Δημήτρης Γκιούλος – Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας, Σημείο 0

Το αντάρτικο το δικό μας
γράφτηκε σ’ εφτά νύχτες.

Χρειάζονται δύο άνθρωποι. Δυο τουλάχιστον.
Ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει.
Αλλά τι σας λέω κι εσάς, σάμπως πεινάσατε ποτέ τόσο ώστε να μπείτε ολόκληροι μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο;

Ίσως αν καείτε,
να μάθετε.

Να σας μάθω για πείνα λοιπόν.
Ή για βουτιές σε σώματα ξένα,
από κείνες που γραπώνεσαι από φλέβες κι όργανα,
να δεις τι έχουν να σου πουν
για το βράδυ που ξεκίνησε.
Και για φωτιές,
να κλείσετε λίγο περισσότερο τα μάτια σας.

Μάθημα πρώτο.
Μαζί τα μάθαμε.
Κι αν φάγαμε κάτι,
δεν ήταν τίττοτ’ άλλο από τα μούτρα μας.
Κι αυτά θα συνεχίσουμε να τρώμε.
Μαθητευόμενοι μάγοι αλλά όπως λέει κι ο σοφός
«αν δεν φαντάζεσαι φωτιές, με κάρβουνα μην παίζεις»
Κι από παιδί
φωτιές ονειρευόμουν.

Ξέρεις,
απ’ αυτές που σε τυλίγουν,
να χεις μέρα κι όταν κλείνεις τα βλέφαρα,
όταν ζητάς το τομάρι σου να σώσεις.
Μα, όσο το σκέφτεσαι ξανά,
είναι φορές που σε προκαλουν
να χορέψεις μέσα τους,
να μάθεις πόσο το δέρμα σου αντέχει.

Αντοχή υλικού,
μάθημα δεύτερο.

Την αντοχή των ανθρώπων θα ‘πρεπε να μετράμε.
Πως η αντοχή μετριέται, θα μου πεις.
Κοιτώντας το δέρμα μας.
Όσο πιο πολλές χαρακιές,
όσες περισσότερες πληγές,
τόσο πιο πολύ αντέχει.
Οι άλλοι, οι σκληρότεροι, αιμορραγούν απ’ τα μέσα.
Και φεύγουν πρώτοι.

Φεύγουν,
να μείνουν οι χαραγμένοι,
να δείχνουν με καμάρι τα σημάδια τους όλα,
λίγο πιο άσχημοι,
σ’ έναν κόσμο μ’ όμορφους καθέπτες,
να τρέμουν, όσες με αίμα ευγενικό
περιμένουν λευκές επιδερμίδες
για να φωτίσουν σκοτεινά δωμάτια
Αφού προτιμούν το αίμα μας για να φωτιστούν,
ένα να θυμούνται:
Να τρέμουν, γιατί ξεκινήσαμε,
μακρύς ο δρόμος και διψάμε.
Κι ας ξέρουν πόσο όμορφα θα φώτιζαν του κόσμου το σκοτάδι, μ’ έναν τους οργασμό.

Μάθημα τρίτο.
Όσοι μπορούσαν να κάνουν αλλιώς και δεν έκαναν,
είναι ένοχοι.
Κι οι ένοχοι θα πληρώσουν.
Είναι ζήτημα επιβίωσης.
Ποινικό δίκαιο.
Το σύστημα σωφρονισμού μας.
Είναι καιρός να μάθει
ττως πρέπει να τιμωρούνται όσοι έμειναν να κοιτούν ταβάνια και τοίχους ασπρισμένους.
Να κορνιζώσεις τις μέρες,
τους οργασμούς και το αίμα σου,
να τα χαζεύεις
κάθε που θα ψάχνεις αυτά που έχασες.

Σε διάδρομο που θέλει βάψιμο.

Ομόφωνα ένοχος.
Άλλωστε, πως ξέρεις αν ο τοίχος θέλει βάψιμο
αν εσύ πρώτος δεν έστειλες τις σκέψεις σου
με χίλια χιλιόμετρα να καρφωθούν πάνω του;
Κομμάτια να γίνουν.
Ήταν άραγε ποτέ λευκά τα ταβάνια μας;

Δεν μάζευαν την κάπνα
απ’ όσα φτιάχναμε προσάναμμα τις νύχτες;
Δεν γέμιζαν σώματα,
σκιές και σιλουέτες,
να ’χεις να προσεύχεσαι
και να θυμάσαι;
Δεν ήταν ποτέ τους λευκά,
να το ξέρεις,
και μην τολμήσεις να μου πεις
πως δεν σ’ το φώναξα.

Αν κάτι ήταν ποτέ λευκό,
μονάχα τα κελιά μας.
Αλλά αυτά ήταν στο κεφάλι μας, δεν μετράνε.
Τις φυλακές μας, εμείς τις κουβαλάμε, τις ποινές μας, τις εκτίουμε ολάκερες.
Γι’ αυτό κι η τιμωρία σας να ζητάτε αίμα, ολάκερη θα είναι.
Είπαμε, ο ένας θα φτιάχνει τις λέξεις,
ο άλλος θα βάζει φωτιά στο φυτίλι
και θα τις πετάει.
Μη ζητάτε επιείκεια,
είναι ένα μάθημα που δε μάθαμε ποτέ.
Αν είχαμε, θα περπατούσαμε λέφτεροι, δε θα βάφαμε τοίχους.

Καλώς ήρθατε.

*Από τη συλλογή “Αντάρτικο2”, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s