Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Όταν είναι όλα παρθένα
 
Το δάσος, η σκέψη, τα χέρια, η αγάπη
Όλα σε γεμίζουν
Τίποτε το κολασμένο δεν σ’ αγγίζει
Ακόμα κι αν πετάξουν τα κομμένα φύλλα,
Που λιώνουν στα ποτάμια σε αποσύνθεση,
Στη λευκή σου νύχτα επάνου
Εσύ στο λευκόχρυσο, Εσταυρωμένη,
Εσύ, από ένα κρίκο μιας καδένας κρατιέσαι
Δεν είναι δυνατόν να φύγει εύκολα το δυνατό φως
Από την ιλαρότητα…
Επειδή ένα σύννεφο πέρασε με δική του θέληση
Καλόγνωμα και μονιασμένα
Και σ’ ανέμισε
Δεν σ’ αδυνάτισαν τα χρώματα
Της θάλασσας που κωπηλατείς τριάντα χρόνια
Να φτάσεις παλεύοντας
Σ’ αλλότρια κύματα του Όστρια…
Επειδή ξέφυγε η στρώση
 Σε χρώμα αδέξιο, φάλτσο στον τοίχο που μοιράζεσαι
Με τα όνειρα του καθενός
Που κωπηλάτησε μαζί σου
Δεν άλλαξε ούτε γιώτα η αγνότητα που σ’ έχει οραματίσει
 Είναι κορώνα η φωνή της αγιοσύνης,
Σε αίθουσα γεμάτη κόσμο
Που σ’ ακούει να μη μιλάς…

***

Η χαρά

Όση κι αν είναι, θέλει να ζήσει ελεύθερα
Τροπαιοφόρο κύμα σε χαιρετά
Σε παίρνει στ’ ανοικτά των κάστρων ξέφωτα
Άδετα γέλια βλέπεις, δεν ακούς
Πρέπει να ξεστρατίσεις για να κλώσεις την ουσία
Εκεί που οι λόγχες δεν έχουνε αιχμές
Εκεί που οι έγνοιες γίνονται υποταγμένα παιδιά
Στη μαγεία, σε ζούγκλα αδύτων
Εκεί όπου χάδι δε λείπει από χέρι
Το αληθινό από το πλαστό οδεύει
Την θέλεις ανυπότακτη τη χαρά
Να περπατά σαν φάντασμα σαν λέπι
Στο σκότος της θάλασσας
Που δεν φοβίζει
Να γράφει ελληνικά στην αμμουδιά με πέλματα τιτάνων
Να δίνεται μ’ ένα κουτάλι ολόχρυσο και κουδουνίσματα
Η χαρά που μένει από ένα πανηγύρι
Που ξεπουλά το σφιγμένο της όχι
Για μια χαρά που της ανήκει!

*Από τη συλλογή “Ποιήματα μιας αντίθεσης”, (2015).

Leave a comment