Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

VI

Βλάσφημες λέξεις

Ο Θεός είν’ ένας άγνωστος
γέρο καουμπόης
μέσα σε μπαρ.
Την ώρα που πίνεις το ποτό σου
εμφανίζεται από το πουθενά
σε ρωτά με τ’ όνομά σου
πώς τα περνάς
σαν παλιός καλός γνώριμος
κατεβάζοντας ένα μπουκάλι Sarsaparilla.
Κι έτσι όπως ήρθε γίνεται καπνός
αφήνοντάς σε σύξυλο ν’ αναρωτιέσαι
μήπως το φαντάστηκες όλο αυτό
με τον καουμπόη και με τον Θεό.

***

VIII

Του παππού

Το σύρμα γύρω απ’ το χαρτόνι,
το ξύλινο μέτρο με το σφυρί.
Καρφάκια ριγμένα στο κουτί τους
περιμένουν όπως τ’ άφησες,
κάτι να μαστορέψεις…

Γιατί οι τοίχοι ξεφλούδισαν
και ξηλώθηκαν τα λούκια.
Η αποθήκη γκρέμισε,
δε τη στηρίζουν παρά κλαδιά—
παίρνει επιδιόρθωση τούτη η ερημιά;

***

Φάσμα

Εκείνο το μικρό βιβλιαράκι
του Καρυωτάκη
φυλλομετρούσες το σύθαμπο.
Πάνω στον τοίχο σου
άλλαζαν τα χρώματα
απ’ το θερμό ως το ψυχρό·
έπειτα δίχως όραση —
μαύρο πάνω στο μαύρο.
Ήθελες να μιλήσεις σ’ έναν άγιο
και το σκοτάδι σού φερε το Λάγιο.
Τώρα
τηλεπαθητικά μεταμορφώνεις
το θάνατό σου σε θάνατο.

*Από τη συλλογή “Οι ψυχές αυτές μένουν απούλητες”, Θεσσαλονίκη, 2020.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s