Έγραφε τότε ο ποιητής όπως κυλάει ένα ρέμα – Για τον Νάνο Βαλαωρίτη

Παναγιώτης Βούζης*

Ο Νάνος Βαλαωρίτης αντιπροσώπευε τις τάσεις και τις δυνατότητες στα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα, οι οποίες δεν επενδύονται με την αίγλη της καθιέρωσης. Κρατούσε πάντοτε απόσταση από το κέντρο, όπου έπεφταν οι προβολείς της επίσημης αναγνώρισης, προκειμένου να δημιουργήσει έναν εναλλακτικό πυρήνα ανάπτυξης καινοφανών καλλιτεχνικών ρευμάτων. Γι’ αυτό, από νωρίς ήδη, υπογράμμιζε εμφατικά τη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο μοντερνισμό και την avant-garde στην οποία ο ίδιος ανήκε. Κι όμως είχε την ευχέρεια να πράξει το εντελώς αντίθετο.

Διέθετε τα εχέγγυα όχι μόνο για μία μεγάλη λογοτεχνική πορεία αλλά και για μία λαμπρή καριέρα ως εδραιωμένος πνευματικός ταγός. Δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, σε ηλικία μόλις δεκαοχτώ χρονών δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Ήρθε, στη συνέχεια, σε επαφή με τους περισσότερους από τους σημαντικούς συγγραφείς και ποιητές. Παρευρέθηκε στην ανάγνωση της «Αμοργού» από τον Νίκο Γκάτσο, του «Μπολιβάρ» από τον Νίκο Εγγονόπουλο, της «Ενδοχώρας» από τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Με την προτροπή του Γιώργου Σεφέρη ταξίδευσε, το 1944, στο Λονδίνο και γνώρισε τον Ντύλαν Τόμας, τον Ουίσταν Ώντεν, τον Στήβεν Σπέντερ, τον Τόμας Στερνς Έλιοτ. Η δεύτερη σύζυγός του Μαρία Ουίλσον, σπουδαία ζωγράφος από την Καλιφόρνια, τον σύστησε στον Αντρέ Μπρετόν. Από το 1954 μέχρι το 1960 συμμετείχε στην ομάδα των σουρρεαλιστών του Παρισιού. Το 1968 του προσφέρθηκε θέση καθηγητού στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο, όπου δίδασκε συγκριτική λογοτεχνία, δημιουργική γραφή και συγγραφή θεατρικού έργου, έως το 1993. Το βιβλίο του My Afterlife Guaranteed & Other Narratives εκδόθηκε, το 1990, από τον διάσημο οίκο City Lights του Λώρενς Φερλινγκέττι. Τιμήθηκε από την Αμερικανική Εταιρεία Ποίησης, το 1996, με ένα βραβείο το οποίο είχε προηγουμένως δοθεί στους Φερλινγκέττι και Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε, το 2006, τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής. Του απονεμήθηκε, επιπλέον, το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2009.

Ωστόσο, τήρησε μία στάση διαφοροποιημένη -κάποιος θα έλεγε περιθωριακή- από τη συμπεριφορά την οποία όφειλε να επιδείξει, ώστε να επιτύχει τη μέγιστη αναγνώριση. Τα έτη 1963-1967, με συνεργάτες τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Τάσο Δενέγρη, τον Παναγιώτη Κουτρουμπούση, τον Γιώργο Μακρή, τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νίκο Στάγκο, τον Αλέξανδρο Σχινά και άλλους, διηύθηνε το πρωτοποριακό περιοδικό Πάλι, στο οποίο ο Νίκος Γκάτσος και ο Οδυσσέας Ελύτης αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, επειδή το θεωρούσαν αρκετά underground. Το 1976 αρνήθηκε την πρόταση να γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Μαζί με τον Αντρέα Παγουλάτο, διηύθηνε επίσης τη Συντέλεια, από το 1989 μέχρι το 1995, η οποία επανεκδόθηκε, το 2004, με τον τίτλο Νέα Συντέλεια, και έκλεισε τον κύκλο της, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Παγουλάτου, το 2012, ενσωματωμένη στο τεύχος 47 του περιοδικού Μανδραγόρας. Και με το Πάλι και με τη Συντέλεια ο Βαλαωρίτης υλοποιούσε το αίτημά του, το προερχόμενο από τον ρωσικό φορμαλισμό, για την ύπαρξη ενός απόκεντρου σημείου, το οποίο θα τροφοδοτεί το επίσημο -και γι’ αυτό στάσιμο- λογοτεχνικό κέντρο, θέτοντάς το ξανά σε δυναμική κίνηση. Όμως μία τέτοια δομή εξάρτησης κέντρου και περιφέρειας, την οποία είχε διακρίνει στις χώρες του εξωτερικού όπου έζησε, δεν υπάρχει σε μία μικρή και επαρχιακή χώρα, όπως η Ελλάδα. Αντίθετα, το κέντρο, εδώ, εξαρτάται από τις μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες, ενώ η περιφερειακή καλλιτεχνική δράση περιφρονείται. Το καταλάβαινε, βέβαια, ώστε προσέγγιζε τα ελληνικά πράγματα με όρους της μεταποικιακής κριτικής. Εντούτοις, από ιδιοσυστασία, από αφοσίωση, από επιμονή, δεν μπορούσε παρά να συνεχίζει το εγχείρημα.

Σημείο εκκίνησης στην ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη, καθώς και σημείο διαρκούς επιστροφής, αποτελεί ο υπερρεαλισμός, με καταστατικό στοιχείο, όπως παραθέτει ο ίδιος («Η υπερρεαλιστική επανάσταση» στο βιβλίο Ή του ύψους ή του βάθους), το ενδιαφέρον για την τέχνη των πρωτόγονων, των ναΐφ και των ψυχωτικών, για τον εσωτερισμό και τον ερμητισμό στη φιλοσοφία, για τα υπερφυσικά φαινόμενα και τη μαγεία, για το περιθωριακό εν γένει, για το υψηλό ή το μαύρο χιούμορ, για την πολιτική. Συνακόλουθα, οι σουρρεαλιστές ανέδειξαν τον ρόλο του υποσυνείδητου, του κόσμου των ονείρων, της ουτοπίας και του έρωτα, με αποτέλεσμα την παγίωση της σχέσης του απραγματοποίητου με το πραγματοποιημένο, σχέση η οποία, με τη σειρά της, επέφερε την επιθυμία της εξέγερσης και της ανατροπής στις τέχνες, στη χρήση της γλώσσας, στη ζωή και στην κοινωνία, απλώνοντας την επενέργεια της ποιητικότητας στην καθημερινή πράξη. Κατά τον Αντρέ Μπρετόν τα βασικά κριτήρια για τον προσδιορισμό ενός έργου ως υπερρεαλιστικού είναι δύο, ο αυτοματισμός, ο οποίος εξαρτάται από την έμπνευση, και η πνευματικότητα.

Πιστεύω

Πιστεύω σε μια χημική ένωση Πατέρα Παντοκράτορα
Πιστεύω σε μια ηλεκτρική εκκένωση Άγιο Πνεύμα
Πιστεύω σ’ έναν Γιο Μονογενή που βγήκε από το σπέρμα
Πιστεύω σε μια φυσική εξέλιξη Μητέρα Αειπαρθένα
Πιστεύω σε μιαν Εκκλησία διακόπτρια του φωτός
Και σε δώδεκα Αποστόλους του Έρωτα
Πιστεύω σ’ ένα Εσταυρωμένο Δέντρο
Και σε μιαν αρχική ουσία Π
Πιστεύω σ’ έναν άγνωστο παράγοντα
Που γεννάει την περιέργεια
Πιστεύω σ’ ένα πονηρό και σ’ ένα αθώο πνεύμα
Πιστεύω σε μιαν ωραία γυναίκα
Που θα με κάνει ευτυχισμένο
Πιστεύω στη μεγάλη δύναμη της φαντασίας
Που μπορεί στην κόλαση να δει έναν παράδεισο
Στο καθετί που βλέπω που ακούω που μαντεύω που αγαπώ
Πιστεύω
Πιστεύω σ’ έναν άνθρωπο αποφυλακισμένο
Απ’ τα δεσμά της σκέψης του του φόβου του το αυγό

Άγιος ελεύθερος στον Αιώνα τον Άπαντα. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Εστίες Μικροβίων, η οποία εκδόθηκε το 1977 στο Σαν Φρανσίσκο, από τον εκδοτικό οίκο Wire Press του Ντίνου Σιώτη, και, τώρα, περιλαμβάνεται στα Ποιήματα, 1 (1944-1964). Σε ένα πρώτο επίπεδο, αφήνεται η εντύπωση πως πρόκειται για μία παρωδία του χριστιανικού Συμβόλου της Πίστεως, όμως, στην ουσία, η δομή και το ύφος του Συμβόλου χρησιμοποιούνται κατά την απόπειρα να αναπαραχθεί ένα ομόλογο αποτέλεσμα: Να προκύψει ένας τελεστικός λόγος με την ικανότητα της μυστικής ένωσης με ανατρεπτικές και απελευθερωτικές δυνάμεις, που βρίσκονται πέρα από τη σφαίρα του ορατού. Το «Πιστεύω», λοιπόν, αποτελεί την προσπάθεια να μετασχηματιστεί η γλώσσα σε τελετουργική διαδικασία επαφής με την υπερπραγματικότητα, προβάλλοντας έτσι τη θρησκευτική πτυχή του σουρρεαλισμού.

Μαζί με τον υπερρεαλισμό, ο Νάνος Βαλαωρίτης αφομοίωσε μία σειρά ρευμάτων, τα οποία επακολούθησαν: Το κίνημα του παραλόγου, το νέο γαλλικό μυθιστόρημα, το μπιτ και την ηλεκτρική ποίηση, η οποία εμφανίστηκε, επίσης, στη Γαλλία, τη δεκαετία του ’60, ως μία μετεξέλιξη του υπερρεαλισμού, σε υπερβολικά όμως μπαρόκ ύφος. Τόσο στο παράλογο όσο και στο αντιμυθιστόρημα και στη μεταμυθοπλασία, εφαρμόζεται η κειμενικότητα (textualite), ένα είδος γραφής το οποίο: χαρακτηρίζεται από τον λεκτικό περιορισμό και τη νοηματική έλλειψη, έχει ρυθμό recitativo, βασίζεται σε λίγα, παραλλάσσοντα μοτίβα, εμμένει στα άψυχα πράγματα και στις λεπτομέρειές τους, υποκαθιστώντας την περιγραφή με την καταγραφή. Αποτυπώνει, επιπλέον, την αταξία της εμπειρίας, αφού χρησιμοποιούνται τεχνικές, όπως η ροή της συνείδησης και το παραλήρημα. Επειδή υπονομεύονται η μίμηση, ο ορισμός και η ερμηνεία, η γλώσσα γίνεται μη παραπεμπτική, με συνέπεια να εγκλείεται στον εαυτό της. Η κειμενική γραφή διακρίνεται από την τραγικότητα, το ερωτικό και υπαρξιακό αδιέξοδο. Η σειρά των λογοτεχνικών ρευμάτων, τα οποία αφομοίωσε ο Βαλαωρίτης, απολήγει στην αμερικανική γλωσσικά επικεντρωμένη ποίηση (language-centered poetry). Η γλωσσοκεντρική, όπως τη μεταφράζει ο ίδιος, ποίηση, που οριοθετείται χρονολογικά μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του 1990, επηρεάζεται από την κειμενικότητα και, στη θεωρία, από τον στρουκτουραλισμό του Κλωντ Λεβί-Στρως, τον μεταστρουκτουραλισμό του Ρολάν Μπαρτ και του Μισέλ Φουκώ και τον αποδομισμό του Ζακ Ντεριντά. Οι εκπρόσωποί της, τόσο από την πλευρά της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, ο Μπρους Άντριους, ο Τσαρλς Μπέρνσταϊν, όσο και στη Δυτική Ακτή, ο Μπάρετ Ουάτεν, ο Ρον Σίλιμαν και οι άλλοι, κατασκευάζουν καινοφανείς εκδοχές της γλώσσας. Τον πυρήνα, από τον οποίο τροφοδοτούνται οι μέθοδοί τους, συνιστά η βασική αρχή της γλωσσικής στροφής (linguistic turn), ότι η ανθρώπινη πραγματικότητα συγκροτείται από τον λόγο. Από τη συγκεκριμένη αρχή προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο κυρίαρχος σε μία κοινωνία λόγος επιβάλλει και μία ορισμένη μορφή του πραγματικού. Ώστε οι γλωσσοκεντρικοί ποιητές αποδιαρθρώνουν συστηματικά αυτόν τον λόγο, προκειμένου να αποσυνδέσουν τη γλώσσα από την εξουσία που ασκεί και, ταυτόχρονα, να αποδιοργανώσουν τη δεδομένη πραγματικότητα. Οι τεχνικές της γραφής τους συναποτελούν μία πολιτική πράξη, μία, ειδικότερα, μεταμοντέρνα εξέγερση.

ΜΙΑ ΣΥΝΕΧΗΣ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ

…τι είπα που δεν το κατάλαβες διαρκώς αλλάζω θέση δε βολεύομαι εύκολα πουθενά βρίσκομαι πάντα κοντά σου θέλω να παρασύρω ολόκληρη την ελληνική γραμματεία με το μέρος μου ένα κύκνειο άσμα σκέφτομαι έτσι γλωσσοκεντρικά όπως μιλάω δεν κάνω διαχωρισμούς άλλοτε καλύτερα κι άλλοτε χειρότερα.

Με το ίδιο χωρίς καμιά είδηση
Αμφιβολία από το πρώτο εδώ κι εμπρός
Έξω από τόπο είναι και κάτι όπως αυτό
Ποτέ μου αν δεν ήταν κάπως αδύνατο
Όλοι προχώρησαν τίποτα εργάστηκες κι από

Μα δεν κατάφερα να ξαναελέγξω τον εαυτό μου
Μια ικανότητα να εκφράζεσαι για κείνο
Μα που δεν είναι κάτι συγκεκριμένο ακόμα
Για να το πιάσεις με τα δυο σου χέρια
Είναι το σύνολο ενός χώρου που οργανώνεται.

Η «Μία συνεχής παρέκβαση» βρίσκεται στο βιβλίο Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη, του 1993. Εφαρμόζονται τεχνικές αντίστοιχες με εκείνες στο Tjanting, το εκτενές πεζό ποίημα του Ρον Σίλιμαν. Αντί όμως για τις βαθμιαία μεγεθυνόμενες παραγράφους του Tjanting, οι μικροπερίοδες ή οι υπερβολικά μακροπερίοδες και άστικτες σχεδόν παράγραφοι εναλλάσσονται με ενότητες σε στίχους. Η γλώσσα, εδώ, συμπεριφέρεται όπως τα αυτοποιητικά συστήματα του ριζοσπαστικού κονστρουκτιβισμού, μετατρέπεται, δηλαδή, σε ένα δίκτυο κλεισμένο στα όριά του, αποκομμένο από την εξωτερική πραγματικότητα. Μόνο προς το τέλος του ποιήματος δρομολογείται μία επανασύνδεση με τον έξω κόσμο, η οποία συνεπάγεται και μία νέα γλωσσική οργάνωσή του.

Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, ο Νάνος Βαλαωρίτης επέτυχε μία ανανέωση της τέχνης του και, από το 2000 και εξής, έγραψε ποιήματα τα οποία αποβλέπουν σε ένα σταδιακά παγιούμενο μοντέλο. Έτσι διαμορφώνεται η τελευταία ποιητική περίοδος του, στην οποία περιλαμβάνονται το Γραμματοκιβώτιον ανεπίδοτων επιστολών (2010), τα Άνθη του θερμοκηπίου (2010), ο Ουρανός χρώμα βανίλιας (2011), τα Χρίσματα (2011), το Πικρό καρναβάλι (2013) και, τέλος, η συλλογή Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα, του 2015. Στα στοιχεία αυτής της ποιητικής φάσης συγκαταλέγονται τα ακόλουθα: Ο ρυθμός, ο οποίος εξασφαλίζεται χάρη στις τετράστιχες στροφές και στους συχνούς και, σε αρκετές περιπτώσεις, απροσδόκητους διασκελισμούς. Η αδιάπτωτη επέκταση του ποιήματος μέσω συμβατών και ασύμβατων προσθηκών, ώστε να προκύπτει ένα γραμμικό κολλάζ, ένα προσαυξητικό ύφος, όπου ο λόγος ξεδιπλώνεται με διαδοχικές προωθήσεις. Το χιούμορ, το αίνιγμα, η παιγνιώδης ή παραμυθική διάθεση που δημιουργούν μία συνάφεια με την ποίηση χωρίς νόημα, τη nonsense poetry. Οι μέθοδοι του γλωσσοκεντρισμού και του μεταγλωσσοκεντρισμού, οι οποίες στρέφουν την προσοχή στην υπονόμευση της αφηγηματικότητας, ώστε να υπενθυμίζουν διαρκώς ότι ζητούμενα παραμένουν η γλώσσα, η καταστροφή και η επανασύστασή της. Το πλήθος των πληροφοριών, που αντιστοιχεί στον σύγχρονο μιντιακό βομβαρδισμό. Τέλος, η πολιτική διάσταση, η οποία δεν συνδέεται τόσο με τις διάσπαρτες και προφανείς πολιτικές αναφορές όσο με τον σχηματισμό, όπως από τους πρώτους παρατήρησε ο Κώστας Βούλγαρης, ενός τύπου κοινωνικής ποίησης.

Ο συγκεκριμένος τύπος χαρακτηρίζεται από τη διαλογική γλώσσα, μολονότι ο Μιχαήλ Μπαχτίν καταλόγιζε στην ποίηση τη μονολογικότητα. Η γλώσσα αντιπροσωπεύει εδώ μία συλλογική εκδήλωση, χάρη στην προφορική ποιότητά της και χάρη στην εκμετάλλευση του εύρους των σύγχρονων ιδιωτικών και δημόσιων ομιλιών, οι οποίες φέρουν ποικίλους κοινωνικούς ρόλους. Ενώ λοιπόν το υποκείμενο απαλείφεται, υποκειμενοποιείται ο λόγος, συνιστώντας την καθαρότερη προσωποποίηση. Εάν δηλαδή η προσωποποίηση εντοπίζεται εκεί όπου κάτι μη ανθρώπινο εμφανίζει ανθρώπινες ιδιότητες, η καθαρότερη προσωποποίηση έγκειται στον ίδιο τον λόγο που μιλά. Απαλλαγμένη από τα οντολογικά και τα υπερβατικά κατηγορήματα η γλώσσα μετατρέπεται ξανά σε κοινωνική πρακτική, μίας όμως δυνητικής κοινωνίας, η οποία διαπερνάται από την καρναβαλική και ερωτική ευφορία. Συνακόλουθα, ο λόγος ανακτά την αναφορικότητά του, καθώς επιστρέφει στην πραγματικότητα, για να την αποδιαρθρώσει και να την αναδιοργανώσει. Η κοινωνική και πολιτική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη, στην τελευταία περίοδο των συλλογών του, ισοδυναμεί συνεπώς με ανθρωπιστική διόρθωση της πραγματικότητας και με επαναμαγευμένη παραλλαγή της.

ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ


κινδυνεύουμε όμως από διάφορα
που δεν μπορούμε να διακρίνουμε
μεσ’ στη γαλήνια παραζάλη
που τη φαιά ουσία μας περιβάλλει
να τ’ αριθμήσουμε ένα ένα θα ’ταν
απλοϊκό από έναν τέτοιο απολογισμό
να πούμε ότι κινδυνεύουμε από
μετεωρίτες και κομήτες δεν είναι σοβαρό
απ’ την έκρηξη μιας υπερνόβας π.χ.
ή από μια μαύρη τρύπα στο υπόγειο
του αντιδραστήρα πρωτονίων της Cern
ή μια έλλειψη γλυκού νερού ή καθαρού αέρα
ή μια θάλασσα εξαντλημένη χωρίς
ψάρια πουλιά σφουγγάρια και κοράλλια
θα ’ταν ίσως πρόωρο να πούμε ότι θα πνιγούμε
απ’ την άνοδο της στάθμης των ωκεανών

κινδυνεύουμε από ιούς μεταλλαγμένους
σε προϊόντα υπερατλαντικά μάλλον
θα ’πρεπε να πούμε ότι κινδυνεύουμε
απ’ τους φόβους που δημιουργούμε
για το κάθε τι και ότι από τον ίδιο
τον εαυτό μας κινδυνεύουμε επαρκώς

(Άνθη του θερμοκηπίου) Ας εξεταστεί, τώρα, η εξής υπόθεση εργασίας: Ο Νάνος Βαλαωρίτης δεν έχει πεθάνει, ώστε βιώνει τη συγκυρία της πανδημίας, της καραντίνας, την παγκόσμια κατάσταση εξαίρεσης. Πώς αντιδρά; Πώς ανταποκρίνεται στη συγκυρία με τη συγγραφή και, προπάντων, με την ποίησή του; Πρέπει, βέβαια, να γίνει ένας διαχωρισμός ανάμεσα στην ίδια την πανδημία και στη σχετική ρητορική η οποία αναπτύχθηκε, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της καραντίνας, από τα μέσα ενημέρωσης. Η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας εστιάζει στη δεύτερη. Όσον αφορά, λοιπόν, τη μιντιακή ρητορική, αποδεικνύεται πρωτοφανής η αποτελεσματικότητά της, η οποία είχε ως επακόλουθο τη καθολική σχεδόν συμμόρφωση. Μία αιτία για αυτόν τον απροσδόκητο βαθμό αποτελεσματικότητας εντοπίζεται στην παντελή έλλειψη αντίλογου. Την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής απόστασης και του ασφυκτικού περιορισμού των ελευθεριών, σε επίπεδο σημαντικών διανοούμενων και μεγάλων πολιτικών κομμάτων, δεν διατυπώθηκε, ούτε στην Ελλάδα ούτε παγκοσμίως, η παραμικρή ένσταση, δεν σημειώθηκε καμία αντίδραση, με μοναδική εξαίρεση τις «Παρεμβάσεις» (interventi) του Τζόρτζιο Αγκάμπεν. Η αριστερή διανόηση είτε επαναλάμβανε αμήχανα τα στοιχεία και τα επιχειρήματα των μέσων είτε προέβαινε σε σοφίσματα του τύπου «η απόσταση είναι εγγύτητα» και «οι τοίχοι δεν χωρίζουν αλλά ενώνουν» είτε μελλοντολογούσε περί μίας ουτοπικής ευκαιρίας, μετά τη λήξη της κατάστασης εξαίρεσης, για επανιεράρχηση των αξιών του δυτικού πολιτισμού. Το προηγούμενο οφείλεται, σε ικανό ποσοστό, στο γεγονός ότι οι αριστεροί στοχαστές έχουν, εδώ και καιρό, οδηγηθεί στην παραδοχή της εξάλειψης των εννοιολογικών αντιθέσεων. Ο Στήβεν Γκρήνμπλατ, για παράδειγμα, σε διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1986, με αφορμή τη συλλογή δοκιμίων του Φρέντρικ Τζέιμσον Το μεταμοντέρνο ή Η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, επισημαίνει ότι έχει, πλέον, συντελεστεί η διαγραφή αντιθετικών διπόλων, όπως το μέσα και το έξω, η κουλτούρα και η κοινωνία, η ορθοδοξία και η ανατροπή, μέσω των οποίων καθίστατο δυνατόν να υποβληθούν σε κριτική οι διάφορες δομές ισχύος και να διαρθρωθεί ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα. Εάν υποτεθεί, λοιπόν, ότι ο Νάνος Βαλαωρίτης είναι ζωντανός και δραστήριος, τότε συνεχίζει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: να σαρώνει την πραγματικότητα με τη διαλυτική γραφή του. Να διαχωρίζει τον αντικειμενικό φόβο από την εκστρατεία για την ασύμμετρη εξάπλωση του τρόμου, όπως στο ποίημα «Κινδυνεύουμε», πιο πάνω. Να παρωδεί τα υγειονομικά πρωτόκολλα -ενώ ανήκει στις ευπαθείς ομάδες- τα οποία μετατρέπουν την καθημερινή τυχαιότητα και την ευτυχία της έκπληξης σε στερεότυπη συμπεριφορά μέσα στο πλαίσιο μίας τεράστιας κλινικής. Να επιτίθεται στη μεγιστοποίηση του ελέγχου επάνω στην προσωπική διαχείριση, εν γένει, της ζωής και, ειδικότερα, του ανθρώπινου σώματος. Να ενεργοποιεί την ποιητική γλώσσα του στο έπακρο, ώστε αυτή να αποκτά πλήρως τη διαλογικότητα, χάρη στην οποία ανάγεται στο ιδίωμα μίας καρναβαλικής δυνητικής κοινωνίας χωρίς περιορισμούς και απαγορεύσεις. Να προβαίνει, συνεπώς, επαναφέροντας τις εννοιολογικές αντιθέσεις, σε πολιτικές, ουσιαστικά, δηλώσεις τέτοιες που, σήμερα, δεν τολμούν να διατυπώσουν ούτε οι πολιτικοί ούτε οι διανοούμενοι. Το πιο σημαντικό, ως συμπέρασμα στη συγκεκριμένη υποθετική εκδοχή, είναι ότι, στα ποιήματά του, εφόσον ζούσε σήμερα, θα αναδεικνυόταν η ελευθερία με την οποία ισοδυναμεί η εγγύτητα και μάλιστα η ερωτική. Η ποίησή του θα αποτελούσε την αποζημίωση, η οποία θα καταβαλλόταν, επειδή η έννοια της απόστασης προωθείται ως το θεμελιώδες στοιχείο των προσεχών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Γιατί, για τον Νάνο Βαλαωρίτη, η ίδια η γλώσσα αντιστοιχούσε στη σωματική εγγύτητα και στην επαφή, καθώς αντιπροσώπευε την ερωμένη η οποία παραμένει ασώματη, εκτός και αν κάποιος γνωρίζει, όπως γνώριζε αυτός, να την κατακτά εκ νέου κάθε φορά.

*Από το περιοδικό Τα Ποιητικά, τχ. 38, Ιούλιος / Σεπτέμβριος 2020, σελ. 5.

Leave a comment