Αντώνης Αντωνάκος, από τη “Μουσική των Αγρών”

Αυτός είναι ανήμερο θηρίο. Κοιτάζει τις κίσσες στο
χωράφι. Κοιτάζει τη γίδα που έχει σκαρφαλώσει στον
ουρανό. Αυτός βάζει ζάχαρη στα δάχτυλα. Βάζει μέλι
στο κρεβάτι του.
Με μια κίνηση εξανεμίζει το θρίαμβό του.
Γυρίζει το διακόπτη της αγάπης.
Κερδίζει το ψωμί του κοιτάζοντας τ’ άστρα.
Και θέλω να προσθέσω πως αυτός είμαι εγώ. Και πως
όταν το άτομο αισθάνεται η κοινωνία χάνεται.

Το ωραίο μαύρο πηχτό σκοτάδι τύλιξε τους γυμνιστές.
Το άπειρο με τις μυστικές του εσοχές σκέπασε τα πηγάδια.
Εδώ έσκυβαν τα κορίτσια.
Εδώ έπιναν νερό.
Εδώ καθρέφτιζαν τα βυζιά τους.
Και το σκληρό καλοκαίρι γύρω κούρδιζε τον αγρό με
τα φίδια του.
Κρυφά μουρμούριζε το πνεύμα.
Έβγαζε υγρά
στο βαθύ ύπνο η ακατέργαστη ύλη.

Το λήμμα για τον κόρφο της στο λεξικό έκανε φτερά
ή δε γράφτηκε ποτέ. Γιατί ο κόρφος της με άλεσε.
Γιατί ο Γαλαξίας με οδήγησε εκεί.
Βρέφος, με τα χείλη και τη γλώσσα κοιτάζοντας.
Πιπιλίζοντας αυτό το σπασμό που κατευνάζει.
Τον έναστρο πόθο των σπλάχνων της καθώς πέφτει
η νύχτα στο κεφάλι μου. Καθώς όλα τα βαμπίρ της
δημιουργίας λυγίζουν το κορμάκι τους
και περιμένουν τον εραστή τους. Και περιμένουν
να διαβούν στον Κάτω Κόσμο της αγάπης.

Ακούω τη μουσική των αγρών. Το τσέμπαλο των
μυστικών περασμάτων. Στα σχολεία των αρουραίων
και στις σωλήνες του νερού. Ακούω να ροκανίζουν
διαφημιστικά φυλλάδια υπνωτισμένες νοικοκυρές.
Όμορφες πάντα στο βαθύσκιωτο κουζινάκι τους.
Μαγειρεύοντας γλυκόλογα με νερό βροχής.

Αράχνες μαζεύονται στα μαγαζιά των μυρμηγκιών. Κι
έτσι ανεξήγητα και αναίτια τα καταβροχθίζουν.
Κι όταν έχει φεγγάρι γεμάτο μαζεύονται οι ληστές
και μοιράζουν τον κλεμμένο κόσμο. Μαζεύονται
οι εφτάψυχες μαύρες γάτες στους λειμώνες των
άστρων. Μαζεύονται οι κλέφτες των ψυχών
για να ζυγίσουν την πραμάτεια τους. Εμείς όλοι
που αντιγράφουμε την ομορφιά στα χαρτιά μας.
Τα άπιστα σκυλιά. Εμείς.

Τόσο παράλογος είναι ο Δημιουργός που
φτιάχνει γυναίκες με μεγάλα μαύρα φρύδια.
Κι αυτές παλεύουν με το τσιμπιδάκι τους να αλλάξουν
τον κόσμο. Να διορθώσουν τα λάθη του θεού.

*“Η Μουσική των Αγρών”, Εκδόσεις Bibliotheque, Αθήνα 2014.

4 responses to “Αντώνης Αντωνάκος, από τη “Μουσική των Αγρών”

  1. Ποιητική τρέλα! Η αντάρα ομορφαίνει στα ανεμοδαρμένα της ψυχής σας ύψη! Με χορτάσατε απεικονίσεις! Απεικονίσεις σκληρές, αντιθετικές – αλληλοσυμπληρούμενες, που, στο βάθος, στην τρυφερότητα ( που από όλους μας λείπει ) αποβλέπουν , απεικονίσεις που νοήματα υπαινίσσονται, νοήματα, που από κριτική ζεματούν, κριτική τορνευτή που, στην ευθυμία ( χιούμορ ) καταλήγει.

  2. Μέσα στην αντάρα της ποιητικής τρέλας που, προηγουμένως, ανέφερα, στο : – όταν το άτομο αισθάνεται η κοινωνία χάνεται – , θα σταθώ. Στίχος που διακρίνεται για το συμπυκνωμένο, πολυσήμαντο διττό του, το οποίο την σκέψη δοκιμάζει, καλώντας την, να αποφανθεί για ένα απόφθεγμα σιβυλλικό, συζητήσεων ατερμόνων, που ο διαβολεμένος ποιητής ( ο οποίος, ασφαλώς, αναγνωρίζοντας, αποδέχεται τον χαρακτηρισμό ) μας εμβάλλει.

  3. Μέσα στην αντάρα της ποιητικής τρέλας που, προηγουμένως, ανέφερα, στο : – όταν το άτομο αισθάνεται η κοινωνία χάνεται – , θα σταθώ. Στίχος που διακρίνεται για το συμπυκνωμένο, πολυσήμαντο διττό του, το οποίο την σκέψη δοκιμάζει, καλώντας την, να αποφανθεί για ένα απόφθεγμα σιβυλλικό, συζητήσεων ατερμόνων, στις οποίες ο διαβολεμένος ποιητής ( ο οποίος, ασφαλώς, αναγνωρίζοντας, αποδέχεται τον χαρακτηρισμό ) μας εμβάλλει.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s