Αυτή τη βάρκα πέρα ‘κει
που γδέρνεται στην ξέρα,
γι’ ατμόπλοιο την είχανε·
για πράγματα μεγάλα και σπουδαία.
Ήτανε κι ο πατέρας της
γνωστό πλοίο της γραμμής-
με τους επιβάτες του
νύχτα-μέρα συνεπής.
Εκείνη το πέλαγος δεν άντεχε.
Ξένη σε θάλασσ’ ανοιχτή,
έφτιαξε ποτάμι πέτρινο
δικό της, χωμάτινο κελλί.
Θα ‘χε πορεία καλή…
αυτή η βάρκα πέρα ‘κει
που ξέθωρη και μόνη
χάνεται στην ξέρα.
Αλλά η Louise έμεινε
απ’ τις γραμμές και τις γιορτές,
από καπεταναίων εντολές
κι απ’ όλους, πέρα…

Reblogged this on Hellenic Canadian Literature.