Γιάννης Τόλιας, Τρία ποιήματα

ΣΙΩΠΗΡΟΣ ΓΟΝΟΣ ΙΙ

Τι είναι οι λέξεις μου
χωρίς εσένα

και πώς να φανταστώ

χωρίς τις λέξεις σου
εσένα

τώρα που η σιωπή
έγινε συνάντηση

*

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΡΕΝΩΝ

Πέρναγε σπασμένος
ο ανοιξιάτικος αέρας
από τα παράθυρα
των τραίνων

Χτυπούσαν
της σκουριάς
τα μέταλλα
σήμαντρα ραγισμένα

Σε κάθε άφιξη της φθοράς.

*

ΣΚΟΤΑΔΙ

Το σκοτάδι είναι μαγικό

Αναγκάζει και το πιο ανεπαίσθητο εχθρικό φως
να αποκαλύψει χωρίς τη θέλησή του
τις ανυπέρβλητες κινήσεις των σκιών

Αδιαπέραστη η ασπίδα
του σκοταδιού
που προστατεύει τα ανείπωτα

Ψηλαφίζεις το σκοτάδι
και νιώθεις την ανταπόδοση
της πιο μεθυσμένης επιθυμίας.

*Από τη συλλογή “Πανδημία Λήθης”, εκδ. Πάτρα, 2021.

Manolis Aligizakis, Violent

In the silence of night, violent
thunderclap derails your thought
yet calls you over one
mountain range after another
searching for your red lantern
if to find the path you missed
somewhere farther back
under banality pleats
yet if you start your sweet melody
in a duo with the chickadee’s
if you start your song again
perhaps this time
you will be able to complete
composing the sonata, the finale
and stop your furious flight

*From “Wheat Ears – Selected Poems”. Taken from here: https://authormanolis.wordpress.com/2023/12/19/wheat-ears-selected-poems-115/

Αχιλλέας Σύρμος, Α-πότης νερού

Μην πίνετε νερό μην πίνετε νερό διαλαλούσε
χωρίς εκείνη τη μαγκιόρικη βραχνάδα
κράχτη του σιναφιού
ένας λαϊκοπωλητής το πρωί
στη μαναβική της Ξηροκρήνης

Πιείτε καλύτερα χυμό
πορτοκάλι τζάμπα πράμα
το κιλό πενήντα λεπτά

Μην πίνεις νερό μην πίνεις νερό
γράφει κάπου στην Άμωμο σύλληψη
σ’ έναν από τους σουρεαλιστικούς του αφορισμούς
ο Αντρέ Μπρετόν

Ήταν άραγε και τότε
τόσο φθηνά
τα πορτοκάλια;

Αντώνης Αντωνάκος, Εγώ, η Παλαιστίνη

Είμαι η δούλα που κλείδωσαν στο υπόγειο της ανατολής. Λυπημένη, φορτωμένη, καταβεβλημένη.

Κοιτάζω απ’ τα παράθυρα τα συντρίμμια και το χαμό. Δεν φωνάζω πια, ούτε κραυγάζω για βοήθεια. Δεν ακούει κανείς κι όσοι ακούνε είναι μακριά κι η φωνή φτάνει πάντα λειψή κι αδύναμη.

Είμαι αυτή η δούλα που συνεχίζει να ζει πέρα απ’ τον καιρό της, μέσα στην άχρονη σφαίρα της ταπείνωσης, νοιώθοντας τα πάντα και μη ανταποδίδοντας τίποτε.

Ένας άνθρωπος από καιρό αποσυρμένος από την κυκλοφορία. Επιβιώνω και υπάρχω μόνο στη μορφή του αξιολύπητου.

Άκου, μιλάει η σκιά. Είμαι μια βαριά σκιά. Η σκιά σέρνεται. Η σκιά πονάει.

Είμαι παραλυμένη. Καμιά ελπίδα δεν συμμερίζομαι.

Φυλάνε με όπλα τους εκκλησιαζόμενους, τους γαμπρούς, τη γιορτή κάτω απ’ τις κραυγές μου, το μεγάλο ηχητικό κύμα του ονόματός σου Ισραήλ.

Εβδομήντα χρόνια δεν είμαι γυναίκα. Δεν είμαι άνθρωπος.

Τα σημάδια της καλοσύνης, της ευσπλαχνίας, της αφοσίωσης ερμηνεύονται μέσα στο φόβο σαν ατιμίες. Σαν πρελούντια κάποιας φοβερής κατάληξης, σαν επιτηδεύματα της κακίας.

Εσείς οι καθαροί κι εμείς οι ακάθαρτοι. Τα ζώα που ξεσκατίζουν τα κιμπούτς, που στρώνουν πίσσα την έρημο για να τρέξουν εκεί τα τρελά ατίθασα λαίμαργα λεφτά.

Ναι Ισραηλίτη, εραστή του διώκτη σου, προχώρα μπροστά. Μπορείς να με απεχθάνεσαι. Κοίτα, σου φέρνω δώρα, σου φέρνω τις πιο ευτυχισμένες μου στιγμές, τις χειρότερες ταπεινώσεις μου, τις οδύνες, τις ορέξεις μου και τις κατάρες μου.

Ναι είμαι εξαϋλωμένη, νευρική, σκοτεινή, κούφια, κοιλιόμορφη, φλογοβολούσα, εκστατική, αχρεία, γυμνή, πληγωμένη, ατσάλινη, γόνιμη, αγονιμοποίητη.

Πρέπει να εξαφανιστεί η μήτρα μου. Η κοιλιά που γεννά όλους αυτούς τους θυμωμένους άντρες. Η κοιλιά που είναι γόνιμη.

Πρέπει να με ξεκοιλιάσετε με το σταυρό που κάνατε ξίφος, να βάλετε τους ραβίνους σας να με βιάσουν μέχρι θανάτου.

Πρέπει να μας κάψετε, να γίνουμε στάχτη, να ερεθιστείτε με τη χαρά του δικού μας ολοκαυτώματος.

Είμαι εδώ και περιμένω. Περιμένω να περάσει το Σάββατο, η αργία του θεού, για να βγείτε και να με σφάξετε.

Βλέπω τα παιδιά του ταγματασφαλίτη και του τσολιά να έχουν κρεμάσει τη σημαία σας στα μπαλκόνια. Μετά τον αγκυλωτό σταυρό το αγκυλωτό αστέρι.

Μυρίζω τα πτώματα.

Μυρίζω τον ιμπεριαλισμό και την κυριαρχία.

Μυρίζω τα βομβαρδισμένα κοτέτσια και χοιροστάσια.

Μυρίζω την τελική λύση.

Μυρίζω την πείνα και τις μύγες πάνω στην ανοιχτή πληγή.

Περιμένω τις καινούργιες οβίδες σας, τις καινούργιες γαλλικές σας χειροβομβίδες, τα καινούργια αμερικάνικα αέρια σαν αυτά που καθαρίσανε το Βιετνάμ. Όλα φτιαγμένα από τίμια εργατικά χέρια.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://dromos.wordpress.com/2023/10/14/%ce%b5%ce%b3%cf%8e-%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b7/

Διομήδης Βλάχος (1953-2004), Τρία ποιήματα 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ

Εσύ λοιπόν τραβάς τη στράτα σου.
Οι γάντζοι του ρεσάλτου σαπισμένοι χρόνια
και σκόρπισαν στο πρώτο τράνταγμα.
Φεύγεις με το νου σου τυλιγμένο στις αιθάλες
κ’ είσαι πια στην αυλή του αυτοκράτορα
αντάμα με τους αυλοκόλακες
κ’ εγώ ξανά με γρανιτένια σάνταλα
σα χέλι φωσφορίζον στο βυθό
τεντώνω το κεφάλι περισκόπιο
για ν’ αγναντέψω μιαν ιδέα θάλασσα.
Εσύ, ένας γυρολόγος ένας πραματευτής
πού άνοιξες την κασέλα της μάνας
και ξεπουλάς τα μεσοφόρια της
όπως τότε χαράματα στο Λαζαρέτο
τραβώντας το μοχλό της γκιλοτίνας
τώρα σεγγούνια χρυσοκέντητα, υποκλίσεις
κι άλλα τέτοια της παρακμής
κ’ εγώ γυμνός στο πόστο μου
να κράζω τις Ερινύες χρόνια
και να τους δείχνω το μητροφόνο στιλέτο του Ορέστη
το σώμα του εγκλήματος.

*

ΤΥΦΛΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

Πορεία στον Τροπικό του Καρκίνου
κι αναζητάς τη φωνή σου
πού σκόρπισε ηφαιστιογενής τέφρα
να τη σέρνουνε τσακίδια οι τέσσερις άνεμοι.
Πού είναι τώρα τα φωνήεντα της δικαιοσύνη
και σε ποιο τέλμα βούλιαξε
η πατημασιά απ’ το πέταλο σου; Ήσουνα της γενιάς μου η γαλαζόπετρα
τ’ αστραφτερό σπαθί
τώρα συρρικνωμένο μέσα στο θηκάρι του
κι ο χτεσινός δρόμος που μέχρι δω
μας έφερε γυμνούς σαν τους πρωτόπλαστους.

Ποιος είδε καλοκαιριάτικα τ’ απομεσήμερο
να πηγαίνει ο βρικόλακας του Τειρεσία
ανεβαίνοντας τα σοκάκια της Θήβας χαρούμενος
σίγουρος πως επαληθεύτηκε η προφητεία του
μη μπορώντας να δει την παραχάραξη του τοπίου
εβγήκε γελασμένος
καθότι, τυφλός ο γέροντας ετούτος.
Μόνο τους θρήνους άκουγε
καθώς στα χέρια των νυχτόβιων
εσπάραζε φριχτά παραμορφωμένο
το ωραίο κεφάλι του Μακρυγιάννη.

*

ΤΗΝ ΩΡΑ ΑΥΤΗ

Την ώρα που η νύχτα
τροχίζει, τα μαχαίρια της
την ώρα που ανύποπτοι μες στο γαλάζιο
οι ελαιώνες αρμενίζουν

την ώρα αυτή
πέρα στο διάζωμα της θάλασσας
φυσάει άνεμος δυτικός
κι αθόρυβα τα οχηματαγωγά
αδειάζουνε τους φοβερούς μισθοφόρους τους.

*Από τη συλλογή “Σχιστόλιθοι”, Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1984.

Βερονίκη Δαλακούρα, Τρία ποιήματα

STRADA

Σαρανταέξι μέρες ένα ταξίδι ατέλειωτο
Μα χάρηκα
Βλέποντας τον Ιωσήφ στην αποβάθρα
Με τα μαλλιά στο χέρι
και τα μάτια στην καρδιά
Χωρίς τις πυραμίδες του
Στους ώμους.
Τόσο βαριές στ’ αλήθεια
Για ώμους φτιαγμένους
Από ουτοπίες

*Aπό την Ανθολογία “Ποίηση ’67-’72”.

*

ΟΧΙ

Βρέχει, βρέχει αδιάκοπα, κι ο φόβος των ανθρώπων
εισδύει στο βασίλειο του φωτός.
Ό,τι άρχισε με θαυμασμό τελειώνει με τρόμο.
Πόσες αναμνήσεις κρατά αυτός ο εύφορος κήπος!
Το χιόνι λιώνει, μα από την γκρίζα επιφάνεια των
βράχων, που την καλύπτει στάχτη, δεν τρέχει νερό:
μόρια σκόνης αιωρούνται σε μια ομίχλη γιορταστική.
Όλο κι απομακρύνομαι, Θεέ μου, από τη λάμψη
τούτης της νύχτας.

*Από τη συλλογή “Μέρες Ηδονής”, εκδ. Φόρμα, 1990.

*

ΠΑΙΖΩ ΚΑΙ ΧΑΝΩ

Κάτω από το φως της σεληνιακής νύχτας ένας σκυφτός και σιωπηλός
άντρας ρίχνει τα χαρτιά. Το πρόσωπό του έχει την επίμονη έκφραση
του παίκτη, αυτός, όμως, χαμένος μες στους υπολογισμούς, συλλογίζεται
με τη μεγαλύτερη διακριτικότητα την ημέρα.
Είναι η ωριμότητα ή η σύμπτωση που με σπρώχνει κοντά του, όση ώρα
διαρκεί ο περίπατος στα βάθη της πόλης που του ανήκει;
Σκόρπιες λέξεις, παραβιάσεις, τραντάγματα καρδιάς, μια γενικότερη
αταξία, κι Εκείνη, που άξεστη και θλιβερή, χτυπώντας με στο πρόσωπο,
δαγκώνει τα χείλη μου αναζητώντας τι;
«Μητέρα», ψελλίζω κατάκοπη, «δεν φταίω εγώ αν χάθηκα σε κόκκινη
ομίχλη. Δες!»
Αυθυπαρξία μοναδική.

*Από τη συλλογή “Άγρια Αγγελική Φωτιά”, εκδ. Άγρα.

Αγγελική Κουντουράκη, Δύο ποιήματα

Artwork: Shrey Shrma

ΧΡΟΝΟΣ

Θέλω χρόνο να σε συγχωρήσω

Καθισμένοι στο παγκάκι του νεκροταφείου
πίνουμε πρωινό καφέ
Ραντίζουμε κρασί τους νεκρούς
Αφήνουμε άφιλτρα τσιγάρα αντί για άνθη
Επιλέγουμε την ισορροπία στις αρένες
που χάσκουν κάτω από τα πόδια μας
Και όταν κουραζόμαστε
ανοίγουμε πληγές στο σώμα

Το αίμα δεν ξεπλένει τις επιλογές μας
Το ανώφελο γίνεται αδύνατο
Δίνουμε εκεί που δε χρωστάμε

Άκουσες κάτι να κινείται ανάμεσα στα φύλλα;

Θέλω χρόνο να σε συγχωρήσω
χρόνο που να διαβάλλει την ύπαρξη μου
μέχρι να λιώσει η ενοχή

Μαζεύτηκαν στάχτη και γάτες
κάτω από τα πόδια μας

Θέλω χρόνο να σε συγχωρήσω
ή έστω μια βροχή στη θάλασσα.

*

ΔΕΡΜΑΤΟΣΤΙΞΙΑ

Έχω ένα χάος στο στόμα
χύνει ποιήματα που διάβασες στις πληγές μου
Έχω μια απώλεια στα αυτιά
ρουφάει Μπαχ και Μόρρισον από τα δάκρυα σου
Έχω μια πληγή στον αφαλό
σφηνώνει το χέρι σου στης ψυχής το βάθος

Με τοποθέτησες στο μεταίχμιο
αγρίμι όρθιο να σκαλίζω τις σάρκες μου
στις τρύπες τους να χώνω τη φωνή σου
Να στάζουν τα στήθη μου το αίμα σου

Ρούχα κόκκινα μου φόρεσες
Μαλλιά μαύρα μου φύτεψες
Έχω αφήσει στα πόδια σου
ό,τι γεννήθηκα
Έχω βυθίσει στο ύψος σου
ό,τι ευχήθηκα

Γονάτισα
Αγκάλιασα
Αφέθηκα

Ένα δευτερόλεπτο ανάσες σου
δέρμα για μια ολόκληρη ζωή

*Από τη συλλογή “Nigredo”, ΑΩ Εκδόσεις, Μάρτιος 2023.

Γ.Δ. Σέρμυντ, Ποιήματα

το δυσκολότερο βιβλίο
που χρειάστηκε να διαβάσω
ήταν ένας καθρέφτης

*

είχε τη συνήθεια
να χαϊδεύει τα λουλούδια
ξεκινώντας
από τ’ αγκάθια τους

*

οι δρόμοι που περπάτησα
με περιμένουν
στην επόμενη γωνία

*

τι λέξη κι αυτή
το
πρόσωπό
σου

*

γεννήθηκα

έκτοτε
ο χρόνος είναι
επιλογή

*

όλα τα ημερολόγια
της ενήλικης ζωής
στον Αύγουστο γράφουν
ενέδρα

*

μια χαρά είναι ο τόπος

ο τρόπος
δεν με χωράει

*

νύχτα
κάτω απ’ τον έναστρο
ουρανίσκο σου

*

ενίοτε
βρίσκω στην τσέπη μου
ένα ξεχασμένο απόκομμα
χαδιού

*

έξω βρέχει

λίγο πριν το φθινόπωρο
μόνο εσύ παραμένεις
Αύγουστος

*Από τη συλλογή “εκμαγείο ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ”, εκδ. Πρότζεκ Ερσίλια, 2023.

Μίμης Κωστήρης, Τρία ποιήματα

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Έγραφε και ακουμπούσε
την ψυχή του στο χαρτί

Δεν τους άντεχε
τους υπόγειους χώρους

Ήθελε να αναπαυθεί
εν ειρήνη σε πυκνούς στίχους

*

ΣΤΑΥΡΟΙ

Κεραίες υψώνονταν πάνω απ’ τις ταράτσες

Ένα δάσος πυκνό
μέχρι πέρα μακριά
όσο πήγαινε το μάτι
όσο απλωνόταν η άχαρη πόλη

Σταυροί έλεγες σε απέραντο νεκροταφείο

Στις πολυκατοικίες μέσα
θαμμένοι οι ζωντανοί…

*

ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Πήγε να γράψει ένα ποίημα από ήλιο
Όλη την μέρα μάζευε βότσαλα λέξεις
επίθετα στιλπνά, χαρούμενα

Ήθελε να το χαρίσει στην μάνα του
Ν’ ανοίξει η ψυχούλα της

Δεν μπόρεσε
Σκόνταψε στης γης τα ουσιαστικά

*Από τη συλλογή “Της Γης τα Ουσιαστικά”, εκδ. Χαραμάδα, Πάτρα 2007.

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

Ένας ποιητής το 1960, Α΄

– Ο ποιητής έρχεται.
– Καλώς τονε· λοιπόν;
– Ο ποιητής φεύγει.
– Λοιπόν; Καλό ταξίδι.
– Του ποιητή οι νύχτες είναι δάσος
που μόλις μπαίνει κάτω από τα δέντρα του
το δάσος παραδόξως παίρνει πυρκαγιά.
– Να πάρει λουμινάλ να κοιμηθεί.
– Ο ποιητής καίγεται.
– Έπαιζε ανέκαθεν μʼ ευφλέκτους ύλας·
Λυπούμεθα, αλλά το ʼξερε:
Οι φίλοι του δεν ήταν πυροσβέστες.
Ο ποιητής πεθαίνει· πέθανε.
Λυπούμεθα· να νεκρολογηθεί.
Στείλτε στην κηδεία του λουλούδια φυσικά
κι ας τελειώνουμε·
οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους
αφού ο ποιητής πέθανε.
Εμείς ακόμα συνεχίζουμε:
Έχουμε φεστιβάλ ελληνικών ταινιών
έχουμε τον «καημό της ρωμιοσύνης»
την Κάλλας στην Επίδαυρο
την Ίλια που «Ποτέ την Κυριακή»
τον Κένεντι στα πρόθυρα.
Συνελόντι ειπείν
είμεθα
Α – πη – σχο – λη – μέ – νοι.

*

Δ΄, (Μονόλογος)

Δεν με ξυπνήσαν αύρες απαλές ποτέ·
τυφώνες άνοιγαν με πάταγο τα τζάμια
κι έσπαζαν άγρια τον ύπνο μου.
Άστραψαν άγριες αυγές μες στα όνειρά μου
και με πετάξαν έξω απʼ το κρεβάτι
με την ψυχή στα δόντια.

Τώρα λοιπόν μη μου μιλάτε
για τη βέβαιη ροδοδάκτυλη ηώ
που μουσική και ηριγένεια αύριο
θα εγγίσει τα κλειστά μου βλέφαρα σα θρόισμα
γιʼ αυτά
και για τις άλλες σχετικές ρομαντικές αηδίες.