστεριών –
στη πορεία προς το μέτωπο.
Πλέει η πόλη – κι’οι άνθρωποί της – σε μια θάλασσα από βλέμματα•
μια διαρκής υπνοβασία,
με μόνο προσανατολισμό τη ντόπια πυξίδα,
τις χρυσαφένιες πατημασιές π’αφήνει στη ψυχή τους
η πανσέληνος.

Κάποια μέρα

Τα παράθυρα στα παλιά σπίτια της πόλης
ξεπροβάλλουν όπως οι ρίζες απ’τ’αγριόχορτα•
μα, όπως κι’εκείνα, δε τους φτάνει η φωνή τους,
βγαίνει άλλοτε άχνη, άλλοτε βραχνιασμένη, άλλοτε λαχανιασμένη•
και, όπως και μ’εκείνα, ο ξένος διαβάτης τα ξεριζώνει
απ’τ’οπτικό του πεδίο,
χωρίς ν’ακούσει το τραγούδι τους –
είτ’ειν’γλυκό είτε πικρό.
Αέναη επιθυμία για λήθη;
Αιώνιος πόθος για το προσωρινό;
Παντελής απέχθεια για τη γοητεία της λεπτομέρειας;

Τουλάχιστον,
οι πολίτες της αόρατης πόλης
υποκλίνονται μπροστά σ’ ένα βωμό για τα παραθυρόφυλλα
στην κεντρική πλατεία.

Τουλάχιστον,
οι πολίτες της αόρατης πόλης
ακουμπούν απαλά – όπως το χέρι τ’εραστή στο πρόσωπο του πόθου του –
σε κάθε περβάζι,
κάθε φορά που περνούν από μπροστά,
απ’ένα άσπρο γαρύφαλο.
Φόρος τιμής στις φωνές των γλάρων,
ένδειξη σεβασμού στις ακτίνες τ’ήλιου,
στολίδια της νεκρικής πομπής του χτες,
π’η αόρατη πόλη δε λησμονεί ποτέ.

Άφησα απόψε κι’εγώ
έν’άσπρο γαρυφαλλο•
δάκρυσα,
όταν το ξεχαρβαλωμενο παραθυρόφυλλο
μου ψυθίρισε – μ’ένα τριγμό των μεντεσέδων –
«σ’ευχαριστώ, θα με βρίσκεις πάντα εδώ».

Κάποια νύχτα

Κάθε σούρουπο,
οι γυναίκες της αόρατης πόλης
λούζονται με πορτοκάλι θαλπωρή•
Παίρνουν τις κόκκινες κλωστές τ’ηλιοβασιλέματος
και τις πλέκουν στις άκρες των μαλλιών τους –
τα ιστορικά λάβαρα του αοράτου έθνους.
Ύστερα κρεμούν τις σκέψεις τους
απ’τα σύννεφα αγκίστρια,
ψέλνοντας τον ύμνο των πουλιών,
πλέκοντας το διθύραμβο της πτήσης.

Έπειτα τη σκυτάλη παίρνουν
οι υπάλληλοι της αόρατης πόλης
κι’ένα ένα ανάβουνε τ’αστέρια τ’ουρανού.
Εκείνα τοποθετούν τις καμπύλες τους έτσι
ώστε πλοκάμια φωτός να φτάνουν
σε κάθε γωνιά της κεντρικής βιβλιοθήκης,
ζεσταίνοντας τις ραχοκοκαλιές των γέρικων δερματόδετων βιβλίων•
είναι εκεί που
ο αναγνώστης της νύχτας
– εγώ γι’απόψε –
θα βρει τους ποιητές της αόρατης πόλης
να ξεσκονίζουν ευλαβικά
τα ράφια της ιστορίας,
μαζεύοντας σε μπουκαλάκια τη σκόνη των γραμμάτων,
τη πρώτη ύλη του νομίσματος της αόρατης πόλης.

Εκεί θα τους βρει κανείς,
να νανουρίζουν τους γέροντες της βιβλιοθήκης
σιγοτραγουδόντας τους «μορφωνόμαστε για ν’επαναστατούμε»
μέχρι να χαράξει η αυγή.

Κάποια αυγή

Η αόρατη πόλη δεν έχει ρολόγια•
ο χρόνος εδώ μετριέται αλλιώς –
άλλοτε με το σκίρτημα της καρδιάς τ’ερωτευμένου•
άλλοτε με τον ήχο των κυμάτων της θάλασσας•
άλλοτε με τα βήματα απ’τις καμήλες της πόλης.
Μα, πιο συχνά, μετριέται
βάσει διατάγματος του Βασιλιά Ήλιου•
τις προγραμματικές δηλώσεις του
ακούν, κι’ακολουθούν, πειθήνια οι κάτοικοι της αόρατης πόλης
κάθε αυγή –
με τη πάχνη να τους χαιδεύει τα ματόκλαδα.

Σήμερα ήθελα να τους ρωτήσω γιατί,
μα δε πρόλαβα.
Πένθος έπεσε στη πόλη•
το συναισθηματικό εκκρεμές στη κεντρική πλατεία
σταμάτησε να δουλεύει.
Ο Βασιλιάς δεν εμφανίστηκε,
ούτε κι’οι στρατιώτες του.

Πλέει η πόλη
σε μια λίμνη από μαραμένα νούφαρα.
Φτέρωσε η γνώση, φωνάζει κάποιος•
ιεροσυλία, λέει άλλος•
ξέχασαν ακόμα και τ’άσπρα γαρύφαλλα
ν’αφήσουν στα παραθυρόφυλλα.

Ξάφνου, ένας ποιητής –
αναψοκοκκινισμένος
σα την επίγευση απ’το ξηρό κρασί.
«Εξέπνευσε τα λοίσθια έν’αστέρι», λέει,
«κι’οι γέροντες μου είπαν να σας πω:
αυτός ο κόσμος δεν θα ειν’ποτέ ο ίδιος».

Τότε βγήκε ο Βασιλιάς,
φωτίζοντας τις ράχες των γερόντων,
παρασύροντας τα νούφαρα ν’ανοίξουν,
και είπε:
«Ας ζήσει η αόρατη πόλη
ώστε το φως να μη φτερώσει ποτέ».

Έτσι, το εκκρεμές απευθείας ξύπνησε•
οι ποιητές γύρισαν στις πένες τους•
κι’οι γλάροι στον αφρό της θάλασσας.

Τελικά, η θρησκεία της αόρατης πόλης
δεν ειν’άλλη
απ’το φως.

– ξέχασα τί ήθελα να τους ρωτήσω σήμερα.

Τελευταία μέρα

Περπατώντας ανάμεσα στους λοφίσκους από άμμο
της αόρατης πόλης,
περιτριγυρισμένη απ’τους πύργους και τα σπίτια της,
όλα φτιαγμένα από πολύχρωμα βιτρό,
αποφάσισα να πω το τελευταίο αντίο –
στη κάθε άλλη πόλη που έχω επισκεφτεί.

Η αόρατη πόλη,
με τους κατοίκους με καρδιά από πολύχρωμα βιτρό,
με τις χρυσαφένιες πατημασιές του φεγγαριού στη ψυχή τους χαραγμένες,
με τ’άσπρα γαρύφαλλα στα παραθυρόφυλλα,
με τις αχτίδες νόμους του Βασιλιά Ήλιου,
με κέρδισε.

Βγήκε το φεγγάρι, ολόγιωμο•
πλέω σε μια λίμνη από νούφαρα•
έγινα αόρατος πολίτης –
ώ, η μεγαλύτερη δυνατή ευδαιμονία.

*Από εδώ: https://losinnuendos.com/2023/01/09/journal-of-an-invisible-city-by-noura/#like-5594

**Στη φωτογραφία έργο του Γιάννη Ηλιάδη, 1978. (Ιδιωτική Συλλογή)