VIII
And everything is gone, the body is gone
completely under, gone, entirely gone.
The upper darkness is heavy as the lower,
between the the title ship
is gone
she is gone.
It is the end, it is oblivion.
Και καθετί έχει φύγει, το σώμα έχει φύγει
έχει υποχωρήσει πλήρως, έφυγε εντελώς.
Το σκοτάδι επάνω είναι το ίδιο είναι βαθύ όπως το
σκοτάδι κάτω,
Κι ανάμεσά τους το μικρό καράβι
έχει φύγει
έφυγε εκείνη.
Είναι το τέλος είναι η λήθη.
IX
And yet out of eternity a thread
separates itself on the blackness,
A horizontal thread
that fumes a little with pallor upon the dark.
Is it illusion? or does the pallor fume
A little higher?
Ah wait, wait, for there’s the dawn.
the cruel dawn of coming back to life
out of oblivion.
Wait, wait, the little ship
drifting, beneath the deathly ashy grey
of a flood-dawn.
Wait, wait! Even so, a flush of yellow
and strangely, O chilled wan soul, a flush of rose.
A flush of rose, and the whole thing starts again.
Κι όμως μές απ΄την αιωνιότητα μια κλωστή
προβάλλει μοναχή της στο σκοτάδι
ένα οριζόντιο νήμα
που σπάει με θαμπό φως το σκότος.
Είναι παραίσθηση; ή μήπως το θαμπό φως ανεβαίνει
Λίγο πιο ψηλά;
Α, σταθείτε, σταθείτε, διότι υπάρχει και η αυγή
Η αμείλικτη αυγή της επιστροφής στη ζήση
πέρα από τη λήθη.
Σταθείτε, σταθείτε, το μικρό καράβι
που αέναα κινείται, κάτω απ’ τις γκρίζες και μακάβριες στάχτες
μιας αυγής που ξεχειλίζει.
Σταθείτε! Ακόμα κι έτσι, περιμένετε μια έκρηξη του κίτρινου
κι ανεξηγητα εντελώς, ω ψυχρή αναιμική ψυχή, μια έκρηξη
του ρόδινου.
Μια έκρηξη του ρόδινου, κι όλα ξαναρχίζουν
X
The flood subsides, and the body, like a warm sea-shell
emerges strange and lovely.
And the little ship wings home, faltering and lapsing
on the pink flood,
and the frail soul steps out, into the house again
Filling the heart with peace.
Swings the heart renewed with peace
even of oblivion.
Oh build your ship of death, oh build it!
for you will need it.
For the voyage of oblivion awaits you.
Η πλημμύρα κοπάζει, και το σώμα, σαν κοχύλι φθαρμένο
αναδύεται ωραίο και μυστυριώδες
Και το μικρό καράβι φτερουγίζει για το σπίτι, ενώ λοξοδρομεί
και μπατάρει στη ρόδινη πλημμύρα πάνω,
και η αδύναμη ψυχή ανοίγει βήμα, γεμίζοντας πάλι
με γαλήνη την καρδιά μέσα στο σπίτι.
Λικνίζει την καρδιά την ξαναγεννημένη απ’ τη γαλήνη
ακόμα και με λήθη.
Ω, φτιάξτε το πλοίο του θανάτου, ώ φτιάξτε το!
θα το χρειαστείτε.
Γιατί σας περιμένει της λήθης το ταξίδι.
*Από τη δίγλωσση έκδοση “Το Πλοίο του Θανάτου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.
