Benjamin Peret, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΝ ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΙΝΟΥΣΗΣ

Πρώτο λουλούδι καστανιάς που υψώνεται όμοια μ’ αυγό
μες στο κεφάλι των μεταλλικών ανθρώπων
σκληρό σαν προκυμαία
όταν
μες στη βροχή μελάνης που με διαπερνά με καθρέφτες
τα μάτια σου μαγικά σα δέντρο σφαγμένο
κράζουν σ’ όλους τους τόνους
Είμαι η Ρόζα
σ’ αγαπώ όπως η αλλοτινή φτέρη αγαπά την πέτρα που την έκαμε εξίσωση
σ’ αγαπώ μ’ όλες μου τις δυνάμεις
σ’ αγαπώ σαν κόκκινη σόμπα μες σε σπήλαιο
Ας με ξεσχίσει το φόρεμά σου από συρματόπλεγμα
με μέγα κρότο πιατικών που πέφτουνε σε σκάλα
σ’ αγαπώ σαν αυτί που το ’χει πάρει ο άνεμος
που σφυρίζει Περίμενε
Περίμενε το σίδερο να κάψει το πουκάμισο της δρόσου
για να κάμει ν’ ανθίσει η αντανάκλαση του κρυστάλλου που κρύβεται μες σε συρτάρι
Περίμενε τη σαπουνόφουσκα
αφού σκάσει σαν τσάρος των τυφλοπόντικων
που ποτέ δε θα σκεπάσουν τους αγαπημένους ώμους
ν’ αναγεννηθεί μες στη σκόνη τη σκοτωμένη από τον ήλιο που έγινε γαλάζιος
και που εγώ τον παραφυλάω από την κλειδαρότρυπα
τη μαλλιαρή
την παγωμένη
της φυλακής των πολικών λειχήνων όπου μ’ έχεις έγκλειστο
Περίμενε υιέ άλατος
περίμενε οίνε της βραχώδους ακτής που μόλις συνέτριψε μιαν αιγίδα
περίμενε άντερο φωσφόρου που δε σκέφτεται παρά τις πυρκαγιές των δασών περίμενε
Περιμένω

***

ΝΤΕΡΑΠΑΡΙΣΜΑ

Γιατί να μην έχεις τον πόθο του κορυδαλλού που ρίχνεται στην ουράνια βράκα χωροφύλακα
να τη διαπεράσει δίχως ποτέ να τη βρει
θα είχες συναντήσει τον καθρέφτη του ματιού μου
που θα ’χε γίνει σα σπόρος σταριού στην πυραμίδα της πτήσης σου
που οικοδομεί τριγύρω μου μια φυλακή καιομένων βάτων
εάν φύγεις όπως ένα σπίτι λιώνει μες σε μπανιέρα λάβας
ή σκέψεων ιπταμένων και καταβροχθισμένων από φιάλη οξέος
εάν κοιτάξεις μες από το μάτι πόρτας που χαμογελά τότε σαν την πλατεία Ντωφέν
προτού να εμφανισθεί η κόπρος δικαίου
θα είχα έτσι μάτια αγρίου κύματος
για σένα
που θα ήταν άνθος αγαύης στο χείλος πηγαδιού ορυχείου
όπου θα φαίνονταν αντιλόπες στο σχήμα αυτιών
θέλω να πω βιολετών
που λέγονται έτσι διότι κρύβουν τσίνορα ίριδος
που πλαισιώνουν χλόη ηλεκτρική ικανή να με βάλει να ροκανίζω τα κρανία των προπατόρων μου

*Από το βιβλίο “Μπενζαμέν Περέ – Απαγορεύεται η αφισοκόλλησις και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Σωτήρη Λιόντου και Νίκου Σταμπάκη, Εκδόσεις Ύψιλον, 2007.

*Artwork by Matthieu Bourel

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s