Στου θυρωρού δεν ήταν κανένας.
‘Ήταν το φως πάνω στα φτωχά
ξέστρωτα κρεβάτια. Και πάνω στο
παλιό τραπέζι κοιμόταν ένας αλητάκος
πανέμορφος.
Γλύστρισε απ’ τα διπλωμένα
μπράτσα του, διστακτικά, ένα γατάκι
*
Νάτοι οι εργάτες στην πράσινη αλέα
να γευματίζουν: δεν είναι όμορφοι;
Τρέχουν τα αυτοκίνητα ολόγυρα
κόσμος περνάει φορτωμένος εφημερίδες.
Δεν είναι όμορφοι οι εργάτες;
*
Το βρήκα το αγγελούδι μου
Σε ένα ύποπτο σινεμά.
Κάπνιζε ένα τσιγαράκι
κι είχε τα μάτια υγρά.
*Ήταν ο Σεπτέμβριος. Πηγαινοέρχονταν
θορυβώδης ο κόσμος στους δρόμους.
Ο ήλιος αγαπούσε το κρασί και τον εργάτη.
Τα τραγούδια επέμεναν μέχρι βαθειά μεσάνυχτα.
Εκστατικό όμως
απέμενε ένα αγόρι, δεμένο πλέον
-κάτω απ’ τη ζεστή φυλλωσιά της βραδιάς-
στο αθώο γέλιο ενός φίλου.
*
Η πλατειούλα της Βενετίας
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Αλλά απομένει
στη μνήμη -και θέλγει
το φως- η πτήση του νεαρού
ποδηλάτη, που απευθύνθηκε στο φίλο
με μια μελωδική πνοή: «Πάς μόνος;»
Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος
μεσ’ στο γλυκό ψίθυρο της ζωής.
*
Στο δροσερό ουρητήριο του σταθμού
κατέβηκα από το φλογισμένο λόφο.
Πάνω στο δέρμα μου σκόνη κι ιδρώτα
με μεθούν. Στα μάτια τραγουδάει
ακόμη ο ήλιος. Ψυχή και κορμί εγκαταλείπω
τώρα, ανάμεσα στη στιλπνή και άσπρη πορσελάνη.
*
Άδειος είναι ο ουρανός. Μα στα μαύρα μάτια
εκείνου του αγοριού, θα προσκυνήσω το θεό μου.
Ο θεός μου ωστόσο, απομακρύνεται με το ποδήλατό του
ή ανέμελα ένα ντουβάρι καταβρέχει.
*
Το αγνό χέρι, το μυρωμένο σίδερο
φιλούσα… κι έπειτα απ’ το συνεργείο
μια παρατεταμένη φωνή έρχονταν
να μου κλέψει το χέρι.
*Sandro Penna Ποιήματα, έκδοση «Το μικρό δέντρο», Αθήνα, Δεκέμβριος 1981. Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.

Reblogged this on Hellenic Canadian Literature.