Αγγελής Μαριανός, Ξεριζώστε μου τα νύχια

Ξεριζώστε μου τα νύχια.
Παρακαλώ να με γυμνώσετε
επάνω στο κρεβάτι της αιχμής.
Ξεριζώστε τα νύχια μου
Μικροί προκρούστες σας το επιτρέπω
είσαστε πια ενήλικοι φασίστες.
Δεν έχει πόνο στο μονόκλινό μου
ούτε υπάρχουν κάμερες κρυφές.
Περάστε, με το πεινασμένο σας ροντβάιλερ,
Βάλτε το να μου γλείψει τον ακρωτηριασμό.
Εκείνη την παλιά πληγή που ξανανοίγει
σε κάθε γειτονιά που αναθαρρεύει φασισμός.
Κακοφορμίζω· να μη χαίρεστε
στη θέση των νυχιών ξεφύτρωσαν σουβλιά.

*Στη φωτογραφία χαρακτικό της Βάσως Κατράκη.

Natasa Sardzoska, Χαρτογραφία της φωτιάς

δεν είμαστε πουθενά
δεν πάμε πουθενά
δεν ερχόμαστε από κάπου
είμαστε απλά ένα μοναχικό σκαρίφημα στον αεροδιάδρομο
αναδύουμε την αναπνοή μας σε πύλες αεοροδρομίου
ακούμε κρυφές συζητήσεις σε αυτοκινητόδρομους
καρφωνόμαστε στα κλειστά παράθυρα διακεκομένων μετρό
τα τρένα της σιωπής έχουν αργήσει
οι πτήσεις αναβλήθηκαν
οι μέρες μετατέθηκαν
για ποτέ ξανά

το κρασί ζυμώνεται στα συγχυσμένα χείλη μας
στις άκρες των μυαλών μας
τα μάτια μας είναι παγωμένα σύννεφα
τα λαρύγκια μας φυσημένοι αμμόλοφοι μέσα στην έρημο
στέπα που μεγαλώνει στη γλώσσα μας
υγρές ζούγκλες μέσα στα γεννητικά μας όργανα
γκρεμοί στο στέρνο μας
φλεγόμενα διαγράμματα μετά τη βροχή
στον πεντακάθαρο ουρανό
που δεν καλύπτει κάποια γη

φεύγουμε μετά τις σκιές μας
πατημασιές στην κινούμενη άμμο που είμαστε
σκισμένα ρούχα προσφύγων χωρίς ίχνη
σκήπτρα απορριφθέντα από επινοημένα βασίλεια
νύχια δόντια μάτια ξεθαμμένα από άγραφες ιστορίες
χαμένες στις ανεξερεύνητες κορυφογραμμές της σάρκας μας
σπασμένοι χάρτες στα γόνατά μας
φουσκωμένες παλίρροιες δαγκώνουν όρμους και ακτές
στις όχθες της κυτταρικής μας λαχτάρας
στο κατώφλι πεθαμένων εθνών

Κλαίμε μόνο για εκείνη τη στιγμή
όταν θα ξέρεις
όταν θα ξέρω
είσαι ο νικημένος λεβάντες
γυρίζεις την πλάτη σου στον ανατολικό άνεμο
περπατάς κάτω στα σύνορα της ελευθερίας σου
και φεύγεις
αλλά δεν είσαι πια μια χίμαιρα
ούτε είσαι εξορία
ούτε και θα είσαι ποτέ
για μένα.

*Μετάφραση από τα μακεδονικά Περσεφόνη Μύρτσα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” (Γενάρης-Αύγουστος 2022).

Τάσος Δενέγρης (Αθήνα, 1934 – 7 Φεβρουαρίου 2009), Τέσσερα ποιήματα

ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ

Είναι τα πρόβατα που με τρομάζουν
Δίχως βοσκό τριγυρνούν και βελάζουν
Κι έμαθαν κρέας να τρώνε
Θα φαγωθούν μεταξύ τους
Έτσι που πάει.

24 Μαΐου 1981

*

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΕΑ

Αθλιότης χειμωνιά
Κι από το δωμάτιο που γράφω
Ακολουθώ εκ του σύνεγγυς
Τον Εβαρίστο Καρριέγκο
Μήπως τον πιάσω
Και τόνε φέρω στη γλώσσα μας.

Κάποτε όμως κουράζομαι
Στρέφω το βλέμμα μου στην τζαμαρία
Βλέπω τη ράχη της γειτονικής
Πολυκατοικίας.

Μίζερα τα μπαλκόνια της
Και τα εκθέματά τους:
Σκουπιδόπανα και σκόρδα σ’ ένα δίχτυ
Μια πολυθρόνα ψάθινη
Μια κούνια σιδερένια.

Πιό πίσω τις φαντάζομαι
Κατασκευές παρόμοιες
Ώσπου αργότερα
Ή Μεσογείων
Με τα μικρόβια
Και η κατάληξη
Το θελκτικό βουνό
Ο Υμηττός
Ο παιδικός μου συνειρμός
Για την ελευθερία.

*

ΩΣ ΔΙΑ ΜΑΓΕΙΑΣ

Μετά την ξαφνική βροχή του Απριλίου
Το πράσινο των φύλλων με θαμπώνει
Στιλπνό και νεογέννητο.

Του κήπου η εγκατάλειψη
Ω διά μαγείας
Έλαμψε.

Μέσα στο σπίτι
Μικροί και μεγάλοι
Βλέπουν κινούμενα σχέδια
Ενώ ξερακιανή προβάλλει
Στην τζαμαρία
Κληματαριά
Και δυσχεραίνει
-Καθώς την φαντασία τους προσβάλλει-
Την παρακολούθηση
Του τηλεοπτικού προγράμματος.

Θα συνεχίσω τη δουλειά μου
Ενθαρρυμένος.

27 Οκτωβρίου 1985

*

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Οι λέξεις χάσαν τον βηματισμό
Και παραπαίουν.
Φριχτός ο φράχτης χαίρεται.
Τι θέλω εδώ;

27 Φεβρουαρίου 1986

Σταύρος Βαβούρης, Τα δύσκολα

Α’

Δύσκολα, δύσκολα τα ποιήματα
όπως οι δύσκολοι έρωτες’
αλλά εύκολα πολλές φορές ραγίζουν
Αρχίζουν, όπως οι έρωτες, χαρίεντα
κάπου όπως προς τη μέση
κάπου προς το τέλος
σε κάποιο στίχο -τέλος πάντων- κάποια λέξη
κάνουν ένα “κρακ”’
Ακούς κάτι σα τρίξιμο
και κει που λές πως τα’ γραψες
βρίσκεσαι με τις χούφτες σου γεμάτες
θρύψαλα κομμάτια:
στίχους νεκρούς –
που βλέπεις – πρέπει να τους θάψεις
Ή να τους κάψεις, τέλος πάντων
ό,τι είναι βολικότερο
Μην τους φυλάξεις
Καραδοκούν στα χρόνια που ‘ρχονται
οι ερευνητές κι οι λόγιοι
Των ρεζιλιώνε σου ρεζίλι να σε κάνουν
χίλιες φορές να σε ξεκάνουν
και τότ’ ακόμα
που θα σ’ έχουνε ξεκάνει οριστικά.

Β’

Το άλφα και το ωμέγα.
Δύσκολο το Αλφάβητο
για να το τελειώσεις.
Εύκολα -ούτε λόγος- ώς το γιώτα
αλλά περίπου κει στο Χι
σαν κάτι υποψιάζεσαι
μια υπόνοια τρομερή
σαν αγκάθι πυρωμένο στο μυαλό σου
σ’ εξαναγκάζει Χι και Χι και Χι
να επιβραδύνεις το ρυθμό σου
μ’ ακόμα συντηρείσαι
κρατιέσαι με τα δόντια
στις χί-λιες τόσες πιθανότητες του “άγνωστου Χι”
όπως περνάει αστραπιαία από τη σκέψη σου
το “πείραμα της τύχης”
μ’ όλα τα “δυνατά” ή “αδύνατά” του “ενδεχόμενα”.

Όλα τα ενδεχόμενα ψελλίζεις
όλα τους δεν ενδέχεται
αιφνίδια να προκύψουν;

Άλλωστε στο Ψι, θα “ψάξω” λες
θα επαναλάβω απ’ άπειρον
το πείραμα της τύχης
Υπάρχουν και τα “βέβαια” ενδεχόμενα

Ο αναζητών ευρήσεται
(το λένε κι οι γραφές).

Αλλά στο Ωμέγα; Αφήνεσαι
Κάτι πας να πεις: είν’ άδικο, ανεξήγητο,
αλλά, ό,τι και να πεις
Το Ωμέγα είναι το τέλος
ό,τι κι αν επινοήσεις
Τ’ Ωμέγα πια σαρώνει τα ενδεχόμενα
Έχεις τελειώσει πια το αλφάβητο
Σ’ έχουνε τελειώσει’
Τίποτα δεν υπάρχει ύστερα απ’ τ’ Ωμέγα

Γ΄

Μού λεγες “άσε” ανέκαθεν
“να φύγει αυτός ο κόρακας
αυτός ο δύσκολος χειμώνας,
και πια την άνοιξη οπωσδήποτε
Άσε, πια το καλοκαίρι που…”
Και πόσα-πόσα καλοκαίρια δεν περάσαν έτσι!
Πόσες άνοιξες δύστροπες!
Σπάζανε στο χέρι μου οι μέρες τους
σα κούφια καρύδια.

Έτσι και φέτος, να:
άλλο ένα καλοκαίρι δύσκολο καμίνι
κόλαση σωστή
κι αύριο μεθαύριο
ακόμα ένα άρρωστο φθινόπωρο
αρθριτικό και δύσκαμπτο
θα φτάσει ώς τον Οκτώβρη σούρνοντας
κι έπειτα; βέβαια πάλι θα μου πεις
άσε να περάσει κι ο δύσκολος ερχόμενος χειμώνας.
Φτάνει ωστόσο πια – του κερατά ώς εδώ.
Έτσι δύσκολος ανέκαθεν μού το ‘παιζες
και μάλλον έτσι πρόκειται πάντοτε να το παίζεις.
Πρέπει να σ’ τον κόψω πια το βήχα και σ’ τον κόβω.
θα σε γκρεμίσω κάτω από τις σκάλες
Αν κάνεις ότι σκάζεις μύτη τον Νοέμβρη.

Δ’

Και τώρα πώς να στο φωνάξω;
Όσα είχα να σου πω
ψιθυριστά τα λένε μοναχά.
αν όχι μόνο με τα μάτια. (1)
Όπως η απόσταση κι ο χρόνος
που άφησες -επί τούτου-
ν’ ανοίξουν μεταξύ τους
βάραθρο αγεφύρωτο.
Έτσι από τη μια μεριά του Εγώ
Εσύ στην άλλη, απέναντι
στίγμα που ξεθωριάζει
που από τη μια στιγμή στην άλλη
το σβήνει γομολάστιχα η ομίχλη
και να γκαρίξω ακόμα
θάναι δυνατό ν’ ακούσεις
κι έν’ αόριστο απόηχο μιας λέξης
απ’ όσα θα ‘χα να φωνάξω και να πω;

Δύσκολος ο λόγος
Δύσκολη η κραυγή.
Ο χρόνος; Δύσκολος’
Δύσκολος ο έρωτας
Δύσκολα τα ποιήματα
Δύσκολοι όλοι κι όλα σας
Δύσκολη η ζωή
Εύκολος; Ο θάνατος
Κι αυτός καμιά φορά μονάχα.

(1) Σημ. Δ’ “με τα μάτια” (στ. 4ος) από το “Λόγο της Σιωπής” του Ζ. Παπαντωνίου.

Νικόλαος Κάλας, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ

Ας κάνουμε την αυγή το υποκείμενο ενός εγκλήματος
Το μεσημέρι ας εφεύρουμε αστέρια στον ορίζοντα ενός ταξιδιού
Αστέρια και μια μορφή νέα για τις ώρες δίχως αύριο
Ξεκοιλιασμένα καράβια σηκώνουν άγκυρα
Το αίμα τους βαραίνει η σκουριά
Όλα κολυμπάνε μέσα στο σαράκι
Μια γάτα που δε μπορεί πια να σκούξει το τρώει
Από την κορυφή του Πύργου των Ανέμων υψώνονται φλόγες
Και πνίγουν το φως
Ο πύργος είναι ηψηλός φλεγόμενος κι έχει αποσπαστεί από τη Γη
Η Γη!
Ποιος την καταδίκασε να ζει σαν ξεφλουδισμένο πορτοκάλι
Ή σαν κόκκο μπλε άμμου
Κάτω από το διηνεκή ζυγό των δυο ισημεριών;
Ο καταναγκαστικός ρυθμός
Ή φρικτή αναμονή των εκλείψεν είναι εκεί
Παντού όπου πηγαίνουμε

(Αθήνα 1937 – Μαρακές 1939)

*

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ

Η προσδοκία σ’ ένα κύμα
Η τόλμη γύρω μας
Η βροχή και το δηλητήριο
Είναι όλα στοιχεία αυτής της ταραγμένης επιστροφής

Επέστρεφε σαν ένας διπλωμένος σουγιάς
Μια ομπρέλα κλεισμένη ξανά
Η καρδιά γεμάτη αηδία

Εισβάλαμε παντού
Παρά τη νύχτα το σπασμένο φεγγάρι την παραβιασμένη πόρτα
Κι όλα αυτά που καθημερινά κλέβουμε
Η ώρα έπρεπε να ξαποστάσει ή να δραπετεύσει
Τίποτα δεν αποκρίνεται
Πού να βρει κανείς θυσίες;
Θέλω να γίνω ο χρησμός της ζωής μου
Ο ορίζοντας δεν είναι παρά μια πνοή δίχως μορφή
Ένα τέρας καθισμένο στην άμμο ανάμεσα σε ξεσκισμένες εφημερίδες
Κι αυτά τα σπάνια αντικείμενα προορισμένα για κάποιον που παραμένει άγνωστος
Σε όλα αντιπαραθέτει αυτή τη δύναμη που σπέρνει τις λύπες την ντροπή και τις εσπευσμένες αναχωρήσεις
Αυτή τη δύναμη που δίνει στους αριθμούς και τις μέρες μια αποφράδα σημασία.

*Από το βιβλίο “Νικόλαος Κάλας – Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, Εκδόσεις “Ύψιλον”, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Σπήλιος Αργυρόπουλος, Βασιλική Κολοκοτρώνη.

**Στη φωτογραφία: Kurt-Seligmann, Etching.

Κωνσταντίνος Βορβής, Ο εργάτης των σιδηροδρόμων

Αφήστε τον εδώ
με τα σκονισμένα του ρούχα
και τα χέρια που έχουν αυλακωθεί
από τα μηχανήματα και την εργασία
αφήστε τον
γράσο και μηχανή
στάζει ο ιδρώτας στους στρωτήρες
και το ντίζελ καίει τα πνευμόνια
περνά τη ζωή του πάνω στις ράγες
τα ρούχα του μυρίζουν μέταλλο
και τα παπούτσια του σκουριά και βροχή

Αφήστε τον
αυτά τα σίδερα
κρύβουν τη δική του ιστορία·
αγγίξτε τις κρύες συναρμογές
τα πριτσίνια τα εξαρτήματα
τους δίποδους εξωλκείς.

*Από τη συλλογή «Ο ήρωας του φθινοπώρου», εκδ. Οδός Πανός, 2022.

Κώστας Ρεούσης, από τα “Σμπαράλια”

ΤΡΙΤΗ ΩΡΑ

κυκλοφορούσε
με την εκπυρσοκρότηση
ενός στυμμένου πορτοκαλιού
και τον ήχο μιας παράφωνης τρομπέτας
με σιγαστήρα
διασχίζοντας την εισπνοή εκπνοή
του δενδρολίβανου
ο επιτάφιος του φοίνικα
έραινε μ’ αποκαΐδια την
πομπή του αιώνα της θραύσης

(να σου σπάσω τα κόκαλα
ρε
να τα βάλω σε σανίδες
στη ράχη
αφρίζει κελαρύζοντας
το αρχαίο μουνί
εκσφενδονίζοντας μύδρους
βακχείας)

βούτηξε να συναντήσει το συκώτι έως τα πέρατα του
αρχιπελάγους αραδιάζοντας υγρές νύχτες στο κατάστρωμα
να ξεπλένει τη συντριπτική οργή τη αρμύρας όταν τα
θαλασσοπούλια προμήνυαν τις σαρωτικές νησίδες του
ανεφοδιασμού

ΤΕΤΑΡΤΗ ΩΡΑ

τη μέρα
καθώς οι άνθρωποι
σκληραίνουνε
την όψη
κι η πρακτική
ορίζεται
μέσα στη σύγχυση
της αρπαγής
τραβούσε περίστροφο
σημαδεύοντας
τον κρόταφο
του νου

(γεννώντας το δίκαιο έγκλημα
ετοιμάζει την ελεύθερη
ένωση της εξόδου
ενώ
πληρωμένοι δολοφόνοι
λακίζουν
στην παρουσία
της αγέρωχης
ελεύσεως)

χίμηξε ενεός σχεδόν νεκρός στο λυσσασμένο γύναιο
της προδοσίας μακελεύοντας αποσπάσματα τριφηλών
παρηγορητικών ενοχών δίποδα ζωντόβολα είχαν οχλαγωγήσει
το σχήμα του ατόμου της φυσιογνωμίας της μορφής τού
εμβολισμένου ακρόπρωρου η φιγούρα της τρισυπόστατης ψυχής
μετεώριζε τα άπειρα σημεία της ορθά ακάθιστης πλανεμένα
πλανητικής οριζόντια κάθετης διαγώνια τεθλασμένης κυκλικά
γραμμής πτήσης ή ταχύτατα καρδιακής ρότας

*”Σμπαράλια [ένα ποίημα σε 12 ώρες και 3 φωνές]”, Δεύτερη Οριστική Έκδοση εκδ. Τυφλόμυγα, Αθήνα 2020.

Έλενα Πολυγένη, Η Ημέρα της Ποίησης

Δεν προλαβαίνω να γιορτάσω την παγκόσμια μέρα της ποίησης
δεν γίνεται να πάρω άδεια απ’ τη δουλειά
πρέπει να ξυπνήσω στις 7 όπως κάθε άλλη μέρα
να πλύνω τα πιάτα, να στρώσω το κρεβάτι μου
να κουβαλήσω τις τσάντες απ’ το σούπερ μάρκετ
διαπιστώνοντας πως τα χρήματα ίσα που φτάνουν
και ύστερα να εξυπηρετώ τους πελάτες που
ιδέα δεν έχουν για τη μέρα της ποίησης
κι ίσως αν τους το έλεγα να γελούσαν
μετά να πάρω το λεωφορείο και να βρεθώ
στριμωγμένη ανάμεσα στους επιβάτες
που δεν δείχνουν να τους ενδιαφέρει η μέρα της ποίησης
το μόνο που θέλουν είναι να φτάσουν σπίτι τους
και να πετάξουν από πάνω τους την κούραση
αυτό θα κάνω κι εγώ, για να πω την αλήθεια
θα φάω στα γρήγορα και θα καθίσω μπρος στην τηλεόραση
βλέποντας πράγματα άσχετα με την ημέρα της ποίησης
έπειτα θα σηκωθώ θα καθαρίσω το σπίτι
θα πετάξω τα σκουπίδια θα πλύνω τα πιάτα
κι όλο θα σκέφτομαι τους λογαριασμούς που δεν πλήρωσα
τα ατέλειωτα χαρτιά πάνω στο τραπέζι
που κάτω από άλλες συνθήκες
θα μπορούσαν να είναι και ποιήματα

Άκης Παραφέλας, τέλος ωραρίου

κοινότοπα, με αναμονές βρέθηκα σε χειρουργεία
ευρέσεως σημασίας με σπασμένα κόκαλα ανασφαλή
ύστερα από ένα ατυχές βιογραφικό σημείωμα
ύστερα από ένα προγραμματισμένο ατύχημα
μαθαίνω πως ρίχνουνε ο ύψος και η βάθος το μαστίγιο
σε ιδιωτικό σκοτάδι, με οδηγούν στον να-σου-το-κάνω-λιανά
για-να-πουλιέσαι-εύκολα, και δείχνω να πονάμε
την ίδια στιγμή που απ’ της ακινησίας την τριβή ξεχνάω και αφήνομαι
το απόγευμα βρίσκω τα δέρματά μας μούσκεμα στις σκάλες
ενός κτιρίου με πολλά τετράγωνα παράθυρα, ευθεία μπροστά
μία πλατεία και μια θλίψη με λιγοστές ατίθασες λεύκες που κόπηκαν
σαν χέρια στον αγκώνα, τι κι αν οι ευθείες ανάμεσα σ’ εμ
άς και εμάς δεν είναι σήμερα νοητές, τη στιγμή αυτή –μετά από
όσες με μέτρησαν ανθρωποώρες– τις βλέπω να συναντιούνται,
να γίνονται δρόμος με χιλιάδες ρεύματα προς
κάποιο σημείο αυτό βλέπω και
αρχίζω να πληθαίνω το απόγευμα και ίσως αρχίζει
ένας θόρυβος άλλος και πάνω απ’ τις ουλές
με πάταγο αντέχω πια την μοναξιά γιατί δεν είναι

Δημήτρης Γκιούλος, Η αγία γκαρσόνα

Σε βλέπω καμιά φορά στο ακριβό εστιατόριο
πώς σερβίρεις τις κινητές ιδιοτροπίες των πελατών σου
πώς αποκρούεις με χαμόγελο την αγένεια, την προσβολή
το πέσιμο του αφεντικού στον στρογγυλό σου κώλο
(που και εγώ κοιτώ)
πώς μαζεύεις το μικροσκοπικό πουρμπουάρ σκεπτόμενη
το φλερτ με την ανεργία
και τους απλήρωτους λογαριασμούς
αγία εσύ
φυλάς το ακονισμένο μαχαίρι σου
χαρίζοντας στους αφεντάδες ακόμα μια μέρα ζωής

Ως πότε όμως

*Από τη συλλογή “Αστικά Δύστυχα”, εκδ. Θίνες, 2020.