Αναστασία Πελεκάνου, Τρία ποιήματα

Τις πέταξα τις κουρτίνες

τι να τις κάνω χωρίς ήλιο..;

εγώ τα παράθυρά μου τα έχω διάπλατα ανοικτά

και οι μουσικές μου ακούγονται ως εκεί

τα σέρτικά μου δεν τα κρύβω

κι αν ο ηθοποιός άντρας πει τα σκοτεινά του

τα βίαιά του 

και τα συμφέρονταά του φτάσουν ταβάνι…

γίνομαι κι εγώ ηθοποιός – όχι κομπάρσος

ούτε κρύβομαι στην κουζίνα για να είναι όλοι ευτυχισμένοι

άνεμος γίνομαι και περιστρέφομαι σε μυαλά

κυρίως άδεια

μαθαίνω πώς είναι η χαρά του να μη γνωρίζεις τίποτα –
και τι καταλάβαμε;

κορμιά είμαστε και μετά ψυχές
αυτό καταφέραμε

πόσο άδειοι και ζαλισμένοι…
πόσο τραγικοί ηθοποιοί περνούν έξω 

από το μικροσκοπικό κελί μας…
κι εμείς λέμε -άνθρωποι είναι κι αυτοί

πράσινοι βάλτοι γύρω κι εμείς εκεί..
.
να αγοράζουμε χρυσά υφάσματα από τη λαϊκή…-

το φαγητό μη καεί και ρίξε λίγο μπαχάρι

από αυτό το ληγμένο

στους ληγμένους χρόνους μας -

το βράδυ που θα ‘ρθει η μαμά με καλούδια

εκεί να δεις…

ηθοποιάρα θα γίνεις

***

Ήσουν εκεί

αλλά δε μ ‘έβλεπες

εγώ τα βράδια έφευγα

σε δρόμους – σε κόσμο αγιάτρευτο

με φώτα πολλά /
Παντού φώτα μέχρι το ξημέρωμα.

Έμαθα πως με έψαχνες κι είπα να σου γράψω-

Τυλίχτηκες το πρωί με κόκκινη σκόνη

και απόψε δεν θυμάσαι τίποτα.

Μη σε νοιάζει – εγώ θα έρθω ξημερώματα

και θα σου φέρω

λίγα φώτα

μια παγίδα και κόκκινη ανάσα –
Αν δεν σε δω, να ξέρεις το βράδυ θα φύγω

κι αν πετάξει άσπρο πανί πάνω από το σπίτι
σήκωσε το κεφάλι

θα με δεις ~

Στον Άκανθο 

Κέντρο Αθήνας 2019

***

Πόσο νοσταλγώ τις αταξίες μας

μέσα στα ορθογώνια καμαρίνια..
θυμάσαι που σε σκούνταγα όταν έβαζες κραγιόν…;

κατά λάθος έλεγα

κι εσύ χαμογελούσες πονηρά

-έλα δε θα προλάβουμε.. πάρτε τα πόδια σας!.. 

ώναζε ο χοντρός απ’ έξω

κι εμείς φιλιόμασταν με φράουλες και αλκοόλ στο στόμα~

άνοιγε η πόρτα.. έμπαιναν όλοι μέσα 
κι ανταλλάσσαμε φιλιά και φρίκες
όταν σου κούμπωνα τον κορσέ …κρατούσες αναπνοή 

όσο οι σταγόνες των χαλασμένων σωληνών 

έπεφταν στα βαμμένα μαύρα βλέφαρα μας

ξανά απ’ την αρχή

να θυμώνει ο χοντρός!

αυτός που πάντα μας θεωρούσε κάτι το ‘τελευταίο’.

βγαίνουμεεε… φώναζα/

πόσο νοσταλγώ τα γέλια μέσα στα ορθογώνια καμαρίνια.
μετά στη σκηνή δεν μας αναγνωρίζαμε

μα συνεχίζαμε σα τα λιοντάρια πάνω σε ελάφια

δε λογαριάζαμε

τελείωνε η γιορτή

έφευγε ο χοντρός κι η παρέα του

και κλειδώναμε στο κουφό πάρτι των φιλιών

και της αγάπης.

νοσταλγώ.

θυμάσαι;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s