Τα ήσυχα πρωινά όταν φοβάμαι
θάβομαι κάτω απ’ το προσωπό μου
καθώς εκπέμπω στο πεπρωμένο
μασκοφόρος πλανόδιο φως.
Και όταν στους δρόμους κατεβαίνω
δροσιά στα κλομπ
άλλο ένα μακελειό στήνεται.
Και όπως στην άσφαλτο
λαμπαδιάζουν όλες οι βεβαιότητες,
που το άρπαγμα, που ο δήμιος, που η κραυγή.
Αυτός που πρόδωσε
Αυτός που χάνεται
Αυτός που προσπερνά.
Η ύλη δονείται στα γόνατα, στις πέτρες, στα δόντια.
Σαν παλαιολιθικο ψέμα
Εκεί που ανατέλλει εκεί
Καίγονται τα δάση
Μαζί και τα φιλιά.
Τέφρα στα χείλη.
Στο στήθος.
Στην πλωτή μου ράχη ταξιδεύουν νεογνά.
Και όμως αντέχουν να ζουν φωναχτά.
*Από τη συλλογή “το ελάχιστο σώμα“, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

Εσμός εικόνων, εκπορευομένων από ρήματα, ακατάπαυστα κινεί, ερεθίζοντας την αισθητική ( του λόγου ) αναζήτηση, την κριτική συνείδηση του αναγνώστη αυτού που πρόδωσε, αυτού που χάνεται,
αυτού που προσπερνά, αδιαφορώντας για τα καμένα δάση, τα καμένα φιλιά, για την τέφρα στα χείλη του, στο στήθος.
Στην πλωτή ράχη σας ταξίδεψα απόψε, από της αγανάκτησης την αντάρα στο ελπιδοφόρο πέταγμα των νεογνών.