Πέτρος Σκυθιώτης, από τη «Συνθήκη ισορροπίας»

25
Στις διαφημίσεις να προσέχετε κάτω κάτω
και τα μικρά γράμματα

«Ο παράδεισος είναι ένα τσιγάρο δρόμος

μετ’ επιστροφής»

26.
Αγαπητέ κύριε ποιητή,

να θυμάστε να φοράτε
συχνότερα
τα γυαλιά σας
εδώ τα πράγματα
δεν είναι ποτέ στο περίπου
και προπαντός έχουνε
σύνορα και γωνίες

γι’ αυτό σας παρακαλώ
μην εξαπατάσθε
και μας παρασύρετε

Αγαπητέ αναγνώστη,

Οι δικές μου οφθαλμαπάτες είναι μόνο δικές μου
ποιος σας είπε ότι μπορείτε να παίζετε
με την ιδιοκτησία
του καθενός

εγώ για να ξέρετε ήθελα από μικρός
να αποκτήσω
μυωπία

27.
Όλη αυτή είναι η περιουσία μου

της φώναξε
δείχνοντας μια βιβλιοθήκη χειρόγραφα
και βιβλία

εκείνη τον κοίταξε πικραμένη

το ίδιο κι εκείνος

και ξάπλωσαν μαζί
πάνω στο γραφείο
αυτός
κι η κατακόκκινη

καρδιά του

28.
Είναι αλήθεια οι γάτες δεν δακρύζουν
κι ας έχουν ψυχές

επτά

0.
Μια αβέβαια
συνθήκη ισορροπίας
εγγυάται τη ζωή μας

προχωράμε βαστάζοντας κλειδιά

βασταζόμενοι από πόρτες

*«Συνθήκη ισορροπίας», εκδ. θράκα, Φεβρουάριος 2014.

Γιώργος Κ. Καραβασίλης, Τέσσερα μικρά μαδριγάλια

ΑΠΝΟΙΑ

Στον πάπυρο της πεταλούδας
Η απόσταξη των τοπίων.

ΣΑΡΚΩΣΗ

Σε χάδι μωβ κυλά η Άνοιξη
Και στης καρδιάς το φύλλο
Ανεμοπύρωμα η βροχή
Βαθύ πουλί
Χώμα το χώμα
Σπόρο το σπόρο
Κραυγή την κραυγή
Καρφώνει στεφάνι.

ΑΚΟΥΩ ΤΟ ΚΡΙΘΑΡΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Ακούω το κριθάρι της γης
Στις καλύβες του κάμπου.
Ας πιούμε τη μοσχοβολιά μιας μέρας
Σ’ αυτό το καταφύγιο της λυχνισμένης νύστας.

ΓΥΜΝΟ ΠΟΔΙ, ΦΥΛΛΟ ΕΞΟΧΙΚΟ

Ω γυμνό πόδι, φύλλο εξοχικό,
Πώς ξεδιψάς το καλοκαίρι στο κορμί,
Σε θαλασσινό αφρό
Πουρπουρίζει το στήθος σου.
Μη μου μιλήσεις! μη σε τελειώσω.

*Από τη συλλογή “Η γραφή και το μαχαίρι” που συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό “Ποιήσεις 1963-2003”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004.

Νίκος Βουτυρόπουλος, Eκτός Δικτύου

V
Φυσάν οι αυλοί του κόσμου
τις ξύλινες φωνές τους.

Του Δεκέμβρη τα φώτα καμπούριασαν,
γιατί ανεμικοί οι ψίθυροι,
καθώς κουβεντιάζαμε τη σκόρπια ζωή μας.

«Σου ‘λειψα; Ν’ αποτύχω ξανά;
Θα τ’ αντέξεις;» ρωτούσες επίμονα,
τροπικό καναρίνι.

Όπως ξημέρωνε με λευκή τη σελήνη,
το παρελθόν παραδόθηκε,
και ανάσα γλυκιά απ’ τα βάθη
της θάλασσας σύντροφος έγινε
του ατέλειωτου καημού των ανθρώπων.
Ως το σβησμένο έφτασε δώμα
ν’ ακυρώσει την τρελή τυραννία των φίλων.

Βλέπεις λοιπόν; Ή να σε καλέσουμε πάλι
τ’ όραμα ενός αγέρωχου δέντρου;

VI
Περιμένουμε, λες, το επόμενο αβάσταχτο,
Αφού αναπότρεπτο των ημερών το κύλισμα.

Και που ‘γινε η ζωή αυλαία,
μήπως μας σώζουν τα παλαμάκια;

Να βρεθούμε θα ‘λεγα,
με τις φωνές μας άδειες,
τότε που ξανθαίνει το καλαμπόκι,
να προφέρομε τους μικρούς μας κόσμους.
Πικρούς αν μας αφήσουν
τ άδοξα δάκρυα… θ’ απογίνομε τι;
Συμφορές;

*Από τη συλλογή «μικρά κερωτικά», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούλιος 2013.

Sandro Penna, Εσωτερικό

Στου θυρωρού δεν ήταν κανένας.
‘Ήταν το φως πάνω στα φτωχά
ξέστρωτα κρεβάτια. Και πάνω στο
παλιό τραπέζι κοιμόταν ένας αλητάκος
πανέμορφος.
Γλύστρισε απ’ τα διπλωμένα
μπράτσα του, διστακτικά, ένα γατάκι

*
Νάτοι οι εργάτες στην πράσινη αλέα
να γευματίζουν: δεν είναι όμορφοι;
Τρέχουν τα αυτοκίνητα ολόγυρα
κόσμος περνάει φορτωμένος εφημερίδες.

Δεν είναι όμορφοι οι εργάτες;

*

Το βρήκα το αγγελούδι μου
Σε ένα ύποπτο σινεμά.
Κάπνιζε ένα τσιγαράκι
κι είχε τα μάτια υγρά.

*Ήταν ο Σεπτέμβριος. Πηγαινοέρχονταν
θορυβώδης ο κόσμος στους δρόμους.
Ο ήλιος αγαπούσε το κρασί και τον εργάτη.
Τα τραγούδια επέμεναν μέχρι βαθειά μεσάνυχτα.
Εκστατικό όμως
απέμενε ένα αγόρι, δεμένο πλέον
-κάτω απ’ τη ζεστή φυλλωσιά της βραδιάς-
στο αθώο γέλιο ενός φίλου.

*

Η πλατειούλα της Βενετίας
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Αλλά απομένει
στη μνήμη -και θέλγει
το φως- η πτήση του νεαρού
ποδηλάτη, που απευθύνθηκε στο φίλο
με μια μελωδική πνοή: «Πάς μόνος;»

Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος
μεσ’ στο γλυκό ψίθυρο της ζωής.

*

Στο δροσερό ουρητήριο του σταθμού
κατέβηκα από το φλογισμένο λόφο.
Πάνω στο δέρμα μου σκόνη κι ιδρώτα
με μεθούν. Στα μάτια τραγουδάει
ακόμη ο ήλιος. Ψυχή και κορμί εγκαταλείπω
τώρα, ανάμεσα στη στιλπνή και άσπρη πορσελάνη.

*

Άδειος είναι ο ουρανός. Μα στα μαύρα μάτια
εκείνου του αγοριού, θα προσκυνήσω το θεό μου.

Ο θεός μου ωστόσο, απομακρύνεται με το ποδήλατό του
ή ανέμελα ένα ντουβάρι καταβρέχει.

*

Το αγνό χέρι, το μυρωμένο σίδερο
φιλούσα… κι έπειτα απ’ το συνεργείο
μια παρατεταμένη φωνή έρχονταν
να μου κλέψει το χέρι.

*Sandro Penna Ποιήματα, έκδοση «Το μικρό δέντρο», Αθήνα, Δεκέμβριος 1981. Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.

Ένα σύντομο σημείωμα για τον «διήγημα» της Τεμπρίδου

Η φεμινιστική νουβέλα της Γιώτας Τεμπρίδου που αποφάσισε να θανατώσει τη χαρά

Γράφει η Τώνια Τζιρίτα-Ζαχαράτου

Κατά την ανάγνωση του διήγημα σκεφτόμουν συχνά μια μορφή εξίσου θεωρητική και πραγματική που τα τελευταία χρόνια περιπλανιέται στη φεμινιστική κριτική θεωρία. Αναφέρομαι στη μορφή της killjoy φεμινίστριας την οποία έχει εισαγάγει δυναμικά η φεμινίστρια στοχάστρια Sara Ahmed. Κατά μία σύμπτωση που μάλλον δεν είναι και τόσο παράδοξη, καθώς μοιάζει να υπαγορεύεται από την ίδια κατεπείγουσα συνθήκη, το Εγχειρίδιο για killjoy φεμινίστριες [1] της Άχμεντ κυκλοφόρησε επίσης την άνοιξη του 2023, δηλαδή την ίδια περίπου περίοδο με τη νουβέλα της Γιώτας Τεμπρίδου. Ίσως αυτή η σύμπτωση να τα συνέδεσε αρχικά στη σκέψη μου, πάντως είναι βέβαιο πως και στα δύο βιβλία –παρά τις διαφορετικές τους καταβολές και παραμέτρους– εντόπισα μια υπόσταση προκλητικά κι απερίφραστα φεμινιστική που μ’ έκανε να διαβάσω στην αφηγηματική φωνή του «διήγημα» την αμέτακλητη απόφαση να θανατώσει τη χαρά.

Το φεμινιστικό killjoy είναι εκείνη που χαλάει την ατμόσφαιρα· η οποία, καθώς αρνείται να συγκαλύψει το πρόβλημα, είναι διατεθειμένη να γίνει η ίδια το πρόβλημα. Με επίπονη επιμονή καταστρέφει τον μύθο της ευτυχίας κι αποκαλύπτει στα θεμέλιά της τη θανατηφόρα βία των κοινωνικών δομών. Σβήνοντας ένα χαμόγελο που μπορεί να κρύβει και συνενοχή, ένα νεύμα που ίσως σε κάτι να συναινεί, ο χαρακτήρας της killjoy φεμινίστριας προχωρά σε πράξεις μιας δύσκολης αυτοδιακινδύνευσης· εγκαταλείπει ζώνες οικειότητας κι εκτίθεται γκρινιάζοντας, ουρλιάζοντας ή, με τους όρους της μπελ χουκς, αντιμιλώντας απέναντι σ’ έναν κόσμο έμφυλα, φυλετικά και ταξικά επιθετικό. Με λίγα λόγια ένα τέτοιο φεμινιστικό υποκείμενο, όπως κι ο «διήγημας», είναι αποφασισμένο να χαλάσει το γλυκό.

Γιατί σ’ αυτό το βιβλίο η Γιώτα κουβαλά εκρηκτικά και βρίσκει μορφές έκφρασης που ονοματίζουν και ταυτοποιούν τη βία. Με όχημα μια φωνή που είναι συγχρόνως παιδική κι ενήλικη, θύμα και δρών υποκείμενο, κι οπωσδήποτε έμφυλα προσδιορισμένη, στρέφεται προς ό,τι είναι επώδυνο μες στην εθνοπατριαρχική συνθήκη και συλλέγει ιστορίες κι αναμνήσεις που φέρουν μέσα τους το τραύμα. Αρθρώνοντας έναν λόγο δύσκολο ν’ αρθρωθεί, επανατοποθετεί την πραγματικότητα· τα λέει έξω από τα δόντια· μας ξεβολεύει. Να γράφεις ως killjoy φεμινίστρια σημαίνει να απευθυνθείς στον πατριάρχη πατέρα και να του πεις: «Εσύ, ο πιο, πιο ανίκανος, ο μεγαλύτερος μαλάκας που υπήρξε, ο νούμερο ένα λειψός, και γι’ αυτό ο πιο βαθιά κομπλεξικός» [2]. Σημαίνει να μην κλείνεις τα μάτια στον εφιάλτη για να μπορέσεις να αναγνωρίσεις πως αυτός ο εφιάλτης είναι εν μέρει η ζωή, όταν γίνεται κακοποίηση, βιασμός, ρατσιστική επίθεση και τόσα άλλα.

Όμως, συγχρόνως ο «διήγημας» καταστρέφοντας μυθεύματα κι ειδυλλιακά αφηγήματα ανασκάπτει την πραγματικότητα και βρίσκει εκείνες τις χαρές που ανοίγουν χαραμάδες για χάρη της επιβίωσης. Ξηλώνοντας ό,τι καθιστά την ύπαρξη αφόρητη, δημιουργεί δυνατότητες που μας επιτρέπουν, κάθε φορά που αντικρίζουμε τον κόσμο, να βλέπουμε εντός του και τη δική μας αντανάκλαση. Μες στο βιβλίο μια τέτοια λειτουργία φαίνεται να επιτελεί η ποίηση, οι στίχοι που στοιχίζονται γύρω από την αφηγήτρια ώστε εκείνη να κολυμπήσει εντός τους. Γράφει: «Ένα σπίτι από στίχους έφτιαξα, εδώ ζω, δεν τους μετρώ» [3]. Η Άχμεντ μιλώντας για τη σημασία που έχει η λογοτεχνία για το φεμινιστικό της εγχείρημα σημειώνει: «Τα βιβλία μπορούν να αποτελέσουν τα οικοδομήματά μας. Εγγραφόμαστε στην ύπαρξη. Φεμινισμός: Θέτουμε στην ύπαρξη η μία την άλλη» [4]. Οι στίχοι, όπως τους χρησιμοποιεί η Γιώτα, είναι φορείς ιστοριών τις οποίες η αφηγήτρια σε προσκαλεί ν’ αφουγκραστείς. Μια τέτοια ιστορία είναι π.χ. ο διακειμενικός έρωτας της κυρα-Μαρίας του ομώνυμου παιδικού τραγουδιού με την κυρα-Ροδαλίνα της Ελένης Βακαλό, που ως πρόσχαρες κυράδες και οι δυο φτιάχνουν ένα ξέγνοιαστο σπιτικό στον αγρό για να αγαπηθούν όπως τους πρέπει. Τέτοιο είναι και το αίσθημα αλληλεγγύης που μοιράζεται η αφηγήτρια με την εγκαταλελειμμένη μικρή Ελένη του ομώνυμου παιδικού τραγουδιού που έχει εγκλωβιστεί στο κέντρο ενός κύκλου βαναυσότητας.

Καμιά φορά το να είσαι στο κέντρο ενός κύκλου συμπίπτει με το να είσαι στο περιθώριο ενός κειμένου και τότε η μετατόπιση των θέσεων μοιάζει να εξαρτάται από την αναδιάταξη των λέξεων μέσα σ’ αυτή τη ρευστή επικράτεια που ονομάζουμε γραφή. Η μπελ χουκς περιγράφει τη γραφή ως έναν τρόπο να αιχμαλωτίζεις τον λόγο, να τον φέρνεις κοντά σου και να τον κρατάς εκεί: «Κι έτσι κατέγραφα κομμάτια και θραύσματα συζητήσεων, εξομολογούμουν σε φθηνά ημερολόγια που σύντομα διαλύονταν από την υπερβολική χρήση, εξέφραζα την ένταση της θλίψης μου, την απελπισία του λόγου –γιατί πάντοτε έλεγα το λάθος πράγμα, έθετα τα λάθος ερωτήματα. Δεν μπορούσα να περιορίσω τον λόγο μου στις απαραίτητες γωνίες κι αγωνίες της ζωής. Έκρυβα αυτά τα γραπτά κάτω από το κρεβάτι μου, στα παραγεμίσματα των μαξιλαριών, ανάμεσα σε ξεθωριασμένα εσώρουχα» [5].

Ο διήγημας μοιάζει να είναι φτιαγμένος από ένα τέτοιο υλικό, το λάθος υλικό, το κομματιασμένο, το προσωπικό, το διασκορπισμένο, το παραχωμένο κάτω από την πίεση της πραγματικότητας που όμως έχει φτάσει πια στο σημείο υπερχείλισης, κι έτσι πλημμυρίζει στη διαρρηγμένη αφήγηση αυτής της νουβέλας. Και αφού οριοθετήσει τους τόπους της βίας, αναζητήσει τις μορφές που χρειαζόμαστε, αλλά ακόμα δεν έχουμε, εξερευνήσει τις πολλαπλές συνδέσεις μεταξύ χειραφέτησης κι ευαλωτότητας, τελικά καθιστά τη σχέση ανάμεσα στη γραφή και την ανάγνωση μια σχέση killjoy αλληλεγγύης γιατί, όπως μας θυμίζει εμφατικά η Άχμεντ, έχουμε ανάγκη την αλληλεγγύη και τη χαρά προκειμένου να επιβιώσουμε από τη θανάτωση της ευτυχίας.

Σημειώσεις

  1. Sara Ahmed, The Feminist Killjoy Handbook (London: Penguin Books, 2023)
  2. Γιώτα Τεμπρίδου, διήγημας (Θεσσαλονίκη: Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2023), 24.
  3. ό.π., 62.
  4. Ahmed, 185.
  5. bell hooks, Talking Back: Thinking Feminism, Thinking Black (Boston: South End Press, 1989), 6.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Richard M. Berlin, Ο καρκίνος του πνεύμονα με την τεχνική της ανάστροφης Time-Lapse φωτογράφισης1

1.
Τρεις ανάσες πριν το θάνατο,
ένα χέρι καλυμμένο με μπλε λάτεξ γάντι
τραβάει έξω τον τραχειοσωλήνα2,
μια λεπίδα αφαιρεί τα ράμματα
από την τρύπα της τραχειοστομίας που συρίζει
τα σταγονίδια του αίματος απορροφώνται μες στο δέρμα.
Ο ασθενής εκπνέει, ανασηκώνεται
απ’ το κρεβάτι και περπατά προς τα πίσω,
έξω από το νοσοκομείο και μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο
που κινείται ανάστροφα, ξεφυσά τον καπνό απ’ το στόμα του
σε μικρά συννεφάκια
κάθε συννεφάκι έλκεται πίσω
στην αναμμένη κόκκινη καύτρα
ενός άσπρου τσιγάρου που όλο μακραίνει και μακραίνει,
πριν τα βάλει όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σ’ ένα πακέτο,
τα πακέτα τακτοποιούνται σε χαρτόκουτα,
τα χαρτόκουτα σε κιβώτια, άνδρες με καρότσια τα μεταφέρουν
κινούμενοι προς τα πίσω και τα φορτώνουν σε φορτηγά,
οι οδηγοί με την όπισθεν τα οδηγούν στα εργοστάσια
της Carolina και του Kentucky όπου το τσιγαρόχαρτο
ξετυλίγεται και ο ψιλοκομμένος καπνός
κυλά ανάμεσα από τους κοπτήρες
και ξαναβγαίνει ολόκληρο φύλλο,
τα φύλλα ξαναγυρνούν στις αποθήκες όπου
κρέμονται γλυκά και υγρά στο ζεστό
φθινοπωρινό ήλιο πριν τα ύψους δέκα ποδιών φυτά χωθούν
στην πλούσια καφετιά γη, μικραίνοντας
καθώς το καλοκαίρι ψυχραίνει και γίνεται άνοιξη
ωσότου ό,τι απομένει είναι χίλιοι
μικρούτσικοι σπόροι στην παλάμη ενός αγρότη.

2.
Ο άνδρας που ξεφυσούσε συννεφάκια καπνού
θεραπεύεται με κάθε εκπνοή,
ανακτά τους μυς και το λίπος του, τα λεκιασμένα δόντια του
λάμπουν καθώς από κίτρινα γίνονται άσπρα,
η κόκκινη σκληρία του όγκου και των νεόπλαστων αγγείων
συρρικνώνεται από μια μάζα
σ’ ένα μικρό εξόγκωμα, σε μερικά άγρια κύτταρα,
σε μια σπασμένη έλικα του DNA.
Σηκώνει το χέρι του στο πρόσωπο
ξανά και ξανά, σαν
να φυσά ένα εκατομμύριο φιλιά,
και οι γραμμές του προσώπου του μαλακώνουν,
τα γκρίζα του μαλλιά, μεταμορφώνονται
σε μαύρα, και γίνεται ολοένα και νεότερος
και νεότερος έως ότου το κάπνισμα σταματά.
Στην τελευταία σκηνή, αυτός τριών χρονών,
καβάλα σ’ ένα παιδικό ποδηλατάκι με τρεις ρόδες
που πάει προς τα πίσω
σε ένα αδιέξοδο δρομάκι3
όπου τα σπίτια διαλύονται από την οροφή μέχρι το υπόγειο,
και οι τρύπες των θεμελίων τους γεμίζουν
χώμα, το οικοδομικό τετράγωνο μετατρέπεται
σε καπνοχώραφο, η πλούσια καφετιά γη
ζεσταίνεται από το δυνατό καλοκαιρινό ήλιο,
η μάνα του κουνά το παιδί της στην αγκαλιά της,
το μέλλον τόσο φωτεινό
σαν τη λάμψη των ματιών τους.

1.Η τεχνική κινηματογράφησης που γίνεται με την φωτογράφιση του ίδιου αντικειμένου από την ίδια φωτογραφική γωνία σε διαφορετικές σταδιακά χρονικές στιγμές. Το αποτέλεσμα είναι κατά την προβολή να συμπυκνώνονται χρονικά οι εικόνες και να «τρέχουν» σε πραγματικό κινηματογραφικά χρόνο με ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό.
2.Επεξηγείται στο ποίημα «Ανάμεσα στη λογική και στον πανικό». Η διαφορά στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο τραχειοσωλήνας δεν έχει οδό εισόδου τη στοματική κοιλότητα αλλά το στόμιο της τραχειοτομής (την τρύπα στην τραχεία) που διανοίγεται κάτω από τον λάρυγγα για την απευθείας επικοινωνία του τραχειοσωλήνα με την τραχεία (τραχειοστομία).
3.Η οικογένεια ανήκει σε ανερχόμενη οικονομικά οικογένεια της εποχής. Τα αδιέξοδα δρομάκια κατασκευάστηκαν ως τμήμα του σχεδιασμού της οικιστικής ανάπτυξης των προαστίων των πόλεων που άρχισε τη δεκαετία του ’50, όταν οι πρώην στρατιώτες παντρεύτηκαν και δημιούργησαν οικογένειες. Αγροτεμάχια κοντά στις πόλεις (συμπεριλαμβανομένων και βαμβακοφυτειών) πουληθήκαν και αναπτύχθηκαν νέες προαστιακές περιοχές ομοιόμορφων κατοικιών που ήταν καθαρές, τακτοποιημένες και ασφαλείς για τα παιδιά, επειδή δεν υπήρχαν δρόμοι και οι κατοικίες ήταν κτισμένες με αδιέξοδα δρομάκια. (Πληροφόρηση από προσωπική επικοινωνία με τον ποιητή).

*Από το Έγχειρίδιο ποίησης”, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2017. Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Ko Un, Έξι ποιήματα

ΗΧΩ
Επάνω στα βουνά με το σουρούπωμα:
Τι είσαι;

Τι είσαι, είσαι…

Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ
Κουκουβάγια του μεσημεριού
μάτια θαμπά
Δεν βλέπεις τίποτα.
Καρτέρι μόνο.
Η νύχτα σου σίγουρα έρχεται.

ΜΩΡΟ
Πριν γεννηθείς
πριν τον μπαμπά σου
πριν τη μαμά σου.

υπήρχε
το κελάρυσμά σου.

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΑΝΙΡΟΥΝΤΑ
Τόσο βαθιά βυθίστηκε στον διαλογισμό του αυτός ο άνθρωπος
που έχασε εντελώς την όρασή του
αλλά τού ανοίχτηκαν του ουρανού τα μάτια.
Βλέπει το καθετί που υπάρχει.

ΜΟΣΧΑΡΙ
Όλα σε κάτι άλλο μεταβάλλονται.
Η πιο αποκαρδιωτική στιγμή.
Κόψ’ το.

Όλα σε κάτι άλλο μεταβάλλονται
κι οι αγελάδες γίνονται «μοσχάρι».

ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΒΟΥΝΟ
Ρίχνοντας πίσω μια ματιά
Ώχ!
Κανένα ίχνος του βουνού που τώρα δα κατέβηκα,
Πού βρίσκομαι;
Η φθινοπωρινή αύρα στριβιλίζεται και σβήνει ξέπνοη
σαν τ’ αδειανό αποφόρι ενός φιδιού.

*Από το βιβλίο «Τι; – 108 Ζεν ποιήματα», εκδ. Περισπωμένη, 2014. Μετάφραση: Αργυρώ Κασωτάκη-Γατοπούλου / Hana Yoo. Πρόλογος: Allen Ginsberg.

Lola Ridge, Το γκέτο

Δροσερός αέρας, άπιαστος
Γύρω γύρω από το αποπνικτικό σκοτάδι που το διαπερνούν ψυχρές γαλάζιες δέσμες φωτός,
Κι όμως ούτε μια πνοή δεν ταράζει την ζέστη
Καθώς αφήνει το τρομερό βάρος της επάνω στο Γκέτο
Και πιο πολύ στην οδό Χέστερ…

Η ζέστη…
Που μυρίζει στα ιδρωμένα κορμιά,
Και σαν ζώο πιέζει με την τεράστια καυτή κοιλιά της
Κλείνοντας όλες τις διόδους του αέρα…

Η ζέστη στην οδό Χέστερ,
Στοιβαγμένη σ’ ένα κάρο
Με τα σκουπίδια του κόσμου.

Κορμιά κρέμονται από τις εξόδους κινδύνου
ή ξαπλώνουν νωχελικά στα σκαλιά της εισόδου…
Τα κεφάλια τους γερμένα εκπέμπουν ένα χλωμό φως-
Πρόσωπα στο χρυσοκίτρινο χρώμα της ρέγκας, με λεκέδες σαν από μούχλα,
Και τα ιδρωμένα πρόσωπα των κοριτσιών
Σαν νοτισμένοι, λευκοί κρίνοι
Και βρέφη με ξεραμένα χείλη, ανοιχτά στόματα που βυζαίνουν
Σαν άδειο στήθος, τον αέρα…

*Από τη συλλογή “Το σώμα που πονά, ο καθρέφτης του κόσμου” εκδόσεις Κείμενα, Ιούνιος 2023, σε μετάφραση Ελένης Χατζή, επιμέλεια έκδοσης Βάσω Κυριαζάκου.

Σπύρος Κατσίμης, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

Λέγανε ότι είναι δυστυχισμένη
και βαρέθηκε να ζει
ενώ τής άρεσε να σεργιανίζει
με το θάνατο
που μεγαλώσανε μαζί

*

Ο ΒΙΡΤΟΥΟΖΟΣ

Δεν είχαν να πουν τίποτα
να ρωτήσουν τίποτα
στην κρύα πόλη, όπως:
γιατί συνέχιζε να παίζει
-σε μια γωνιά ζητιάνος-
με το ίδιο πάθος ο βιρτουόζος
μιας εθνικής ορχήστρας
διαλυμένης

*

ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Δεν ήσουν έτοιμος ακόμα να δεχτείς
τη μόνη βοήθεια που έχω να σου δώσω.
Το έβλεπα στην απορία σου
και τη νεανική ανάστατη μορφή σου
καθώς επέμενα να σου μιλώ
γα την αξία των μικρών
αγαπημένων χώρων και πραγμάτων
και τις μοναδικές στιγμές των αισθημάτων
από τα χρόνια που δεν ζούσαμε
τέτοιον ξεπεσμό.

*

Ο ΔΙΑΡΡΗΚΤΗΣ

Ο ιδιοκτήτης έλειπε κι αυτός έψαχνε
για χρήματα, για κοσμήματα ή κάτι
να το εξαργυρώσει, ανακάτευε
βιβλία, γράμματα, φωτογραφίες
και δεν βρήκε
τίποτα για τον εαυτό του, έξω
απ’ τον παλιό καθρέφτη που έδειχνε
το πρόσωπό του.

*Από τη συλλογή “Μεταφορά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Γενάρης 2015.

Bigaro Diop (1906-1989), Οιωνός

Ένας γυμνός ήλιος – ένας κίτρινος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος στην κοντινή αυγή
Σκορπίζει κύματα χρυσού στις όχθες
Του κίτρινου ποταμού.

Ένας γυμνός ήλιος – ένας άσπρος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος κι άσπρος
Σκορπίζει κύματα ασημιού
Πάνω στον άσπρο ποταμό.

Ένας γυμνός ήλιος – ένας κόκκινος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος και κόκκινος
Σκορπίζει κύματα άλικου αίματος
Πάνω στον κόκκινο ποταμό.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Αλέξη Τραϊανού, Ανθολογία Νέγρων Ποιητών, Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969.
**Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός.