Βάδισα στην Πομπηία
εξαγνισμένη η πόλη
από του καιρού τη σκόνη
χαραγμένες οι πλάκες
ορίζουν τους δρόμους-
υπήρχε ζωή.
Υψώνονται τοίχοι
έρημα σπίτια
κήποι της θάλασσας-
Μια σκιά να ξαποστάσω.
Σύννεφα στεφάνια του βουνού
αντάρες συγκλονίζουν
τον πράσινο τόπο
βροχή τραγούδι σειρήνας-
Μείνε εκεί.
Άλικος χείμαρρος χορεύει
κατακλύζει ψυχές,
οι φωνές τους άσμα
του φαιού ουρανού.
Ένα μονοπάτι, ένα ρυάκι,
ίχνος διαφυγής
αγκάθια της σκέψης
φύγε, πέτα!
Αιώνες βαδίζω
στις στάχτες της πόλης
στον αέρα κραυγές
λευκά μάρμαρα σφραγίζουν
ανελέητα τις πνοές.
