Μάρκος Μέσκος, Τέσσερα ποιήματα

IOANNOU στο τέλος της μέρας

IOANNOU στο τέλος της μέρας

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

Ένας – ένας οι Ποιητές βρυκολακιάζουν.
Όταν πλησίαζε φιλικά η ασχήμια τότε αγαπούσες τα φτερά του

πάρε με, φώναζες, στα ορεινά κρύα νερά στους άγνωστους Γαλαξίες.

ό,τι δεν πρόλαβε να τελειώσει χίλιες σταγόνες στο βουνό χίλιες

πηγές, το ξωτικό γαλάζιο πουλί μια στιγμούλα, λάμψεις και αστραπές

της θυμωμένης μπόρας, μαχαίρια λάμπουν, τα μαστίγια στον αέρα.

όμως τίποτε δεν εμπόδιζε, παραδείγματος χάριν, στην άκρια της λίμνης

τον βρεγμένον όσιο Ναούμ, να συμφιλιώνει ζεύοντας την άρκτο

με τον αμνό, τους φιλόσαρκους αετούς με τα περιστέρια. μόνο η καρα
κάξα
στις κορφές των θάμνων χλεύαζε τον κόσμο τάχα τραγουδώντας

αλλά τώρα, πες μου να χαρείς, ποιος έμεινε όρθιος και πιστεύει;

Σήμερα ξάφνου νεκραναστημένα κυπαρίσσια σήμερα λάμπει ο ουρανός

(μαζί με τους αρουραίους). κι αν ξυπνήσεις κάποιαν αυγή μαρμα
ρωμένος
γνώριζε όλα τα βάσανα του τέλους, τάξερες. Όσα ντέρτια

έχουν τα πουλιά τα λένε πρωί – μετά όνειρα και συγκοπή. μοναδικοί

θαμώνες της σιωπής σου οι χλωμές ανταύγειες οι παραπονεμένες.

Λοιπόν, μια φορά κι ένα καιρό, στον ύπνο οι μάγισσες ξυπνούσαν

τα καημένα να ξαγρυπνήσουν τον έρωτα και τους νεκρούς. Άραγε

τόθελαν; Ά, πόσον ωραίο το φεγγαράκι που αρμενίζει σιωπηλά, τα

χελιδόνια τιτιβίζοντας στον αέρα! Αν τύχει και δεις στον δρόμο

άλογο δίχως αναβάτη, αύριο-μεθαύριο, πέρασε κι εσύ να πληρωθείς..

***

ΜΝΗΜΗ

Εσύ δεν θα ρωτήσεις πια τι απόμεινε – μαζί τους τελείωσες
ίσκιος πουλιού περαστικός στάλες βροχής στην άκρη των φύλλων

που κρύβονται τα όνειρα το φτωχό σπειρί σε ποιο αμπάρι

του χειμώνα. Ενθύμια περιττά πονάνε την καρδιά σου αλαφροΐσκιωτε

με τη διπλή βέρα στο χέρι πάντα κάποιον θάνατο πενθούσες.

Και τον σέρνεις μαζί σου καίγοντας κεριά λυπημένα και χρόνια

(ό,τι δεν έγινε όνειρο είναι) μνήμη καταχωνιασμένη βαθιά.

συνέχισε – να δούμε τι θα μπορέσεις να πάρεις για τα σκοτάδια

κοντολογίς η ξενιτιά του σώματός σου στο χώμα. κι όλα λήγουν εδώ

ανύπαρκτες αιώνιες στιγμές – με τη μνήμη του άταφος σκύλος καημένε!

Έλα να παίξουμε μαζί της – θυμάται – θυμάσαι – θυμάμαι

θυμούνται όσοι τελευταίοι, ισορροπίες τρέμουσες στο γεφύρι της δωδεκά
χρονης
νύφης το πέρασμα με ρακί ευχές και τριαντάφυλλα

όργανα μουσικά (έχει τραγούδια η λησμονιά) σαν αφρισμένα πουλάρια κι άλογα που σ’ άγνωστους δρόμους θα χαθούν. Θα χαθούν;

*Από τη συλλογή 
Χαιρετισμοί, 1995.

***

ΜΟΝΑΞΙΑ

Έτσι Φαντάζεσαι. Συχνά όμως δεν είναι.
Ξαφνική πετριά στο νερό κύκλος και κύκλος έγκλειστον δείχνει

την πληγή που τσάκισε την ηρεμία και τώρα αφηγείται:

πρώτα η σιωπή. και τα λησμονημένα κόκκινα φύλλα
στο χώμα κείτονται ή στον αέρα κοκόρια αποκεφαλισμένα

ελάχιστα ελπίζουν. Άγνωστα τα ηχηρά παιχνίδια – σιωπή

πεθαμένη. Ακροβολισμένα σκυλιά μοιράζονται το σκοτάδι.

Ήσυχα κοιμάται το κοπάδι – ήσυχα; Και ποια ψυχή κρύβει

το ποίμνιο; Κινδύνους μαχαίρια κραυγές. σαν όνειρο κακό

σαν το Νοέμβρη που θάρθει απειλητικός με τις ομίχλες

και τους κοκκινολαίμηδες και τα πουλιά σούστες ανα-

πνοές ακόμα. Όσο θηλάζει η ερμιά τις χαμηλές φωνές

τ’ ανείδωτα άνθη κάθε διαβάτη. Μονάχος και μοναχή

όλη η ζωή μ’ ένα παράθυρο μονάχα, εκείνος μυστική γλώσσα

προτού καν αρθρώσει την εικόνα, άρρωστο παιδί που

λυπάται μόλις βραδιάσει – γυρίζει ο τροχός στο κενό

στο τίποτε. Μα εάν τα κόκαλα περπατούνε ακόμα ρίξε

ένα βλέμμα κι εδώ, δρόμος είναι κι ο θάνατος, δέντρο

στον κάμπο που αντέχει, δες πως τα βραπτσιάνια*

τρίβονται στο χώμα εξοικειωμένα για τα ψηλά πετάγματα

και για τα μαύρα κάτω. εν τέλει φαντάσου τα αν μπορείς

πέραν της υπεροψίας των αιώνων. Φιλικά πλησίασε τη μοναξιά.

*μικροπούλια
**Από τη συλλογή 
Χαιρετισμοί, 1995.

***

ΧΙΧ

Κι αν το ρολόι σταματημένο στον ίλιγγο του ηλίου

κι αν η θάλασσα παφλάζει στον πάτο της σιωπής

κι αν αθέατα άλογα βουλιάζουν στο χρυσάφι ακόμα

αν η στροφή του κόσμου στο βάραθρο οδηγεί των αιμάτων

κι αν θάνατος είναι των αγριμιών οι φωνές.

ας πούμε ακόμη δυο λόγια

παραδείγματος χάριν η Καρατζιόβα παράγει

πιπέρια μπαμπάκι καπνό και χασίσια

κι όταν παζάρι ημέρα Πέμπτη και με όποιον καιρό

οι μάνες δημόσια θηλάζουν στον μαστό

τα νεογνά βλαστάρια και τα πίτσκα

*Από τη συλλογή “Στον ίσκιο της γης” 1986.

One response to “Μάρκος Μέσκος, Τέσσερα ποιήματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s