Αποβροχάρα μια γαλήνη…
Αποβροχάρα μια γαλήνη είχε ξεμείνει,
στου δάσου τα δεντρά, στα μονοπάτια,
του βουρκωμένου σύγνεφου τα μάτια,
της γής τον πόνο είχε απαλύνει.
Τέτοια ώρα ο λογισμός διψά και πίνει,
της γής τα πλούτη, από χρυσά κανάτια,
κι΄ ως βάρκα κυλά, με γερά ξάρτια,
και της ζωής την πίκρα αργοσβύνει.
Μα του ηλιού ο χρωστήρας ξαναρχίζει,
να ροδοβάφει σύννεφα στη Δύση,
κι΄ ειν έγνοια, η βροχή να μην ξυπνήσει.
Στιγμές γλυκές της σιωπής που ανθούνε,
στα σπίτια που η αυλόπορτά τους τρίζει,
κι΄ οι γκιώνηδες αργά μονολογούνε.
***
Σαν κοπάδι…
Σαν κοπάδι πρόβατα τρέχουν τα σύννεφα.
Μαύρα αγριοπούλια- σαν λυκόσκυλα- τρέχουν
από δώ κι΄ από κει, και τα φωνάζουν.
Φουσκωμένα απ΄ το γρασίδι τρέχουν
τα σύννεφα στούς ουράνιους βοσκότοπους.
Τρέχουν πάνω από τις πεδιάδες, τα οροπέδια,
πάνω από τα λαγκάδια, πάνω από τα σπίτια…
Τρέχουν…
Σε μια μοναξιά είναι βυθισμένα όλα,
σε μια γλυκιά νοσταλγία.
