Λευτέρης Πούλιος, Τέσσερα ποιήματα και μια παρουσίαση

Η Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη

Μανιασμένη βροχὴ
πάνω ἀπ’ τὰ θαμμένα δάχτυλά μου.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
κάτω ἀπὸ ’να δέντρο
ἔξω ἀπ’ τὴ σπηλιὰ
Μ’ ἄγριες κουρελιασμένες προβιὲς
Καὶ βιβλικὴ γενειάδα –
ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι τσουκνίδα
εἶναι εὐάλωτη –
Κακοσιτισμένο
Νὰ ἀγναντεύει τὸ μαχητικὸ ἀφρὸ
τῆς ἀκροθάλασσας
Καθετὶ εἶναι γεμάτο
καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλευθερία.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
Στὸ ναὸ τῆς φαντασίας μὲ ἰκετήρια κλαδιὰ
Τρέμοντας μὲ σκέψεις φτωχοῦ θεοῦ
Τὸ εἶδα
στὴ στοιχειωμένη πολυκατοικία
Ὁδηγημένο στὴν ἀφθονία μὲ αὐτοκίνητο οὐίσκι ἔντυπο
ἢ στὸ ἄντρο τῆς μιζέριας
Μὲ ὁλόλαμπρη γύμνια χλωμὰ στήθια
Ὀρυχτὰ στολίδια νεκρὸ βρακὶ
Ἡ μεγαλειότητά του περιμένοντας φώτιση
κάτω ἀπὸ ληστρικὰ νύχια
Ἔξαλλο βασανιστήριο
Φτυστὰ στὸν καιρό.
Κακόμοιρο πετσὶ θαμμένο
μέσα σὲ τόση νύχτα
Ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη
Μέσα στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

***

Πάρνηθα

Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σάλπισμα τοῦ ἀγγέλου, θειάφι
κίτρινο ζωηρὸ καὶ μενεξεδὶ ζωηρὸ
πάνω στὸ βουνὸ μὲ τὴ μορφὴ ποὺ ἔτρεχε σὲ συνάντησή μου
πίσω ἀπὸ θολὸ τζάμι.
Δρόμος κανένας γιὰ τὸ γυρισμὸ
δυὸ ἀερικὰ ἦρθαν κοντά μου καὶ μὲ παρέσυραν.
Ἡλιοβασίλεμα σχεδὸν ἀνεπαίσθητο
καὶ τῆς κόλασης τὸ στόμα ὀρθάνοιχτο
μετὰ τὸ σκίσιμο τοῦ οὐρανοῦ.
Ἄρτεμη, γιατί μ’ ἔδιωξες;
Ἡ ὥρα σὰν ἀνυπόμονο λεοντάρι μὲ τὴ χαίτη
ριγμένη πρὸς τὰ πίσω καταπίνοντας πυρακτωμένα καρφιά.
Ὁ Ὄλυμπος κι ὁ Γολγοθὰς δυὸ πόλοι
τοῦ ἴδιου ποιήματος.
Ἄγρια μάχη κενταύρων στὸ βορινὸ μέρος
τὰ μπράτσα μου ἐνάντια στὸ δαίμονα
καὶ τὰ κοράκια ψηλὰ ἀνακατεύοντας πριονίδι
καὶ παγάκια στὴ χούφτα μου.
Νοσταλγία τοῦ βράχου ποὺ πάνω του κάθισε
κάποτε ὁ Πὰν παίζοντας τὸν αὐλὸ
μὰ δὲν κάθεται πιὰ παρὰ ἡ μαύρη δυσοίωνη
κουκουβάγια ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό.
Ὁ φονιὰς ἄγγελος τράβηξε τὸ σπαθί του
ἀσήμι λαμπερὸ καὶ καμφορὰ στὴ λαβὴ τοῦ σπαθιοῦ.
Γλίτωσα τὴ ζωή μου, ἕνα βλαστάρι ἀνάμεσα
στὰ λιθάρια. Κράτησα τὴ ζωή μου ἐκεῖ ποὺ
ἡ δύση ἦταν κοντὰ ἀτενίζοντας τὸ ἀόρατο
μέσα στὸν τρόμο καὶ σήκωσα σὰν μιὰ πέτρα
τὸ πρόσωπό μου.

***

Το Θεώρημα

Στο μετρό
ονειροπολώ
κι ανασαίνω βαριά
απ’ το κάπνισμα.

Για μια στιγμή ζαλίζομαι
και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα.
Θλίβομαι νιώθοντας
την ανέλπιδη τέχνη
του ποιητή.

Πόσο απλός ο κόσμος,
αυτό το μεγάλο τίποτα,
και πόσο δυστυχία
και βάσανα
σε ραγισμένες καρδιές
και ψυχές πεθαμένες.

***

Στρίγκλισμα

Μέσα κι ἔξω ἀπ’ τὶς μεγαλουπόλεις μὲ πείνα μὲ τόλμη
μὲ ἁγιότητα σούρανε τὰ μακρουλά τους ποδάρια
Τὰ σβησμένα ἀπ’ τὸ ὄπιο μάτια τοὺς τ’ ἀλουμινένια
πιάτα τοὺς τὰ κουρέλια τους στὸ χωματόδρομο
Τὰ παιδιὰ τῆς γενιᾶς μου γίνανε ἀφίσες τῶν τοίχων
Ξερατὸ καὶ λουλούδια ἐνὸς πολιτισμοῦ ἄθλιου
Ὁ δρόμος ἔχει τὴν ἀγωνία του τοὺς θλιβεροὺς μαντρότοιχους
μὲ τ’ ἀγκωνάρια τῆς παραφορᾶς
Καὶ στὴ βάση κάτ’ ἀπ’ τὸ δέντρο ὁ ἐλεύθερος
ἀπλώνοντας ρίζες καὶ κλωνάρια
Ὁ δραπέτης τῆς ζούγκλας τῶν πόλεων
Σχεδὸν ριπίδι σχεδὸν ἀκάθαρτη συμμετρία
Ὥριμος γιὰ τὴ στιγμὴ τῆς κρίσης
Ἡ ἀγάπη τὸν κυριεύει, ἐπουλώνει τὴ λέπρα τῆς ἐσωτερικῆς γῆς
Ἄνθρωπε τῆς ἐποχῆς μου παράδειγμα
Δόξα σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ σκάει
Ποδοπατώντας σάπιες ἀξίες βαραθρώνοντας τέλματα
Μὲ τὰ παπούτσια στὸ κούτελο τῆς καλοπέρασης
Ἔστω καὶ μὲ τὴ στολὴ τοῦ νικημένου
Μακαρίζω αὐτοὺς ποὺ τὸ στῆθος τους οὐρλιάζει
στὴ μυστηριακὴ ἐρημιὰ τοῦ κόσμου
σὰν ἄστρο.
Αὐτοὺς ποὺ ἀνοίγουν στὸ μέλλον δρόμο
κομμένα ἁγνὰ προϊόντα της φύσης
Στὴν ἀνώνυμη ἱστορία.
Τὸ μπρίκι
Εἶναι τὸ αἰώνιο τσίγκινο μπρίκι
αὐτὸ πού μου ἔδωσε ὅ,τι καλύτερο εἶχε
αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ μᾶλλον ὁλότελα ξαφνικὰ
χωρὶς οὔτε ἀρχὴ μήτε τέλος.
Νὰ ψήνει καφὲ καὶ νὰ ντιντινίζει στὸ ράφι.
Εἶναι τὸ δηλητηριῶδες τσίγκινο μπρίκι
ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ξυριστικὴ μηχανή.
Δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸ τέλος τοῦ χειμώνα
σὲ θερμότητα κανονικὴ σὰν ἐκείνη τοῦ ἥλιου.
Μουντζουρωμένο καὶ μαλακὸ ἀλλὰ ὄχι γιὰ πέταμα.

******

Η ενόραση της πτώσης

Πέτρος Γκολίτσης
9.4.2017

Με λόγο μεστό και αναλυτικό και φέροντας τον εξοπλισμό και την οπτική της συγκριτικής λογοτεχνίας, η Μορφία Μάλλη (Αθήνα, 1962) παρακολουθεί την κίνηση των στιλ, στην πλέξη και στη σχέση τους με την κίνηση της Ιστορίας, παραδίδοντας μια μελέτη που εμπλουτίζει την κριτική νεοελληνική σκέψη.
Δεν μας δείχνει απλά με τρόπο εισαγωγικό τι ήταν η beat γενιά στην Αμερική και πώς οραματίστηκε τη λογοτεχνία και τον κόσμο, αλλά προχωρά στη σχέση των ποιητών της με τους νέους της αθηναϊκής «Παράγκας», που ζυμώνονται με τον ρομαντισμό του Παρισινού Μάη και με τα κινήματα της αμφισβήτησης, για να παρακολουθήσει τη διαμόρφωση της beat ποίησης στην Ελλάδα καταγράφοντας τη διάδραση ανάμεσα στις αμερικανικές και τις τοπικές διαστάσεις της beat κουλτούρας.
Για να προετοιμάσει και να απογειωθεί τελικά με την «ανάγνωση» της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου (1944), του «τρελού» ποιητή της Γενιάς του ’70.

Ξεκινώντας από τους πρώτους και συνειδητοποιημένους πειραματισμούς του («Ποίηση», 1969), δείχνει πως ο Πούλιος είχε ήδη χωνέψει −σε αντίθεση με τους υπόλοιπους «μπεάτους»− την ποιητική παράδοση της χώρας και έχοντας ήδη επινοήσει τους ποιητικούς προγόνους του, τον Σεφέρη κυρίως και τον Παλαμά, διαμορφώνει υπό την επίδραση των beat την ποιητική του ιδιοπροσωπία: μια λυρική, ρομαντικά επαναστατική, προφητική των «νέων» κόσμων και τρόπων αντίληψης για να καταλήξει στα ρεύματα του ανατολικού μυστικισμού, λειτουργώντας ως ποιητικός «οδοδείκτης» του μεταφυσικού και του υπερβατικού στοιχείου.
Μια μελέτη που μας βοηθά να δούμε και να απολαύσουμε το αυτονόητο. Πως η κίνηση του μπιτ από ψηλά φαίνεται και λειτουργεί ως μια νεο-ρομαντική πλεύση, ως ένας δηλ. παραπόταμος του μεγάλου αυτού κινήματος, ενώ όταν πλησιάζουμε βλέπουμε ότι πρόκειται για μία γέφυρα, μια αστική πάροδο, που μας περνά από τον ευρωπαϊκό υπερρεαλισμό στον γλωσσοκεντρισμό.

Εκεί όπου αντί του ασυνειδήτου το ποίημα-καλλιτέχνημα γεννιέται από τον τόπο-δίχτυ της γλώσσας −άρα κινούμενο πέραν του «εγώ»− μετατοπίζοντας και εκθέτοντας το σύγχρονο υποκείμενο τόσο στη ρευστότητα των ταυτοτήτων όσο και στο διακεκομμένο, μη ενιαίο των αντιλήψεών του.

Η Μάλλη συμμετέχει στην πλήρωση του κενού που είχε επισημάνει ο Mario Vitti στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (εκδ. Οδυσσέας, 1987), τόσο στη μελέτη της θεματικής, όσο κυρίως της τεχνικής της Γενιάς του ’70, στη σχέση της με τις ποιητικές διαδικασίες της Δύσης, και μας παραδίδει ένα έργο που επιτρέπει στους ομότεχνους και στους φιλέρευνους αναγνώστες να παρακολουθήσουν όχι μόνο την κίνηση των στιλ, αλλά και τη σχέση της Ιστορίας με την «ποιητική πολιτική» στην επαναφορά του poeta vates (ποιητή οραματιστή) που λοξά και από μέσα προμηνύει τα ερχόμενα και αποκαλύπτει τα τρέχοντα με τρόπο διορατικό.

Μια γενιά (βλ. Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Μπάροουζ, Κόρσο, Φερλινγκέτι, Βαλαωρίτης κ.ά.) που ακολούθησε το «αντι-καλλιτεχνικό» αισθητικό κάλεσμα του Μαρσέλ Ντισάμπ κηρύσσοντας την απέχθειά της απέναντι στον αμερικανικό ρατσισμό και παρεμβατισμό, τον καταναλωτισμό και τη συμμόρφωση στους κανόνες, διατρανώνοντας με τις φωναχτές και ποικίλες διαμαρτυρίες τους τη διάλυση της αυταπάτης της διαρκούς προόδου της Ιστορίας, της πολιτικής και της τεχνολογίας, συναντώντας από άλλο δρόμο τους γνωστούς Γερμανούς θεωρητικούς Τέοντορ Αντόρνο και Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Ενα όραμα, αυτό των beat, που ανοιχτό και μεταβαλλόμενο στη διαδρομή του, αποτελούνταν −ενδεικτικά− από τις εξής δεσπόζουσες πρακτικές: την απογύμνωση στην αυτο-έκφραση, τη διεύρυνση της αντίληψης μέσω της τεχνικά υποβοηθούμενης διασάλευσης των αισθήσεων και την τέχνη ως τρόπο βίωσης και παράκαμψης της συμβατικής ηθικής. Συνδέοντας την καθημερινή κοινή εμπειρία με έναν τύπο ενόρασης και την αναζήτηση ενός ευρύτερου μεταφυσικού αυτοπροσδιορισμού, που ανάγεται στον «γενάρχη» τους Ουόλτ Ουίτμαν −αλλά και στον Ουίλιαμ Μπλέικ−, στον οποίο μέσω του αθηναϊκού αστικού μετασχηματισμού του «καταλήγει» ο ώριμος Πούλιος.

Ο οποίος, σε αντίθεση με τον Γκίνσμπεργκ, που εξισορροπεί την «καθαγιασμένη λυρική συνείδησή του με την επική ανάγνωση της παραίσθησης», παίζει ισόβια με τα δάχτυλα του ενός χεριού με τους παρατακτικούς μηχανισμούς της εστιασμένης στη γλώσσα ποίησης (language centered poetry) προκρίνοντας την εκδοχή μιας μη γραμμικής επαναληπτικής εξέλιξης, η οποία μέσω των απροσδόκητων μεταβάσεων και μεταβιβάσεων συνθέτει ένα οπισθοβαρές «σύστημα» που εκτοξεύει τον αναγνώστη και τον ίδιο τον ποιητή, ανα-παρθενεύοντας το σύμπαν στην κοσμολογική και στην ιστορικο-πολιτική του έκφανση, το οποίο και λειτουργεί επαναληπτικά στο μέσο του ματιού και του χεριού.

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών, στο http://www.efsyn.gr/arthro/i-enorasi-tis-ptosis

Advertisements

One response to “Λευτέρης Πούλιος, Τέσσερα ποιήματα και μια παρουσίαση

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s