Βερονίκη Δαλακούρα, Τρία ποιήματα

LIMBO

Στο φως του ήλιου τις ακτίδες
μέσ’ απ’ τα σύννεφα, πατέρα
κατόρθωσα να δω ότι περιέβαλε και τη στιγμή.
Χρόνια μετά, όταν κανείς δεν γκρέμιζε τα τείχη
ξεπήδησε η κραυγή’ κανείς δεν ήταν
κι ευτυχώς εσύ στο φράγμα έκτισες ένα αυτί’
με στόμα που τις λέξεις του εσμίλευε
γενέθλια νύχτα.

*

ΝΥΧΤΑ

Ποιος παίζει το παιχνίδι με την άνοιξη;
Πετιέται η φωνή από τη λόχμη το απόβραδο, βαδίζει εξόριστη.
Όμως φωνή και λέξη σταυρώνονται’ απόηχος που
σβήνει στην κοιλιά του κήτους.
Ανοίγουν δρόμο με το ξίφος σταθερά.
Με απόφαση χωρίζουν καλαμιές και στάχυα.
Μιμούνται τη γενναιότητα των ζώων
πλαγιάζουν δίπλα.

*

ΑΜΜΟΣ

Μη μ’ αφήνεις μόνο στην αγαπητή κόλαση.
Τι να πω τώρα βυθισμένος με το όχι να
εκσφενδονίζεται απ΄ το τρύπιο μου στόμα.
Ήσουν εσύ την χαραυγή.
Γι’ αυτό είχα επιμείνει
Γι’ αυτό έγραψα γράμματα
-θηλυκό γουρούνι-
που άφησα στις τσέπες
του πεθαμένου.
Ούτε μια φορά αυτή
ούτε μια φορά
“τον έχω!”
φωνή

*Από τη συλλογή “Καππαδόκες”, εκδ. Κουκκίδα, 2020.

Stephen Moysan, Τρία ποιήματα

L’existence est éphémère
Elle a beaucoup à dire
Alors, je parle peu.

Ce que j’espère le plus
Vivre comme un haïku
Être simple, plaisant, donner sens.

Certains jours sont gris ou bleus
D’autres noirs et pluvieux
Mais tous sont précieux.

Η ύπαρξη είναι φευγαλέα
Έχει πολλά να πει
Λοιπόν, μιλάω λίγο.

Αυτό που ελπίζω περισσότερο
Να ζήσω σαν χαϊκού
Να είμαι απλός, ευχάριστος, να δίνω νόημα.

Μερικές μέρες είναι γκρι ή μπλε
Αλλά μαύρες και βροχερές
Όλες όμως είναι πολύτιμες

*

Nuit blanche
Jusqu’au meurtre
De l’araignée sur le mur.

Il a beau être vieux
Le bonsaï n’a connu
Aucun nid d’oiseau.

Temple de montagne
Bouddha me regarde
En souriant de ma bêtise.

Άγρυπνη νύχτα
Μέχρι τη δολοφονία
Αράχνη στον τοίχο.

Μπορεί να ήταν γέρικο
Το μπονσάι δεν γνώρισε
Καμία φωλιά πουλιού

Τέμπλο του βουνού
Ο Βούδας με κοιτάζει
Χαμογελώντας με την ηλιθιότητά μου.

*

S’aider soi-même
En aidant son prochain
Une belle pensée.

Peu importe la masse des problèmes
Si on leur enlève la gravité
Le poids à supporter est nul.

Paix et Amour
Sur Terre
Besoin de rien d’autre.

Βοηθάς τον εαυτό σου
Βοηθώντας τον διπλανό του
Μια όμορφη σκέψη.

Λίγο μετρά ο όγκος των προβλημάτων
Αν τους αφαιρέσουμε τη βαρύτητα
Το βάρος να υπομείνεις είναι μηδέν.

Ειρήνη και αγάπη
Στη γη
Ανάγκη για τίποτε άλλο.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

ΑΓΑΠΗ

Η Αγάπη των άλλων
λείπει

του εαυτού πρωτίστως

τα λεπτεπίλεπτα λείπουν
κρινοειδή της άνθη
τα κατοικούντα εν αυτή
τα λαλούντα λόγια
τρυφερά και παρήγορα

η Αγάπη λείπει

ζωή να γίνει η ζωή

ο άνθρωπος;
Άνθρωπος να γίνει

*

ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Στο περίστροφο
μονάχα μια σφαίρα

Με προσήλωση στόχευσε
κάτω από τον αυχένα
με χέρι σταθερό
πάτησε τη σκανδάλη

πυροβόλησε
το ποίημα

γέμισε ο ουρανός
λέξεις ματωμένες

*

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Ο ΚΑΜΑΤΟΣ

Ενθέρμως παραδόθηκε
στον πυρετό του οίστρου
έπλασε
σμίλευσε
έχτισε
γκρέμισε
έσκαψε
φύτεψε

και πάλι απ’ την αρχή

κάματο μεγάλο μ’ ίδρο πολύ
η ποίηση έχει

*Από τη συλλογή “Μικρές ταριχεύσεις”, εκδ. ΑΩ, 2021.

Γιώργος Χαλκιάς, κάποια μέρα

κάποια μέρα…

Στ’ ανοιχτά παράθυρα
μικρές ιστορίες πλάθω
και μικρές
καθημερινές στιγμές
μαζεύω στο διάβα μου
ψίχουλα
που μ’ αυτά θρέφομαι
χίλιες ανάσες
γίνομαι
χίλιες ψυχές
περαστικές

*Από το βιβλίο “Imaginarium”, εκδ. Φαρφουλάς, 2016.

Κώστας Σαΐτας, Ποιήματα της παλιάς αρρώστειας

ΝΕΑ ΖΩΗ

Δύσκολο ν’ αλλάξει μια ζωή
να γίνει ακίνδυνη ξανά:
δρόμος τη νύχτα, άδεια εικόνα
καμπύλη στης γυναίκας τον ώμο
σ’ ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα
πρώτη φορά
παράθυρο που το χτυπάει ο άνεμος,
απ’ το παράθυρο, μια φωνή
βουβά λουλούδια,
αδιάβαστα βιβλία και φίλοι
φίλοι μακρυά που δε θα ξαναδούμε

*

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

Οι άσχημες γυναίκες των ζωγράφων
Οι αλλοπαρμένες γυναίκες των ποιητών
Αποκλεισμένες σε σπίτια ευκατάστατα
Γλείφοντας το στόμα
Όπως οι μυίγες τ΄ ανοιχτό βάζο του γλυκού.

*

ΠΑΛΑΙΟ ΦΑΛΗΡΟ

Κάθε πράξη χωριστή, σ’ ένα σύνολο
ανεξάρτητη. Σαν την αληθεια πίσω
απ’ το γυαλί του πίνακα, σ’ αυστηρό περιορισμό.
Ο χρόνος από τη μια χορδή ίσαμε την άλλη
ένα συγκεκριμένο σχήμα, ένα κουδούνι γυάλινο π.χ.
ή μια ρωγμή σ’ ένα από τα τοιχώματά του. Στήλη φωτός
ή σημασία των χαρακτηριστικών ενός προσώπου
καθόσο κράτησαν μερικές εκφράσεις.

*

Η ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ

απλώθηκε
και μας αγκάλιασε όλους.
Στην αρχή την υποδεχτήκαμε
σαν μνήμη παλιάς ερωμένης.
Θα ‘λεγες πως την αφήσαμε
να μας γοητεύσει και άθελά μας
πήρε στα σάπια δάχτυλά της
τα ινία του δέρματός μας.

*

64 MAY STREET FITZROY NORTH

Η καφετιέρα κάπου στο περβάζι
απ’ το παράθυρο της κουζίνας
ο κήπος και διάχυτο το φως του ήλιου
σ’ άσπρα σύννεφα.
Τι σημασία έχει πώς αισθάνομαι;

*

SWANSTON STREET

Έμπεδος σε μια πόλη
Σαν τα οχήματα που μέσα της κυκλοφορούν
Δεν πρόκειται να ξημερώσεις περιμένοντας στη στάση
Αδιάφορο πόσα χρόνια έζησες μαζί της.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Κ. Ξυλινάκης (Βρυξέλλες, 25 Αυγούστου 1984).

**Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Σπείρα” με τον τίτλο “Ποιήματα της παλιάς αρρώστειας”.

***Ο Κώστας Σαΐτας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Μανσούρα της Αιγύπτου από Έλληνα πατέρα και Ελληνορωσίδα μητέρα. Εκτός από την Μανσούρα, έζησε στο Φάληρο, το Λονδίνο, το Καίμπριτζ, το Παρίσι, την Αυστραλία -που τόσο την αγάπησε που κίνησε ζήτημα για την αντικατάσταση της εθνικής σημαίας της- (εξ ου και τα ποιήματα που παρατίθενται εδώ με τους τίτλους “64 May Street Fitzroy North” και “Swanston Street” που είναι οδοί της Μελβούρνης), στην Αθήνα και, τέλος, στις Βρυξέλλες, όπου παντρεύτηκε μια γαλλόφωνη Φλαμανδή και απέκτησε οικογένεια. (Πληροφορίες Κ. Ξυλινάκη).

****Στη φωτογραφία μια μικρή πλατεία στο εσωτερικό προάστειο της Μελβούρνης Fitzroy North, που παρατίθεται και ως τίτλος ποιήματος.

Κούλη Τσολοδήμου, Τρία ποιήματα

ΜΙΑ ΕΥΚΡΙΝΕΙΑ

Μια ευκρίνεια
με προσδιορίζει. Ένα διόραμα
από φωνές πουλιών.

Οποιαδήποτε διαφορετική συνθήκη
μου προξενεί σύγχυση.

Νοιώθω κάθε τι κοινό όπως
άλγος, στοργή, αντιπάθεια,
έρωτα, μεμψιμοιρία·
τα ψαύω
με προσεκτική τυφλότητα.

Έχει σίγουρα
κι άλλο ψαχνό η καρδιά.

*

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση
έχει φύση ανακριτική.

Για να σου πάρει λόγια
γίνεται οικιακή βοηθός
ντίβα ή
προξενήτρα.

Πριόνι στο λαιμό
σχεδόν σύνθλιψη κρανίου –
εξευτελισμός
από την κατ’ ιδίαν πράξη.

Η κατάθεσή σου τα
μπαλώνει·
σε περιφέρει σα
φόβητρο ακατανόητο ή
σαχλά διερμηνευμένο.

*

ΘΑ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ Μ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ

Θα σ’ αγαπάω μ’ αυτόν
τον τρόπο
της ενδεχόμενης οδύνης.

Όχι
πιατικά και κρυψίνοιες –
θέλω να
σ’ απασχολεί η στάχτη μου.

Να βήχεις κάπου κάπου.

Όταν σε παίρνει ο ύπνος
να σου πιάνω κουβέντα
και να μυρίζουνε τσιγάρο
τα μαλλιά μου.

*Από τη συλλογή «Γινόμενο Πρώτων Παραγόντων», Ναύπακτος, 2022.

ένα έτσι, Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές
τα ρολόγια κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην άβυσσο
άφθαρτοι τοίχοι, γυαλισμένα τζάμια
ευγραμμισμένα έπιπλα, στρωμμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα
ένας ολόκληρος κόσμος
να περιμένει να μπει μέσα,
να ζήσει κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του
να κάνει σχέδια για το μέλλον,
να αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από όλους
φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος

*Στη φωτογραφία: John Gutman, The Cry (1933).

Ζένια Στρατηκοπούλου, Στη μέση του δάσους

Πρωτοκάθισα απέναντι
σε μια κρεμάστρα.
Και σκέφτηκα
τι να κρεμάσω άραγε εκεί;
Μια γέφυρα για να περάσω απέναντι;
Ένα πρωτόγονο σχόλιο;
Το παιδικό μου σακίδιο
με τους φόβους μου μέσα;
Μια παράσταση που δίνουν
πέντε παπούτσια μόνα τους;
Τα μαζεμένα σκουπίδια;
Τις προσευχές και τις παλαβομάρες;
Τους σκυφτούς μάγειρες;
Τις ησυχίες του δωματίου;
Ένας δασοφύλακας
Δύο φαντάσματα;
Τρεις ανανάδες;
Τίποτα δεν θα κρεμάσω
Ένα ξύλο είναι
που κοιμάται στον τοίχο, είπα.

*Από το βιβλίο ‘Το κλείστρο και άλλες ιστορίες”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2022.

**Το σχέδιο της φωτογραφίας είναι έργο της Ζένιας Στρατηκοπούλου.

Βασίλης Νικολόπουλος, Το μπαρ των ονείρων σου

Δεχόμαστε κάρτες, ρολόγια
δόντια χρυσά, σφραγίσματα και δαχτυλίδια.
Επιταγές, αυτόγραφα,
σκουραλίκια και αριθμούς τηλεφώνων
γραμμένους σε σόλες παπουτσιών.
Μυστικά, ποιήματα και μυστικά ποιήματα,
προβλέψεις για το τέλος του κόσμου
και άλλα στοιχήματα.
Δεχόμαστε αγκράφες και υποσχέσεις.
Μετρητά και αμέτρητα βρισίδια και σάλια.
Δεν μας πιάνει τίποτα’
νόμοι, ποτά, παρουσίες και τσιγάρα.
Ίσα που την ακούμε στη λέξη “θάνατος”.
Με τόσα τιμαλφή
ικανοί είμαστε να ζήσουμε για πάντα.
Δεχόμαστε στάσεις πληρωμών
και ανταποκρίσεις δρομολογίων.
Παραγγελίες χωρίς κεράσματα
και σπασμένα γυαλιά στα μπράτσα και τα μάτια μας’
ξοφλημένους διαλόγους.
Παριστάνουμε τον μπαμπά και τη μαμά.
Τα χαμένα αδέρφια, τους πληρωμένους έρωτες,
αυτούς που γίνανε στάχτη στο φως.
Ακούμε φωνές απ’ τα υπόγεια,
σπέρνουμε πτώματα
και θερίζουμε νότες που προκαλούν διαταραχή.
Ανασκάβουμε το παρελθόν ψάχνοντας τη γείωση.
Στο τέλος της νύχτας,
Στο φως του καντράν και στο μουγκρητό της μηχανής,
κρύβεται όση αγάπη μάς απέμεινε.

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

**Στη φωτογραφία έργο του Norman Cornish.

Από το διαδίκτυο στα Άπαντα του Γκαγκάν Μυτεράν – Διαβάζοντας Θεόδωρο Μπασιάκο

*Σημείωμα του Κόσκινου: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Θόδωρος Μπασιάκος. Εν είδει γενέθλιας ευχής αλλά και ως μνημόσυνο αναδημοσιεύουμε το παρόν που γράφτηκε από τον Σπύρο Παύλου.

Γνώρισα το ποιητικό έργο του Θεόδωρου Μπασιάκου, του Γκαγκάν Μυτεράν, τυχαία στο διαδίκτυο. Από τη στιγμή που τον συνάντησα περίμενα ανυπόμονα κάθε νέα του ανάρτηση.

Δυστυχώς στις 19 Ιουλίου 2020 ο Θεόδωρος Μπασιάκος φεύγει από τη ζωή. Η λύπη αβάσταχτη, αισθανόμουν την απώλειά του σαν να είχα χάσει ένα δικό μου άνθρωπο που με είχε συντροφεύσει στις αναγνωστικές περιπλανήσεις μου. Αυτό το συναίσθημα ήταν αποκαλυπτικό της επιρροής της ποίησής του πάνω μου, το ακατάλυτο τεκμήριο της επίδρασής του ως αναγνωστική επένδυση, αλλά και ως στάση ζωής, που δεν εφάρμοσα ποτέ, λόγω της κομφορμιστικής προδιάθεσης μου όσο και της ηλικιακής παρακμής μου.

Η εκδοτική παρουσία του όσο ζούσε ήταν ισχνή, διαβάζουμε στο εκδοτικό σημείωμα του βιβλίου. Δύο νεανικές αυτοεκδόσεις (σιωπηρά «αποκηρυγμένες» από τον ίδιο, τα 22 Ποιήματα (1982) και το Πολύ ευγενής (1985), μία «επίσημη» ποιητική συλλογή «Μαύρα Μάτια» (Πλανόδιον, 2006) και μια ηλεκτρονική έκδοση «Κούκου-Νιάου» (Ενδυμίων, 2017). Πέραν αυτών, μια σειρά από φωτοτυπημένες αυτοεκδόσεις σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος, κατά δήλωσή του, είναι ένας «σουλατσαδόρος της ποίησης». Απελευθερωμένος υφολογικά, θεματικά και γλωσσικά από τις συμβάσεις της ποιητικής ομολογίας, δίχως όρια και περιορισμούς, αποκαθαρμένος από ποιητικούς λυρισμούς, λεκτικές ακροβασίες και συναισθηματισμούς, εικονοπλασίες και παραδοξότητες, εγκεφαλικούς «ποιητικούς» αιφνιδιασμούς, πεζοπορεί ποιητικά, ανιχνεύοντας τη ζωή. Δημιουργεί τον ποιητικό του κόσμο υπηρετώντας τη ζωή και όχι αντιστρόφως, όπως συμβαίνει κατά πλειοφηφία στον ποιητικό λόγο.

Αντισυμβατικός, αντιφατικός, «με γοητεύουν οι αντιφάσεις» γράφει, δίχως φιλοδοξίες και έπαρση. «Πόσο αγαπώ τους ανθρώπους όλους / όλη την ανθρωπότητα» αναγγέλλει τον ουμανισμό του στο ποίημά του “αγάπη”. Λιτός στις ανάγκες διαβίωσής του, «έχω τουτ’το δωμάτιο, ντιβάνι, το κρικρί, το ντιβάνι, το γραφειάκι μου για να γράφω και καλά είμαι έτσι· δεν χρειάζομαι πιότερα», ομολογεί στο ποίημα “μπασιάκ εναντίον μπασιάκ”, ένας «γεροφρήκ» που γράφει στίχους. Φανατικός πολέμιος της ιδιοκτησίας και της εργασίας, στρατευμένος ενάντια σε κάθε μορφής εξουσίας και των κατασταλτικών μηχανισμών της, των φασιστών, του παραλογισμού της λογικής, λάτρης της τζαζ, του Bob Dylan, των τσιγγάνικων βιολιών, του Καζαντζίδη και του Αγγελόπουλου, αλλά και του Πουλικάκου, του Ρεμπώ, του Χλέμπνικωφ, του Πρεβέρ, του Μπορίς Βιαν, του Σαρλώ, του Μακρή, των οδοκαθαριστών, της ρετσίνας, των γλεντζέδων και των σουρλουλούδων, εραστής των ηλιοβασιλεμάτων και του φεγγαριού, των γατιών και των λουλουδιών, της Κομμούνας και της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Με γλώσσα καθημερινή και ανεπιτήδευτη στήνει το ποιητικό του σκηνικό, υπηρετώντας με ευλάβεια το αισθητικό και κοινωνικό του όραμα. Παράλληλα, βαθιά ερωτικός “supergirl”, σαρκαστικός και επικριτικός απέναντι στην ποιητική, πολιτική και ιδεολογική ευπείθεια, τους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, συντονίζει το βήμα του με κοινωνικό όραμα της επανάστασης, δίνοντας στην ποίησή του κοινωνικό περιεχόμενο, όχι με μεγαλόστομες κραυγές, αλλά στοχεύοντας με απόλυτη ακρίβεια στις κοινωνικές ανισότητες – “εξι ποιήματα διαμαρτυρίας”.

Η ποίησή του είναι βαθύτατα ανθρωπιστική, άρα επαναστατική, δίχως τις επικαιροποιήσεις της στρατευμένης ποίησης, ανένταχτη και ανατρεπτική.

Στα πεζά του κείμενα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που συμπληρώνουν την πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, αισθητική και ποιητική συγκρότηση γίνεται αρκετές φορές φλύαρος, επαναλαμβανόμενος, ώστε να κρίνεται περιττή η παρουσία κάποιων κειμένων που δεν προσφέρουν στην ολοκλήρωση της προσωπογραφίας του. Αλλά αυτό βεβαίως δεν βαρύνει το ποιητή, ο οποίος δεν γνωρίζουμε αν θα έδινε τη συγκατάθεσή του στη δημοσίευσή τους. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τακτοποιήσει το μεγάλο και χαώδες ποιητικό του έργο, εκτός από κάποιες αόριστες οδηγίες που είχε δώσει, πληροφορούμαστε στην εισαγωγή του βιβλίου, ώστε η κειμενική επιβάρυνση να οφείλεται στους επιμελητές της έκδοσης, αποδίδοντας στο αναγνωστικό κοινό ένα άνισο εκδοτικό αποτέλεσμα, σκοπεύοντας να παρουσιάσουν ακέραιο το έργο ποιητή.

«ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ γαγκάν μυτεράν Vivere Freakolosamente | ΑΠΑ(Ν)ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ» | εκδ. «ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ», 2021

*Ο Σπύρος Παύλου γεννήθηκε πριν 61 χρόνια στην Αθήνα. Τώρα ζει και εργάζεται στην Ρόδο. Διατηρεί το blog «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» από το 2007. Έχει δημοσιεύσει κείμενά μου στο περιοδικό «Δένδρο» πριν πολλά χρόνια, το 1981, στο εξαμηνιαίο περιοδικό «Ροδιακά Γράμματα», σε εφημερίδες της Ρόδου, πριν το 2000, και τα χρόνια του διαδικτύου στα περιοδικά «Φρέαρ», «Fractal», «Στάχτες», «Θράκα» (με ψευδώνυμο), και στο περιοδικό «Πλανόδιον», ανάμεσα στους νικητές του διαγωνισμού με θέμα «Δον Κιχώτης».

**Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://1-2.gr/2022/02/01/apo-to-diadiktyo-sta-apanta-toy-gkagkan-myteran/?fbclid=IwAR3LrxC-Ndd4EMn9DEdqO7cOaOV4dsi8LIRugOj2-Yba7o4geD9gHt24mC4