Γιάννης Υφαντής, Τρία ποιήματα

Έρημη Χώρα

Σάρκας απόλαυση ανάμεσα σε ψάρι της Αλάσκας αχνιστό

γαρίδες του Παλέρμου, μανιτάρια και τζατζίκι ελληνικό.

Κι ένα ποτήρι μπίρα Bolaur.

Κ’ ύστερα μαλακία στο κρεβάτι σου

γιατ’ είσαι αλίμονο μονάχος σου στο Μόναχο

την ίδια ώρα που αμέτρητες γυναίκες

που ζουν κι αυτές μονάχες τους στο Μόναχο
στενάζουν αγκαλιάζοντας τον Άγιο Δονητή

γιατί απόκαμαν να παίρνουν το Θεό
στον αριθμό 0+ ∞ + χάος

και να μην παίρνουνε απόκριση καμμιά.

Στενάζουν αγκαλιάζοντας τον τεχνητό φαλλό

χωρίς να ξέρουν που ο Θεός ενσαρκωμένος
γυρίζει ολομόναχος στο Μόναχο,

με κινητό όπου καμμιά τους δεν τον παίρνει,

αφού καθώς είναι καινούργιος εμιγκρές

τον αριθμό του ούτε ο Πάπας δεν τον ξέρει.

***

Τηλεφωνώ στους φίλους


Στη Ναυσικά Γκράτζιου

Τηλεφωνώ στους φίλους’ όλοι εργάζονται.

Σ’ αυτό τον κόσμο ρε γαμώ το δηλαδή
μόνο εγώ κι ο Ήλιος τεμπελιάζουμε;

***


Του Έρωτα

Του έρωτα

πρέπει να του δινόμαστε γυμνοί

όπως δινόμαστε στον ύπνο και στο θάνατο, γιατί

ο έρωτας θαρρώ είναι η μόνη

μεταλαβιά

αιωνιότητας∙ ο έρωτας

είναι η λύτρωση του τέλειου χορού, είναι

η αγαλλίαση
του Καιρού.

One response to “Γιάννης Υφαντής, Τρία ποιήματα

Leave a reply to SideliK_2 Cancel reply