ουδόλως ντρεπόταν
Να εξηγούμαστε:
ουδόλως ντρεπόταν για τα καράτια στα φτερά του,
ίσως γι’ αυτό να πέθανε
άγγελος μόνο
μόνο άγγελος
σε ράφι βιτρίνας με θέα.
Σαν πιάνει η άνοιξη κι η περσεφόνη, ψάχνω τους από μηχανής θεούς μου και τ’ αγάλματα, δηλώνει αγωνιωδώς και αμέριμνος. Και κείνη την αντηλιά την όλο νάζι.
Έξω οι άνθρωποι τρώνε αμίλητοι.
αυτός ο άθλος
Μονόλογος νεαρού στα λευκά σε ικρίωμα ή σε
άνω διάζωμα καλλιμάρμαρου ή άλλου σταδίου:
[…] Επιμένω, ωστόσο, πώς στις πλάτες μου
φέρνω τον ουρανό και την έκπληξη – τίποτα
που να μην είναι δέρμα ή σπλάγχνο ή κόκκαλο
και όχι, όχι τα πρέκια μιας πόρτας αμέτοχης,
ούτε στιγμούλας σαστισμένης.
Τέτοιες στιγμές ακούω τον Ηρακλή,
δεν πάει με αυτόν τον άθλο, να λέει.
Φοράει λευκό T-shirt από υαλοβάμβακα
και αδημονεί να το ξεπλύνει στη θάλασσα.
Το ίδιο αδημονώ και εγώ.
*Από τη συλλογή “stanza”, εκδ. Gutenberg, 2021.


Reblogged this on Hellenic Canadian Literature.