Roger Robinson, Ποιήματα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΜΠΡΙΞΤΟΝ

Οι Τζαμαϊκανές του Μπρίξτον είναι ώριμες
και μοιάζουν με τα κορίτσια που ζωγράφιζε ο Ρούμπενς.
Στενάζουν οι ραφές των τζιν παντελονιών τους
που τ΄ αγοράζουν στα βασικά πάντοτε χρώματα.
Οι τεράστιοι χρυσοί κρίκοι στ’ αυτιά τους
κάνουν τους λοβούς τους να κρέμονται.
Μια ολόκληρη αίθουσα χορού κρύβεται
στον ρυθμό των γοφών τους,
τα κρουστά ηχούν στον τρόπο που μιλάνε.
Τα μπλουζάκια τους είναι κοντά
κι από κάτω ξεχειλίζει
μια γυαλιστερή κοιλιά του Βούδα.
Περιμένουν στην ουρά στέλνοντας μηνύματα,
δεν σηκώνουν το κεφάλι παρά μόνο για να δουν
την κόκκινη λάμψη του λεωφορείου,
καθώς η κάψα του καλοκαιριού
στεγνώνει σιγά σιγά την υγρή γυαλάδα
πάνω στα σουφρωμένα χείλη τους.

*

ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΑΪΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΡΙΞΤΟΝ

Αλουμινόχαρτο
Κομμάτια αλουμινόχαρτο από κρακ,
νιφάδες που τρίζουν σαν το χαλίκι
κάτω απ’ τη γέφυρα του τρένου.

Παγωνιά
Στο Μπρίξτον Χιλ
οι πόρνες φυσάνε παγωνιά
μες στα χέρια τους

Πατούσες
Οι ρέιβερς στο Μπρίξτον
με γυμνά πόδοα, μαύρες πατούσες και τα ψηλοτάκουνα
στο χέρι, παραπατάνε.

Εκκλησία
Νιγηριανές
με τις μαντίλες τους ολόκληρα γλυπτά
βγαίνουν απ’ την εκκλησία με το κεφάλι ψηλά.

*Από τη συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα, 2023.
**Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Νίκη Χαλκιαδάκη, Τρία ποιήματα

ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΙΣΜΟ

Περπατάω πάνω στο νερό
μου το έμαθε ένας από τους νεκρούς μου
δεν έχει τόση πλάκα να περπατάς το νερό
εγώ ήθελα να μου μάθει να περνάω μέσα από τους τοίχους
Η μαμά με ταΐζει πέτρες να με βυθίσει
φοβάται μη με δει ο δάσκαλος
μη μου ανοίξει τα χέρια και μου βάλει ένα καρφάκι εδώ, ένα καρφάκι εκεί
μη με κρεμάσει σε όλες τις αίθουσες του σχολείου πάνω από τον πίνακα
και γίνουμε τίποτα ρεζίλι

*

ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥ

Τα όρνια που μαζεύτηκαν στο μπαλκόνι
ακονίζουν τα ράμφη και τα νύχια τους στα κάγκελα
-θα σκουριάσετε καλέ και ποιον θα φοβόμαστε αν πάθετε κάτι-
Εμάς περιμένουν πότε θα βγούμε να μας κατασπαράξουν
θέλουν το συκώτι, την καρωτίδα μου, τα οπτικά νεύρα και τις κελιτορίδες μας
Δεν ξέρουν ότι εμείς δεν θα τους κάνουμε τη χάρη
Δεν ξέρουν ότι εμείς μπορούμε να αντέξουμε εδώ μέσα κλεισμένες
τρώγοντας η μια την άλλη

*

ΧΡΗΣΜΟΣ

Αυτή η ρωγμή που ξεκινάει απ’ το ταβάνι και τελειώνει στην κοιλιά μου
δεν υπάρχει πια
λέω α μπε μπα μπλομ και δεν πονάει
Στο μικρό κορίτσι που είδε τα εντόσθιά μου λέω του κείθε μπλομ
και δεν νομίζω να τη νοιάζει
Της κρύβω τι σημαίνει μπλιμ μπλομ
δεν είναι σίγουρη αν μπορεί να το αντέξει
Δεν την ταΐζω από το στήθος μου μη δοκιμάσει άνθρωπο
και αρχίσει να γράφει τίποτα ποιήματα

*Από τη συλλογή “μικρές κανίβαλες”, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα, 2022.

Νικολέττα Σίμωνος, Δύο ποιήματα

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΙΙ

Τα Χριστούγεννα φωνάζουν
με τις εορταστικές ιαχές και τα πλουμίσματα
τον ερχομό τους
κι οι αρλεκίνοι του δρόμου χαρίζουν στο
τσουχτερό της νύχτας αγέρι
το χαμόγελο εκείνο το πλατύ που
δεν μπορεί τη θλίψη του να κρύψει

Παιδιά του κόσμου όλου
παιδιά του κόσμου του δικού μας και του άλλου
φωτίστε με τα μάτια σας τους γεμάτους
μοναξιά και απόγνωση ατέρμονους δρόμους

Γίνετε εσείς της γης τα αστέρια
Εσείς γίνετε και τα χαμόγελα του ουρανού

Και δείτε την καρδιά σας κόκκινα ν’ ανθίζει ρόδα σαν εκείνα του μαγιού
Δεκέμβρη μήνα

*

ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Κάποτε κάποιο βρέφος χόρταινε με την άχνα των ζώων
του στάβλου.
Αγαλλιαζόταν που ‘νιωθε ζεστασιά, φροντίδα, θαλπωρή
από ζώα κι από ανθρώπους.

«Φυσικά και θα τους πάρουμε τα δώρα τους.
Να μη νιώσουν τα παιδιά μας Χριστούγεννα;»,
ακούστηκε ο γονιός.

Και κάπως έτσι ξεκινά η πορεία προς τον υλισμό.
Και κάπως έτσι ξεκινά η πορεία προς της ουσίας την απαξίωση.
Ανθρώπινα πράματα.
Και το παιδί δεν χάνει την παιδικότητά του.
Μα το παιδί χάνει την αθωότητά του.

Μια μπάλα, μια κούκλα, θέλω να δωρίσω στο παιδί εκείνο
που θα την εκτιμήσει σαν θείο δώρο στη ζωή του
και θα πάρει μια χαρά ίσαμε το σύμπαν όλο.

Γιατί τούτο το παιδί να περάσει αναγκάστηκε
με επιτυχία την πορεία του προς την ουσία των πραγμάτων.

Σε ένα τέτοιο παιδί θέλω να προσφέρω φέτος τα Χριστούγεννα το δώρο μου.
Μια κούκλα δικιά μου παλιά και πολύτιμη από τα παιδικάτα μου.

Λίνα Βαταντζή, Μόνο στις γιορτές

Πλησιάζουν μέρες γιορτινές
σε αχλή ονείρου δημιουργούνται
προσδοκίες

αγιάτρευτα μηνύματα ελπιδοφόρα
έρχονται,
θαρρείς καλπάζουν

με μουσικές εκκωφαντικές
και χαμόγελα γραμμένα
σκεπάζουν τους ψιθύρους μοναξιάς

όπως και την σιωπηλή αναμονή
των πλουμιδιών

που θα σβήσουν σαν άστρα πανάρχαια
μέσα στην σκόνη της ματαίωσης –

μόλις τα γιορτινά άνθη μαραθούν
οι δρόμοι μας πεζοί και κακοτράχαλοι
θα ξαναγίνουν.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Αλληλογραφία εξωτερικού

Τζάσπερ, είχες δει ποτέ σου τη σημαία του εθελοντικού λόχου των Ελλήνων της Αμερικής κατά τους πολέμους 1912-13; Είχες δει κουρελόπανα μέσα στο χρόνο να μεταμορφώνονται σε έργα τέχνης; Φαντάστηκες τη φθορά σαν μια αργόσυρτη πινελιά, το μπαρούτι σαν μια υπόμαυρη στιγμιαία σκιά, την απόσταση του εικαστικού σαν βεληνεκές ενός όπλου στο πεδίο μάχης, τις σκισμένες κλωστές σαν αντανάκλαση της έντασης των σπασμένων νεύρων, τα χαμένα κομμάτια υφάσματος σαν τη θεωρία του χαμένου κέντρου, τις όποιες τρύπες σαν μαύρα πηγάδια του υποσυνειδήτου;

Τζάσπερ, αλτ! Τις ει; Ήσουν πρόδρομος χωρίς να το ξέρεις ή πάντα θα σε ξεπερνά ο χρόνος και η φύση; Ο χρόνος σε πιάνει απ’ τα μαλλιά, Τζάσπερ, και δεν καταλαβαίνεις για πότε γίνεσαι λάδι σε μουσαμά. Τα οστά σου, Τζάσπερ, θα μπορούσαν να ‘ναι το κοντάρι μιας σημαίας. Πως βίωσες άραγε τον αμερικανικό εμφύλιο;Ήσουν με τους Βόρειους ή με τους Νότιους; Σκοτώθηκε κανένας πρόγονός σου; Η φράση “φίλια πυρά” κυματίζει στα έργα σου; Τι προτιμάς, την έπαρση ή την υποστολή σημαίας; Το “μεσίστια” σου θυμίζει κάτι;

Τζάσπερ, επειδή ίσως σε κούρασα, μπορείς να κάτσεις ημιανάπαυση. Ξέρεις, εδώ λένε είναι Μπαλκάνια, γι’ αυτό και συνηθίζουμε να καίμε τις σημαίες, εδώ τα κουρελόπανα δεν τα προσεγγίζουμε, εδώ ο τόπος είναι χρόνος και ο χρόνος τόπος, αλλά εμείς είμαστε εκτός τόπου και χρόνου. Εσύ που είσαι; Είσαι περισσότερο εικόνα ή και τα υλικά σου;Παίζεις, κι αν ναι, το τραβάς καθόλου στα άκρα; Τα σημαινόμενα σου πιάνουνε βυθό ή επιπλέουν σε λιμνάζοντα νερά; Η δική σου πρωτοπορία έχει πίσω πόρτα; Αλήθεια, Τζάσπερ, στον ύπνο σου βλέπεις σημαίες ή μας κοροϊδεύεις; Όπως και να ‘χει, για να τελειώνουμε, ίσως η μόνη σημαία να είναι το δέρμα μας.

*Από το βιβλίο “Με ύφος Ινδιάνου”, εκδ. Αντίποδες.

**Οι τρεις πρώτες φωτογραφίες είναι έργα του Αμερικανού εικαστικού Τζάσπερ Τζόουνς. Η τέταρτη, με την ροζ σημαία, έργο της εικαστικού Γεωργίας Λαλέ.

Τζένη Μαστοράκη, από τα “Διόδια”

ΙΙΙ

Δραπετεύω μέσ’ απ’ τις λέξεις
που δεν είπα.
Εγκαταλείπομαι
στις ώρες που πιο πολύ αγάπησα.
Αυτή η σιγή δεν έχει τέλος.
Τρομάζω να περιμένω
αυτό που δε θα ’ρθει.
Τρομάζω στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψα.
Αυτή η σιγή
απόλυτα δική μου
με κατακερματίζει.

*“Διόδια”, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1972.

Σεβαστή Τρουμπέτα, dromalí


Φωτογραφία: Iannis Kalogeropoulos

ΞΕΠΡΟΒΟΔΙΣΜΑ

Γυροφέρνουν χρόνια τώρα
κι είπα να τα μαζέψω
ένα μπουκέτο ξεβράκωτα όνειρα.
Και αφού ανταλλάξαμε μηνύματα κι αστεία,
τα στέλνω ν’ αλητέψουν πάλι,
να βρουν τον τόπο τους
στις ρωγμές νοικοκυρεμένων ζωών.
Ξέρουν αυτά τι να κάνουν.
Κλείνουν κι ανοίγουνε ρωγμές.

*

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΛΕΣΒΟ

Ξυπνήστε νοικοκυραίοι – Πεθαίνω!
είχαν χαράξει στον τοίχο.
Δίπλα η ζωγραφιά ενός τρωκτικού
καραδοκεί να τρυπώσει στο ζωγραφισμένο παράθυρο.
Πιο δίπλα σώματα
ακουμπισμένα στη λάσπη του δρόμου
δεν έχουν γίνει ακόμα ζωγραφιές.
Ξεκουράζονται, αργοπεθαίνουν ή αργογεννιούνται
σαν άνθρωποι που βγήκαν από ναυάγιο.
Σαν ναυάγια που στοιχειώσανε τη στεριά.

*

DROMALI

Ο νους είναι που φεύγει.
Τον βρίσκω πότε να πλανιέται,
πότε ν’ ακροβατεί
και πάλι να επιστρέφει με την επιθυμία να κουρνιάσει.
Αντλεί προμήθειες σε κάποια σύντομα διαλείμματα
μέχρι να φύγει πάλι,
ακολουθώντας την πορεία που χαράζει
η πιο υπαρκτή αυταπάτη μου: το λάγνο κάλεσμα του δρόμου.

*

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Φαλτσέτα ανάμεσα στα μάτια σου
το χαμόγελό μου
να κατουράει αίμα,
μην και ξεπλύνει την αυταπάτη της γαλήνιας ζωής
που λίμνασε
στα νερά ενός βάλτου που γλυκά σαπίζει.

*Τα τέσσερα παραπάνω ποιήματα είναι από την πρώτη ποιητική συλλογή της Σεβαστής Τρουμπέτα που κυκλοφόρησε με τον τίτλο dromalí («η οδοιπόρος» στα ρομανές) από τις εκδόσεις η βαλίτσα τον Οκτώβριο του 2023.
Η Σεβαστή Τρουμπέτα ζει στο Βερολίνο, είναι κοινωνιολόγος και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Hochschule Magdeburg-Stendal, με γνωστικό αντικείμενο Παιδική Ηλικία και Μετανάστευση. Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει μονογραφίες, άρθρα και επιμέλεια συλλογικών τόμων σε θέματα σχετικά με τη μετανάστευση, τις μειονότητες, τα σύνορα, τον ρατσισμό, τη βιοπολιτική κ.ά. Ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.

**Από εδώ: https://logotexnia21.blogspot.com/2023/10/dromali.html?fbclid=IwAR1OeAyWETKtlwKfpGUWwLT2wjUD9bjiE4KDVerBcAw_blb6RVRVWbU9Dcc

Τάσος Δενέγρης, Αντίστροφη μέτρηση

Όμως το χόρτο
Θα τιμωρήσει εκείνον που το διάστρεψε,
Το ζώο με τις τοξίνες του θα πλήξει
Τον καταναλωτή
Και τα καμένα δάση
Θα ’ρθουν και θα σας κόψουν
Την αναπνοή.
Κι εσείς ανύποπτοι
Στα κινητά σιδερικά σας.

26 Αυγούστου 1979

*Από τη συλλογή “Ακαριαία”, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1985.

Γιάννης Μανιάτης, Έμπα Εξόδου Εντός

Όπως σε χωνί χιόνι, ως λευκά βωβά πέρασαν χρόνια τόσα ιδιωτικά. Γωνίες γεμάτα γοητείες, ικανά πια βυθίσουν ό,τι πιο αμφιβολίας εις πυθμένα του όλα Τώρα. Τηλεφώνησα. Επέλεξα προβώ σε κάτι απροσδόκητο. Επέλεξα το απροσδόκητο να είσαι εσύ.
Μ’ ακούς; Γελάς ακόμη; Μπορείς; Κι εγώ, συμπληρώνω, δεν έπαψα να μπορώ γελώ … ίσως μάθαμε και οι δυο τον χορό μαρς στην πορεία ενός τόσο έκλυτου βίου… ίσως εκείνη η αρχικά συγχρονισμένη μας ταύτιση με το κέφι, εκείνη να πάτησε την απάντηση στο κάλεσμά σου, απαντάς σεμνά, σχεδόν σοβαρά.

  • Οπότε κουνιέται η κουβέντα, για πες. Υγεία και Κυρία καλά;
  • Τα δυο μας απαλά σε μια ήπια κατάθλιψη. Χάπι επάνω στο ψυγείο. Χάπι εντός λουτρού. Αλλά καλά. Οι γάτες γνωστά, μάσα και νύστα. Εσύ τους μετράς; Κάθησα μέτρησα τους μέχρι τώρα νεκρούς φίλους… πόσοι λες; 14! Άντρες – Γυναίκες.
  • Ναι ε; ποιοι δηλαδή;
  • Δεν θυμάμαι όνομα ουδέν. Τα ‘χω σβησμένα. Πες κάποιο γκρουπ εποχής και θα θυμηθώ.
  • Με δουλεύεις;
  • Καθόλου φίλε, τα χάπια είναι γόμα. Τι νόμισες… άσε τα νυχτικά σου ρομαντικά τώρα, για πες θυμάσαι τότε τις πεζοπορίες μας στην ολόφωτη Πατησίων ίσα πέρα μέχρι την Αλεξάνδρας, Εξάρχεια μέσα μετά, ίσα πάνω Κολωνάκι… Τσάρκες τάχα για μικροκλοπές …μινιατούρες αυτοκινήτων διπλοκλειδωμένες, άπιαστες στην Σκουφά κάπου γωνία θυμάσαι. Με άδεια χέρια πάντοτε, άφραγκοι, αποκαμωμένοι. Στάση κλασικά στα σκαλιά πολυκατοικίας ενός. Λόγια γέλια πειράγματα…
  • Ναι βέβαια, το μετεφηβικό δώμα των τελικών χαρακτήρων μας …
  • Πες το όπως θες ποιητά. Γι αυτό όμως απάντησα να ξέρεις, για τα παλιά. Με θες και κάτι άλλο;
  • Όχι μωρέ! Ζωές συμπίπτουν. Ζωές αποκόπτονται. Σκάφθηκα απλώς απροσδόκητα. Μηχανικά. Από τους τότε τόσους και τόσους είμαστε πια μόνον οι δυο. Σωστά;
  • Ορθά, ευθέως και πλαγίως. Λοιπόν. Σκασ’ το!!
  • Να, γελάω με ήχο καμιά φορά όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά τα εκείνα. Τόση προσήλωση σε μια χρυσή αθώα αλητεία. Τι περιστατικά, εικονικές αυτοκτονίες, δακρύων διωγμοί. Μάγμα αγαλμάτων στα πάρκα. Πάρτι, σαλόνι, κουζίνα, μπάνιο. Παλτά στο Διπλό. Εραστές με πικάπ προστασίες. Ευθύνες ξενοιασιάς ρουτίνες κουπιά, ριπές ονείρων. Τα μωβ λάμπουν πλάι στα σκοτεινά, θυμάσαι; Στέκια παντού Τέντες μπαρ γειτονιάς κι εσύ πάντοτε ο θλιμμένος κλόουν … πνιγμένος στην κοδείνη των σιροπιών βήχα και στις ζεστές μπύρες του θλιμμένου ούζου.
    Να ρε, γελάω με ήχο ξανά … ‘συ να κλαίς στην αρχή και το τέλος – κάθε μα κάθε – βραδιάς. Να ξερνάς όσο οι άλλοι χορεύουν χουφτώματα φιλιά. Ο Μονήρης Ρωμαίος τού Σέξπυρ. Ωμό καβλόσπυρο ενοχών και οικογενειακής διαταραχής. Τα περνούσα αψηφητά, πάντα ήσουν ο γελαστός, συμπαθής, οξύνους ψίθυρος…
  • Πες με όπως θες. Πέρασε ο καιρός. Με προσπέρασα. Έσχισα τα Χίτλερ. Κάπα κάπα ψηφίζω τώρα. Ξεστραβώθηκα, από λαβυρίνθους γλύτωσα. Λαβώθηκα βέβαια, ακόμη κρυφοπίνω κανένα ζεστό δηλητήριο αλλά μέχρις εκεί. Ίσα να σταθώ… τζουρίτσες.
    «Πάνε τα πετάγματα, τα ανοίγματα και τα
    χάη αυλαίας χωρατά.
    Πάνε οπίσω μου βαθιά για βαθιά»
    Ρε Μανία Της, μήπως και γράφεις τίποτα νέο και ψαρεύεις υλικό, παλιολουκουμά; Τέτοιος πάντα, κρυψίνους λωποδύτης ψυχών. Λέγε, ετοιμάζεις κάτι μ’ όλα αυτά τα φαιδρά πού αδρά ενθυμούμαι – αλήθεια αδρά; Τολμάς να σκαλίζεις σκατά; Λέγε – Πες μου πως τολμάς.
  • Θα σού πω. Όταν η τελεία με κλειδώσει έξω από την Ιστορία, όταν μετά την υπογραφή … θα σού πω :
    «μπες εξόδου εντός»
    [πρόγευση του επικείμενου]
    Α ν α β ο ή

© γ-Μ
_ορμής Αρμοί

                                                                                       __2023

Κώστας Πάτσης, από το “Οι δύο σκύλοι κάτω από το μαξιλάρι μου”

5.

Μονόλιθοι σκεπάζουν όλες τις εκπλήξεις της γης και ο ουρανός είναι γκρίζος και δεν μιλάει σε κανέναν.

Τα δοξάρια γίνονται πολλά και στην τριβή τους με τις χορδές βγάζουν σπινθήρες δίχως μνήμη.

Στον αδειανό ρυθμό της πόρτας σηκώνεται βαριά η περιπέτεια της σκόνης.

Φεύγω από το ένα δωμάτιο του σπιτιού και μπαίνω στο άλλο. Σέρνοντας το βήμα μου φτάνω στο ασθενικό δάσος του δωματίου και σαστισμένος κοιτάζω τα πουλιά που λιώνουν…

Εκεί, σε αυτό το δάσος διαλέγουν να λιώνουν τα πουλιά.

Εκεί κι εγώ ανάμεσα στα πένθιμα καχεκτικά δένδρα περπατάω αργός άνθρωπος δίχως όψη και όνομα…

Τελικά βάζω να παίξουν οι Genesis στο πικάπ και τους ακούω σαν γυμνό καλώδιο.

*

14

Το σπίτι μου στο Λίνκουιτς πριν φορέσει τις γεναιόδωρες αρκούδες του είναι δύο βραστά αυγά δίχως αλεξικέραυνο.

Με χάρη στριγγλιές δυσλεκτικών παιδιών τρυπούν τα κλειστά παράθυρά του ανοίγοντας απροσέγγιστες διώρυγες.

Το σώμα είναι τα κόκαλα όταν αλλάζουν βλέμμα.

Το περπάτημα είναι η κίνηση των ποδιών καθώς συγκρούονται μ’ ένα χαμηλό φρένο από τσάι.

Η νύχτα είναι το δάσος από φυστίκια υπερήρωες.

Επικοί αποπροσανατολισμοί αυλακώνουν το κούτελό μου.

Το σάλιο στη γλώσσα μου γίνεται αργό, και ακριβώς δίπλα μου ο καπετάνιος με την μπιφτέκι καρδιά χρωματίζει και διευθετεί με παγκόσμιο ηλεκτρισμό όλα τα ξέμπαρκα αυτού του κόσμου.

Δεν είναι που τα μπούτια της πουτάνας γέμισαν ομιλητικά σπυράκια.

Δεν είναι που το σκηνικό μετατοπίζεται και το σπίτι μου στο Λίνκουιτς και όλες οι ανακρίβειές του πάνε πιο πέρα.

Είναι που τελικά μεσάνυχτα αποδώ και αποκεί το φύλλωμα του ηλιακού σκορπιού πλένει όπως Χριστός τα πόδια μου και πάλι.

*“Οι δύο σκύλοι κάτω από το μαξιλάρι μου (Η ιστορία με λόγια και χωρίς λόγια)”, εκδ. Φαρφουλάς, 2023.