Νίκος Κόλμαν, Δύο ποιήματα

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ

Το φως του φεγγαριού στόχευε τα κλειστά σου μάτια
χαμογελούσε το βλέμμα σου
προστατευμένο από την εμμονή μου

ωσάν να κοιτούσα αλλού
ωσάν να ξυπνήσαμε αλλού, σε ολική μετατόπιση του χωροχρόνου,
ωσάν να ιεροσυλήσαμε στο ιερό μιας εγκαταλειμμένης
βυζαντινής εκκλησίας σ’ άγνωστο χωριό της Καππαδοκίας.

Το ονειρικό ατόπημα
μεταφέρεται από κοπάδι άχρωμων αμνών.

*

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Αυτή τη στιγμή
την επόμενη στιγμή
όλες τις στιγμές
-καλές και κακές-
τις χρονομετρώ, τις πολλαπλασιάζω, τις διαιρώ και
Υπολογίζω
πόσο πολλές είναι
μέσα στη σύντομη ζωή.

Δύο σταγόνες καθώς πέφτανε από ψηλά
Συναντήθηκαν
Αγαπήθηκαν
Φιλήθηκαν
μα μόλις φτάσανε στη γη
για πάντα διαλύθηκαν.

*Από τη συλλογή “Δοκιμές μνήμης”, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2020.

Η καλύβα ψηλά στο βουνό – Σε κοίταζα μ’ όλο το φώς και το σκοτάδι που έχω

Προοίμιο

Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.
Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.
Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*

Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.
Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.
Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.
Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:

Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο. Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…
Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα
συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα: προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής – αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές, με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.
Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.
Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.
Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος
του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε
ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο
τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού! Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.
Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.
Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.
Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.
Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου
1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.
Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…
Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.
*
Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:
Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία «αναγνωρίσεως»
Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία…

Επίλογος

Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.
Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

*Υστερόγραφο: Το κομμάτι αυτό προέρχεται από τα «μυστικά του Κόλπου»:
http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_115598030464363419.html

Κατερίνα Λιάτζουρα, από τη συλλογή “Λευκοί νάνοι”

και έπειτα·

με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siecle·
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας

Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;

Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις

μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;

*“Λευκοί νάνοι”, εκδ. Βακχικόν, 2022.

Γιώργος Κοζίας: Το ανθισμένο καράβι

Στη Χριστίνα

Τα πανιά ξεδιπλώθηκαν. Ο αγέρας φύσηξε
τέντωσε τα σχοινιά. Πάνω στο γέρικο καράβι
άνθισε η τριανταφυλλιά. Τυλίχτηκε στην πρύμνη
και στην πλώρη. Ανέβηκε στην κορυφή του καταρτιού.
Στα κουπιά κρέμασε τα στεφάνια της.
Οι κωπηλάτες φώναξαν στον τιμονιέρη να γυρίσει
το πλοίο κατά τη στεριά. Αυτός αρνήθηκε.
Τρομαγμένοι από αλλόκοτα ρόδα ρίχτηκαν
στη θάλασσα. Η τριανταφυλλιά κράτησε
μόνο τον τιμονιέρη. Τον σπλαχνίστηκε.
Του έδωσε άστρο βάλσαμο, τιμόνι καρυοφύλλι.

*Από συλλογή “Πεδίον ρίψεων”, εκδ. Στιγμή, 2001.

Μαρία Κούρση, από τη “Μία μέρα”

Ο άνθρωπος που έβλεπε ανθρώπους
να περνούν
Μέσα από τον Χρόνο και τη Λέξη
Πρόλαβε Προσαρμόστηκε Παραιτήθηκε
Ευκαιρίες δίνονταν χάνονταν περίμεναν
(Το κύμα έσκαγε έβρεχε τα πόδια του
Τα γυμνά του μάτια)
Κατά καιρούς αγάπησε τον Χρόνο και τη Λέξη
Λυπόταν που έφευγε που γύριζε
που έφευγε
Λυπόταν που κοίταζε μόνο κοίταζε και κοίταζε

Χαρτάκι ανεμίζω ασήκωτο χαρτάκι
ανεμίζω καθηλωμένο που ήτανε
βαρύ χαρτάκι σαν μολύβι ανεμίζω
βαθιά στη γη από το χώμα ήτανε
το πήρε και το σήκωσε
ανέλπιστος αέρας ψευτοαέρας
(στην ανέμη τυλιγμένο ν’ αρχινίσει)

*“Μία μέρα”, Εκδοτική Αθηνών, 2014.

Nadia Anjuman, Δηλητήριο

Εκείνη τη νύχτα…
οι σκορπιοί μαζεύτηκαν κρυφά
για μια άγρια ανταλλαγή
που συνεχίστηκε για αρκετό καιρό
Το θέμα: Έγχυση δηλητηρίου σε σώματα γνώσης!
Πιο δηλητήριο να επιλέξουν δεν
μπόρεσαν να καταλήξουν
Ξαφνικά
από την ομάδα ο πιο φρικτός απ’ όλους
άνοιξε το στόμα του
η γλώσσα του σαν ξίφος
και μίλησε:
Η νύχτα περνά, δεν υπάρχει χρόνος για
καθυστέρηση
Όταν η λεία μας
κλείσει τα μάτια
σηκωθείτε και βρείτε ένα σημείο να κεντρίσετε
Έχω κληρονομήσει
ένα αρχαίο βάζο με
φαρμάκι θανατηφόρο απ’ τους προγόνους μου
Τώρα είμαι εγώ ο γενναιόδωρος εκείνος που
θα το κληροδοτήσει σε άλλους…

*Nadia Anjuman, Αφγανή ποιήτρια, γεννήθηκε το 1980, και πέθανε ύστερα από ξυλοδαρμό του συζύγου της, το 2006.

**Από την Ανθολογία «Σιωπές. Ποιήτριες από το Μπανγκλαντές, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν». εκδόσεις Opportuna. Ανθολόγηση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Λεωνίδας Καζάσης, Τέσσερα ποιήματα

Τα βιώματά σας,
των παιδιών σας τα αίματα
δεν σας έπεισαν·
ούτε η γνώση στα σχολειά
που κι οι φτωχοί απέκτησαν·
ούτε της τεχνολογίας σας η πληροφόρηση σας προβλημάτισε.
Χτύπα απότοκο! Χτύπα στιγμή!
Άνεμε τσάκισε τους αμετανόητα δυστυχισμένους!

*

Η αίσθηση την σκέψη ερεθίζει
και η σκέψη ανταποδίδει
με την φαντασίωση της στέρησης που αιμορραγεί.
Ο πολιτισμός που τα πάντα διχάζει
που τα ενώνει μόνο στην αλληλοσφαγή,
την διαλεκτική τής φύσης αντιμάχεται˙
μιάς φύσης που ένοχα σας επιτρέπει.

*

Γελασμένοι απ’ τις προβλέψεις
οι προσδοκίες σάς ταπεινώνουν!
Τα εργαλεία σάς απειλούν,
δίχως ρίγη από φιλήματα ζεστά,
οι διαθέσεις σάς εξοντώνουν.

Ακούγοντας τσιρίδες γραναζιών,
πίσσας φωτιά ρεμβάζοντας,
ποτέ δεν θ’ αντικρύσετε τα βλέφαρα της θάλασσας που κλαίνε.

*

Κι αν πικράθηκα κι αν εστηλίτευσα
κι αν εγχειρίδιο άρπαξα να μπήξω,
μπροστά στης θάλασσας το δειλινό,
στων κάμπων, στων βουνών τον ορθρινό οργασμό,
δαγκώνοντας δυό χείλη,
τα μάτια μου να κλείσω.

ένα έτσι, κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις

Φώτο: ένα έτσι

Κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις.
Μία εύκολη ρίμα, ένα πρόχειρο ρήμα.
Σχέσεις πριν γίνουν υπόσχεση.
Άνθρωποι πριν γίνουν τοπία.
Αφρικάνικα σύνορα, ανταλλάξιμες μοναξιές.
Τσιγάρα πριν γίνουν φεγγάρι.
Δεν είναι πια μυστικό.
Κάτω από όλους αυτούς τους τόνους
καθημερινής τρέλας και αηδίας
κρύβεται μια σπαρακτική σιωπή.

*Πάρθηκε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2023/06/21/7325/#like-7325

Κωνσταντίνος Βορβής, Αυτοκινητόδρομος

Εβένινο ποτάμι του φωτισμένου σκότους
αυτή τη νύχτα θα χαθώ στην άσφαλτό σου
στο σιδερένιο φέρετρο προφυλαγμένος
μόνος με τον κόσμο, με τα άστρα
οδηγώντας στην τροχιά του επέκεινα
μετωπικά θα προσπελάσω τ’ άπιαστο.

Εξαγγελίες ενός θαρραλέα αιρετικού

Του Νίκου Κωσταγιόλα*

Πάει κι ο αρχάγγελος να κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο
Paradiso, paradiso
στο ώριο περιβολάκι και
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.

Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.

Επανερχόμενοι στο σήμερα, είναι καταφανές πως το τοπίο κάθε άλλο παρά έχει καθαρίσει. Η κριτική σιωπή καλά κρατεί, φαινόμενο για το οποίο, εντούτοις, κατά τη γνώμη του γράφοντα ούτε η – μάλλον ανυπόστατη – αντιπαραγωγική αυτογνωσία αλλά ούτε και ο εκδοτικός πληθωρισμός αποτελούν συντελεστές ικανούς. Αρκεί κανείς για τούτο να διαπιστώσει την – οφθαλμοφανή σε όσους έχουν έστω και μια τυπική σχέση με τον χώρο του βιβλίου – συχνότητα με την οποία έργα, μάλλον ελάσσονα, τείνουν να αποτελούν πόλο συσπείρωσης της κριτικής, η οποία με ζηλευτή εγρήγορση (ενίοτε ακόμα και εντός μιας εβδομάδας από την κυκλοφορία ενός βιβλίου) σπεύδει να ομολογήσει την ποιότητά τους, για να περάσει – σχεδόν αμέσως μετά την πλήρωση του χρέους – σε ένα στάδιο σιωπής, ή μάλλον έντεχνα συγκεκαλυμένης συγκατάβασης, σαν από αμηχανία για όσα μόλις ξεστόμισε. Αντιθέτως, έργα όπως ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, παρ’ όλο το μέγεθος και την ποιότητά τους, απολαμβάνουν φειδωλής κριτικής κάλυψης η οποία, τουλάχιστον κατά τη γνώση του υποφαινόμενου, περιορίζεται μέχρι και σήμερα, δύο και παραπάνω χρόνια από την κυκλοφορία της συλλογής, σε σημειωματογραφία μόλις μετρήσιμη στα δάχτυλα του ενός χεριού [2, 4-5, 8-9]. Όσον αφορά, τώρα, τις επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων – τα οποία, μάλιστα, τελευταίως παρουσιάζουν άνθηση πρωτοφανή, σε μια πρόδηλη προσπάθεια αναπλήρωσης του ανύπαρκτου αξιολογικού ρόλου της κριτικής από την ίδια τη λογοτεχνική κοινότητα (απ’ την οποία, φυσικά, δεν λείπουν φαινόμενα εσωτερικής κατανάλωσης) αλλά και ως ανταπόκριση σε μια, κατά τα φαινόμενα, επείγουσα ανάγκη ανάδειξης νέων πενών – μόλις μία (1) κριτική επιτροπή, αυτή των βραβείων «Jean Moreas 2022» [3] (θεσμού της πόλεως καταγωγής και βίου του ποιητή) βρήκε το επίτευγμα του Εξάγγελου επιδεχόμενο επιβράβευσης.

*

Έχοντας κλείσει την παρένθεση περί κριτικής και βραβεύσεων, ας επικεντρωθούμε, τώρα, στον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, πιάνοντας το νήμα από τον τίτλο, την προσέγγιση του οποίου αποπειράθηκαν ήδη προηγούμενες μελέτες [4, 5], με το βάρος να μοιράζεται ανάμεσα στον ομώνυμο ρόλο του αρχαίου δράματος (και δη της τραγωδίας) και το δημοφιλές τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν που τόσο ευρηματικά προσάρμοσε στα ελληνικά ο Διονύσης Σαββόπουλος. Εντούτοις, παρά τις όποιες προφανείς ομοιότητες, διατηρώ την επιφύλαξη πως το ζεύγος των αναγνώσεων αυτό μάλλον να συσκοτίζει καταλήγει παρά να διαυγάζει, αφενός λόγω της δεδομένης απόστασής του από το συλλογικό φαντασιακό αλλά και λόγω του ότι τόσο η δουλική διεκπεραιωτικότητα του πρώτου προσώπου όσο και η υστερόβουλη μειλιχιότητα του δεύτερου αποκλίνουν σαφώς από τις προθέσεις που έχει ο συγγραφέας για τον δικό του Εξάγγελο.

Προσωπικά θεωρώ πως η ανάγνωση του βιβλίου επιβάλλει δυναμικά στον αναγνώστη την ταύτιση του λυρικού υποκειμένου του με πρότυπα εγγύτερα στην ποπ κουλτούρα, όπως λ.χ. τον Τρελό του Βασιλιά Ληρ και – ιδιαίτατα – την ανδρόγυνη και ασφαλώς επαυξημένη από σκηνικής άποψης εκδοχή του, τον διορατικό πλην απερίφραστο Κιοάμι της επικών διαστάσεων διασκευής τού προαναφερθέντος έργου του Βάρδου, Ραν, από τον Ακίρα Κουροσάβα αλλά και, δευτερευόντως, το κεντρικό πρόσωπο του σατιρικού πίνακα Στάντσυκ του Γιαν Ματέικο. Στο συγκεκριμένο έργο-σταθμό για την εθνική ταυτότητα της Πολωνίας, δεσπόζει ο – βλοσυρός, εν αντιθέσει με τα στερεότυπα – γελωτοποιός Στάντσυκ ο οποίος, έχοντας μόλις πληροφορηθεί για την κατάληψη του Σμόλενσκ, περιοχής της ιδιαίτερης πατρίδας του, από Ρώσους εισβολείς, ποζάρει εμφανώς συντετριμμένος, τη στιγμή που στο υπόβαθρο του πίνακα οι ανυποψίαστοι, εστέτ ευγενείς επιδίδονται σε ξέφρενους εορτασμούς – ύβρις η οποία μέλλεται να αποκατασταθεί με τον διαμελισμό της Πολωνίας μερικά χρόνια αργότερα. Για να το πούμε απλά, ο Κοζίας φορά εδώ το προσωπείο του Εξαγγέλου όπως, σε άλλες εποχές, κάποιος θα φορούσε το σκουφί του «Τρελού» ώστε, εκμεταλλευόμενος το ακαταλόγιστο που συνόδευε την πράξη αυτή, να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με καθεστώτα της εποχής του – κάτι απ’ το οποίο, υπό συνθήκες διαφορετικές, θα ήταν αποκλεισμένος. Εξ ου και η συστηματική (προγραμματική;) απουσία του λυρικού «εγώ» καθ’ όλη την έκταση του έργου, η οποία υπαινίσσεται ευθύς εξαρχής πως όσα πρόκειται να ειπωθούν σε αυτό αποτελούν εκτόνωση του συλλογικού και όχι προσωπικού, περιχαρακωμένου συναισθήματος.

Από κοσμοθεωρητικής σκοπιάς τώρα, αν η μετουσίωση του ποιητικού βλέμματος σε στίχο στους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Καρούζο αποτελεί εξακτίνωση της μυστικής εμπειρίας του Ευάγριου Ποντικού και του Μακαρίου του Αιγυπτίου αντιστοίχως [6], είναι καταφανές πως στη θυμική γεωγραφία του Γιώργου Κοζία ιχνογραφούνται, από τα πιο ερεβώδη ρήγματα έως και τις πλέον υψιπετείς της κορυφώσεις, τα προτάγματα του επικούρειου Κήπου, αφενός, και του καμικού παραλόγου, αφετέρου. Ως εκ τούτου, ο Εξάγγελος τον οποίο επιστρατεύει εδώ ο Κοζίας ηχώντας το καμπανάκι στην ανθρωπότητα (ανάμεσα στην οποία ίσως-ίσως υπόρρητα δεσπόζει και ένας εαυτός τραμπαλιζόμενος ανάμεσα στην νεύρωση που πυροδοτεί η τραγική επίγνωση ενός προεξοφλημένου τέλους και στο πένθος για τη ματαίωση των μεγάλων αφηγήσεων), δεν ζητά αιχμαλώτους, κάτι που διαφαίνεται από τα πρώτα κιόλας ποιήματα (Σε σας που κτίζετε / κάτω από τον αστερισμό του μηδενός / Σε σας που στοιβάζετε πλίνθους / κεράμους ως τους αιθέρες, «Σε σας που κτίζετε»). Ο ποιητής σπεύδει εύστοχα ευθύς εξαρχής να εξισώσει τον μηδενισμό – μια ιδεολογία ταυτόσημη του σύγχρονου zeitgeist, ειδικά στον εκπίπτοντα δυτικό κόσμο – με τις υπόλοιπες θρησκείες, μια και η λατρεία του μηδενός δεν παύει να αποτελεί λατρεία (ας θυμηθούμε εδώ τον «the Dude» του κοενικού The Big Lebowski o οποίος, στο μεγαλύτερο μήκος του, καταδιώκεται από τους μηδενιστές), όπως και θρησκεία σε όλα πλην του ονόματος συνιστούν οι επιταγές του καπιταλιστικού αφηγήματος: η άκρατη συσσώρευση αγαθών (Τι υπολόγισες δόξες σπίτια και γονικά / τι μέτρησες στη λάμψη του εφήμερου / απατηλές ειδήσεις με ηχηρούς χρησμούς, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»), η ανώφελη άγρα της δόξας (Τι Σκάμανδρος, τι Καραμεντερές, «Το αναπόδραστο») και της υστεροφημίας (Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη; / Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου /με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη, «Ο θησαυρός των αηδονιών»), η υπερφίαλη, απολιτίκ ψευδαίσθηση ασφάλειας που καλλιεργούν ο ατομικισμός και η απομόνωση στη στενή σφαίρα της ιδιωτείας, κ.λπ. Με την κατάλληλη απόσταση, το βλέμμα του ποιητή διακρίνει στις τάσεις αυτές τίποτε άλλο από εκτονώσεις της ίδιας ψύχωσης που εκκολάπτει, ως κοινός παρονομαστής, ο φόβος εκείνος που λανθάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης κατάστασης, αυτός της φθοράς. Αυτή η επείγουσα ανάγκη αυτοδικαίωσης μέσω ενός νοήματος εν πολλοίς σεσοφισμένου απαξιώνεται στο πρόσωπο του προγραμμένου τέλους, όταν ο άνθρωπος, οριστικά και αμετάκλητα, έρχεται αντιμέτωπος με την πλέον χειροπιαστή απόδειξη πως η υπέρβαση δεν πλάθεται με γήινα υλικά (Τι υψώνετε πυραμίδες, τύμβους / και μαυσωλεία στο Άπειρον / (ρεφάρεται έτσι η παλιοζωή;) / Από το όρος Γιούχτας / το Όλον φαίνεται Μάταιον, «Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας»). Η αναγνώριση των μηχανισμών αυτών ως προϊόντων του ζώου (Ντενίσοβα) που ελλοχεύει, πανταχού παρόν, εντός μας και η καταπράυνσή τους, η έξοδος από τα αυτιστικά σύνδρομα που συνεχώς κερδίζουν έδαφος σε μια καθημερινότητα ακέφαλου ευδαιμονισμού είναι η μάχη που καλείται να δώσει ο άνθρωπος στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική αρένα (Κατακτώντας τόσες μοναξιές / τόσες παραισθήσεις / τη δόξα, τις άγιες οικογένειες / τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις, («Περιοδεύων θίασος Ντενίσοβα»).

Βεβαίως, ο Εξάγγελος του βιβλίου αναγνωρίζει ότι, σε έναν κόσμο κενωμένο από νόημα, η λειτουργία του ανθρώπου υπό ένα αδιάλειπτο καθεστώς συναγερμού, όπου κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης, είναι μάλλον δικαιολογημένη. Ο ποιητής, κόντρα σε μοντέρνες δοξασίες περί εγκλεισμού σε πύργους ελεφάντινους, συμπάσχει με τον αναγνώστη, περιδιαβαίνοντας και αλληλεπιδρώντας με ένα περιβάλλον εν πολλοίς κανιβαλιστικό και παράλογο, μέσα από στίχους-απόηχους του «Ζωολογικού κήπου» του, όταν και πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα (Σε αυτό το ζωώδες επαρχείον / Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό, «Ζωώδες επαρχείον») αλλά και κυρίως εμπεδώνοντας, ψυχή τε και σώματι, τους απαράγραφους νόμους της εντροπίας στους οποίους υπόκειται (Μόνες οι ψυχές μας στέκονται / με το λουρί στο πόδι / Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία / βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν, «Falconeria»). Ο άνθρωπος, ναυαγισμένος σ’ αυτήν την αχνογάλανη κουκκίδα που λέγεται Γη, σε ένα τοπίο ολωσδιόλου εχθρικό το οποίο δεν επέλεξε (βλ. «ερριμένο» και Χάιντεγκερ), βρίσκεται από τις απαρχές του βίου του αντιμέτωπος με έναν άνισο αγώνα (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»), με το σύμπαν να παραμένει πάντοτε στην καλύτερη ασυγκίνητο, κωφάλαλο στις όποιες του εκκλήσεις, στη χειρότερη δε να δρα τιμωρητικά, πίσω απ’ τη σαδιστική μάσκα ενός δημίου ή ενός βασανιστή (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»). Ζωή, τι ρίσκο σύντομο και ειδεχθές! («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») παραδέχεται ο Κοζίας και, πράγματι, τι πιο στυγνό από μια ζωή απογυμνωμένη από κάθε βεβαιότητα πάρεξ αυτήν μιας εκ γενετής επικείμενης τελευτής; (Ο κόσμος / δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε / Θάνατος επί πιστώσει / αυτό είναι όλο, «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο»). Πώς να μην καταρρέεις κάτω από το βάρος της επίγνωσης πως πορεύεσαι καβάλα σ’ έναν τάφο / ακαταπαύστως («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»), ειδικά όταν, ελλείψει μεταφυσικού αντικρίσματος και ηθικών μέτρων και σταθμών, αντιλαμβάνεσαι πως, άξαφνα, αποτελείς άθροισμα και, συνάμα, μόνο κύριο των επιλογών σου μέσα σε έναν ασυνάρτητο κυκεώνα από προοπτικές;

Στην πορεία, ο ποιητής θα συγκεκριμενοποιήσει ακόμα πιο πολύ τις ανησυχίες του, θρηνώντας για την απώλεια της νιότης αλλά και την ματαιότητα του κάλλους, που μόνο εφήμερα δύναται να θαμπώσει τις φωνές των διαψεύσεων που επιμένουν να επισωρεύονται (Να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων / των κοριτσιών, των αρχαγγέλων / να τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη / το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια // Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον / «Τι είναι ζωή; Τα μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;» / Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου, «Εκδρομή με κοριτσάκια»). Φυσικά, από τον γενικό θρήνο, δεν λείπουν και ορισμένες υποψίες οργής προς τον κυνισμό που θέλει τη ζωή να συνεχίζεται, μέσα από μια συνομιλία με τους σολωμικούς Ελεύθερους Πολιορκημένους (Όταν μια μέρα στον κήπο των Τρώων / πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος / χάνεται, φεύγει το πνεύμα / πέφτει η σάρκα / και νέους έρωτες αναζητάμε / καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει, «Αλαφροΐσκιωτο»). Κι όμως [ε]δώ τζογάρει και κερδίζει το Καθαρτήριον η «Φύσις!, («Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας») δεν αργεί να ανασυνταχθεί με χιούμορ μακάβριο ο Κοζίας, υπενθυμίζοντας στις επόμενες γενεές που βιάζονται να παραλάβουν τη σκυτάλη καταδικάζοντας, μάλλον αποστειρωμένα και επιπόλαια, τις προηγούμενες ως παρωχημένες και αναλώσιμες πως το «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς» θα ακουστεί και γι’ αυτές (μοιάζουμε σαν φαντάσματα του θέρους / και να οι ανασκαφείς, να οι αρχαιολόγοι / Τελείωσαν πια τα ψέματα, μας λένε / ας πάψει το γλυκόλαλο τραγούδι σας , «Ο θησαυρός των αηδονιών»). Πού είναι οι αγάπες μας; / Πού είναι οι εξοχές μας; / Πού είναι τα γλέντια μας τα μαγικά; («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») ειρωνεύεται ο Εξάγγελος λοξοκοιτώντας προς την αντίληψη που θέλει τον ποιητή αιώνια έφηβο, το τραγούδι του ανοξείδωτο στους αιώνες αφού σ’ έναν κόσμο [ό]που βασιλεύει σκουλήκι / και μούχλα και σήψη («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα») τίποτα ισοβίως δεν αγιάζει παρά μόνο, πειθήνια γρανάζια στην αλχημική μέριμνα της φύσης, [υ]φαίνουμε, υφαίνουμε / το ίδιο σχέδιο της ξεχαρβαλωμένης Φύσης / πάλι αχόρταγοι και πάλι με ωραίες παραισθήσεις, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Κι όμως, παρότι ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ, («Θάνατος για έναν λεγεωνάριο») πάντοτε θα φεγγρίζει πίσω από όλα και η σαιξπηρικής υφής ελπίδα της επιβίωσης μέσω των επόμενων γενεών και βιολογικών απογόνων, επιβίωση η οποία, φευ, κατοχυρώνει και την διαιώνιση του απευκταίου αγελαίου στοιχείου (Κατάρα, παλιά κατάρα / με το αυγό του φιδιού στην κλίνη / Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι / και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα («Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;»).

Προχωρώντας, είναι σαφές από τα παραπάνω πως οι ανησυχίες από τις οποίες βάλλεται ο σύγχρονος άνθρωπος, κατά τον Κοζία, ανάγονται στο ίδιο θέμα, αυτό της επαναδιαπραγμάτευσης της αχαλίνωτης ελευθερίας, που συνοδεύει τη μεταμοντέρνα συνθήκη από το Άουσβιτς και εντεύθεν. Κεφαλαιώδης ανάμεσα στα συμπαρομαρτούντα αυτής της ελευθερίας (ας θυμηθούμε εδώ το προπατορικό αμάρτημα) είναι η πράξη του θανάτου, χρονικό σημείο που συντελείται η οριστική εξοικείωση του ανθρώπου με το Απόλυτο, το ίδιο ακριβώς Απόλυτο που ξοδεύει όλη του την βιωτή για να ψαύσει επί ματαίω, θυμίζοντας το γνωστό σκηνικό με τον γάιδαρο και το καρότο (Υφαίνουμε το ανύφαντο / που μας καταδιώκει, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Είναι, εντούτοις, αυτή ακριβώς η αδυναμία υπερκέρασης του Απόλυτου με απτά υλικά που υπαγορεύει κάθε πράξη μας (εκούσιας ή ακούσιας) – μια αδυναμία που καθιστά οποιοδήποτε επίτευγμα ανώφελο εν τη γενέσει του – που τελικώς δρα ως παυσίλυπο. Η κάθαρση στον «Εξάγγελο» δεν παρέχεται υπό την μορφή παραμυθίας, από παρηγορητικά χτυπήματα στην πλάτη που μάλλον βαυκαλίζουν παρά συν-κινούν, αλλά από την διακήρυξη αυτής της ματαιότητας (Πού γάμος και γιορτή και σχόλη / στο άγνωστο που ξεγυμνώνει / το Είναι από το Τίποτα / το Τώρα από το Παντοτινό, «Γιουκάλι»), κάτι που βρίσκει απήχηση και στην ίδια την φύση της ποιητικής πράξης, όπου η συνείδηση της άφευκτης ήττας μπρος στο άρρητο δεν αποτελεί ουδέποτε ανάχωμα ικανό για τον ποιητή να αναμετρηθεί μαζί του, εκχερσώνοντας λεκτικά τη σιωπή, με όσο δυνατόν λιγότερες απώλειες. Μέσα από την γλαφυρή παρουσίαση της τραγικότητας των ανθρωπίνων, κατά τρόπο ηρακλείτειο, ο Κοζίας αποβλέπει στην κινητοποίηση και εξωστρέφεια του αναγνώστη, στη συνείδηση των ευθυνών του απέναντι στο μοναδικό βιώσιμο ρεύμα στο οποίο εκβάλλουν όλοι οι πιθανοί παραπόταμοι του βίου: αυτό της διαρκούς σύγκρουσης με κάθε σύμβαση και παραίτηση. Τι, άλλωστε, ιδανικότερο να στεγάσει την ελπίδα από το ερειπωμένο στήθος εκείνων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, καταφάσκοντας το πένθος τους; (Για να τον ξαναδώ να μάχεται / με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»).

Από την άλλη, είναι σημαντικό να τονιστεί πως, κατά τον ποιητή, η δίοδος προς μια τέτοια χειραφέτηση προϋποθέτει ταυτόχρονα και κώφευση προς οποιονδήποτε μεσσιανικών καταβολών λυτρωτισμό (Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ / προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες; // Τη μέθοδο δε μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε / Σαν καλαμιές λυγίζουμε / σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω, «Σπασμένο Ρέκβιεμ»). Ο Εξάγγελος, σε μια νοηματική συνήχηση του «πάτερ ημών / ο εν τοις ουρανοίς / (κανείς)» του Νίκου Καρούζου μεγαλύνει την Γη Χαναάν / Γη των Πιθήκων / Γη των Αποίκων / Γη του Κανένα, («Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς»), μια πραγματικότητα μονολιθική, ανίδεη από μεταφυσική, ομιλούσα μόνο την γλώσσα της ιστορίας (Είδες ποτέ, Γιατρέ, φύση διεστραμμένη; / Το σώμα να επιστρέφει / αφανισμένο, σφραγισμένο / σφυρίζοντας από το Μεγάλο Τίποτε;, «Εν τόπω»), έναν τόπο όπου οι φερόμενοι ως επίγειοι θεοί ατιμάζονται (Πού να σαπίζει ο Κόμμοδος και πού ο Πετρώνιος Μάξιμος;, «Σπασμένο Ρέκβιεμ») και οι επουράνιοι συνένοχα σιωπούν ή χαιρέκακα χαχανίζουν (και είκοσι ένα αιώνες / τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν / πάλι συναθροισμένο θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό / με τη σάλπιγγα της Κρίσης / και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει, «Ο Ελαφοκυνηγός»). «Αμήχανη η φιλοσοφία μπροστά στο προτετελεσμένο» είναι σα να προειδοποιεί εδώ ο Κοζίας, με οποιοδήποτε θέσφατο έξω από τα όρια της αγάπης και της πλησιότητας να ωχριά όταν το τέλος γίνεται διάφανο, χειροπιαστό (Πόσες φορές υπάρχουμε και / πόσες δεν υπάρχουμε / όταν περνάει / της μοίρας τ’ αμαξάκι / κι ο εκδορέας επίμονα ζητάει / για λίγα παλιοσκούδα τη ζωή μας;, «Της μοίρας το αμαξάκι»).

Ενάντια στην οκνηρή αυταπάτη πως η ζωή μάς χρωστά και τη ρομαντική της θέαση, κόντρα στη δαιμονοποίηση του πόνου και της αβεβαιότητας, κόντρα εν ολίγοις στο οποιοδήποτε τέναγος βολής, ο Εξάγγελος προτρεπτικός, εγερτήριος, καταγγελτικός, σαλπίζει το «αεί σχοινοβατείν» (Γερμένος πλάι στην κουπαστή / τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι / τον δαίμονα της θάλασσας / και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων // Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες «Όνειρο στο κύμα»), λοιδορεί την εύκολη παραίτηση (Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε / ή ζης’ την ή παράτα τη στις ερημιές / σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει, «Ο Ελαφοκυνηγός»), προτάσσει την αναγκαιότητα για επιστροφή στα πρωτογενή, αδιαμεσολάβητα συναισθήματα (Ψάξε πουλάκι σε κλαρί / βρες μιαν αγάπη δροσερή / μίλα τη γλώσσα των βουνών, «Στον Καύκασο το φως»), δοξάζει τον έρωτα ως μόνη πτυχή της βιωτής όπου το θαύμα κραταιώνεται. Παρά τις βαθιά ριζωμένες τάσεις της αγέλης ο ποιητής εμμένει τείνοντας το χέρι του μέσα από την κατεξοχήν πολιτική πράξη, αυτήν της τέχνης, γνωρίζοντας πως στο ταξίδι προς την ματαίωση που συνιστά η ζωή, η έξοδος από έναν ομφαλοσκοπούντα εαυτό και η αποκατάσταση της σχέσης με τον Άλλον, ακόμα κι αν ηχούν ως κύμβαλα αφελή και αλαλάζοντα, επιφυλάσσουν τον αυθεντικό δρόμο προς τη λύτρωση.

*

Από φιλολογικής σκοπιάς τώρα, δε θα ήταν άτοπο να ισχυριστούμε πως το όλο κλίμα επαναστατικότητας που διατρέχει το έργο εμπεδώνεται και εμπράκτως στο ποιητικό εργαστήριο του Κοζία, όντας αναπόσπαστο στοιχείο της ποιητικής του, μέσα από μία ατέρμονη διελκυστίνδα που εκδιπλώνεται από το πρώτο έως το τελευταίο ποίημα ανάμεσα στον ιερατικό, αιφνίδιο (όπως έχει, νωρίτερα, χαρακτηριστεί [7]) λόγο και τον ευθύ, προφορικό. Πίσω από αυτό το μαεστρικό πάντρεμα του ύφους, με τις αναπάντεχες πλην καθ’ όλα οργανικές αυξομειώσεις της έντασης, βέβαια, βρίσκεται παράλληλα και η εμφανής πρόθεση του Κοζία να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, προκαλώντας τον τίνι τρόπω να παραμείνει ενεργός. Ειδική μνεία εδώ πρέπει να κάνουμε στην δεξιοτεχνία με την οποία ο ποιητής χειρίζεται τα υψηλά ντεσιμπέλ της φωνής του, τα οποία διανθίζει με στοιχεία απελευθερωμένου στίχου, είτε ισοσύλλαβου (με αποκορύφωμα τις δεκαπεντασύλλαβές του εκδοχές) είτε ομοιοκατάληκτου, παραβολές, συντακτική ακροβασία, διακειμενικότητα, έως και με όψεις παρωδίας και αυτοσαρκασμού. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, συνιστούν επιτηδεύσεις τις οποίες επιστρατεύει ο ποιητής προκειμένου να διασκεδάσει την a priori καχυποψία του αναγνώστη, στου οποίου την μνήμη ο στομφώδης, γεμάτος προστακτικές λόγος θα διακινδύνευε, ειδάλλως, να ταυτιστεί σχεδόν τυφλά με αφηγήματα άλλων καιρών, η μόνη προβολή των οποίων στο σήμερα δεν είναι παρά ο επιθανάτιος ρόγχος τους, οδηγώντας έτσι τον λόγο του στο κενό.

Ο Γιώργος Κοζίας, θαρραλέα αιρετικός απέναντι στην ποιητική κοινή της πολτώδους αυτοαναφορικότητας, της τόσο προσφιλούς στον επιδερμικό, απαρασκεύαστο κριτικό λόγο, στασιάζει, διονυσιάζεται, σαρκάζει, απελευθερώνει. Όπλα του η λεπτή ειρωνεία, η ζέουσα, βρίθουσα σπινθήρων ρητορεία, η πίστη στο «τώρα» ως υπεραρκετή μαγιά του θαύματος, οι φωνές του παρελθόντος, συγγενικές ή μη μα πάντως χαραγμένες στη σύνολη μνήμη. Πολέμιοί του τα τείχη που περιβάλαμε εαυτούς, οι βολικές μας αυταπάτες, η αστόχαστη μακαριότητα του νοικοκυρεμένου βίου, οι έριδες με αφορμή οτιδήποτε εν τέλει καταδικασμένο εν όψει της φθοράς. Ο έξοχος Εξάγγελος – έργο μεγαλεπήβολο καίτοι κατορθωμένο σε όλο του το μήκος και πλάτος – αποτελεί, εδώ και δύο και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία του, χρυσορυχείο πολλαπλών προκλητικών ερεθισμάτων, πρόσφορων για κριτική αναμέτρηση ουδόλως ακροθιγή, μα στηριγμένη πάνω σε ερείσματα στιβαρά. Άλλωστε, πού καλύτερη αφορμή για την αξιολόγηση και όξυνση του ανοσοποιητικού συστήματος του ποιητικού κανόνα και των δυνατοτήτων του να επεκταθεί, προσαρτώντας νέους πυρήνες στης τάξεις του, από τις αποκλίνουσες φωνές; Ο κίνδυνος του πιθανού οστρακισμού των γεωργούντων την ποιητική παραμεθόριο στερεί από όλους, ανεξαίρετα, την δυνατότητα να ατσαλωθούμε.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Διογένης Σακκάς, Κρατικά λογοτεχνικά βραβεία: ένας απολογισμός, bookpress.gr
[2] Νικήτας Παρίσης, Κοντινά και μακρινά πλάνα: Μια επίκαιρη αναφορά στον Οδυσσέα Ελύτη, περιοδικό Λέξη, τχ. 97-98.
[3] Βραβεία Jean Moreas 2022 – βραχείες λίστες, culturebook.gr
[4] Παναγιώτης Νικολαΐδης, culturebook.gr
[5] Μίνα Π. Πετροπούλου, Για τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, frear.gr
[6] Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ελύτης-Καρούζος: δυο προσευχές (Η μυστική εμπειρία), poeticanet.gr
[7] Αλέξης Ζήρας, Ένας σκωπτικός και ανατρεπτικός επίγονος του Καρυωτάκη.
[8] Γιάννης Δημογιάννης, Εξάγγελος: Η ενδοχώρα του χρόνου, oanagnostis.gr
[9] Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, «Η ποίηση των εκατό φιορινιών», fractalart.gr

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ:
https://neoplanodion.gr/2023/06/19/exaggelies-kozias/?fbclid=IwAR1Bj5ldpPawI3F1mMyEfz7FOGlOcxxYnlJe7C4HMKMQW_mVUC0F9xZ2nLI