Σπύρος Μεϊμάρης, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Carol White

Artwork: Carol White

So What

Άσε τις λέξεις να έρθουν μόνες τους,
με το πάσο τους.
Θα βρουν αυτές τον τρόπο να κατασταλάξουν,
ν’ αράξουν στη σιγαλιά της μνήμης,
όπως στη ρίζα κάποιου δέντρου.

Περνώντας από τον ήλιο στη σκιά,
σε κάποιο δρομάκι του Παρελθόντος,
απεγνωσμένος, εξαντλημένος, αληθινά beat,
σέρνω τα βήματά μου προς το σκοπό που μου έλαχε.

Ξεπερνώ τα όριά μου, σφυρίζω το τραγούδι μου,
αληθινά μόνος, ακολουθώντας εκείνη την πορεία.
Στίξη, αντίστιξη, όλα περνούν από μπρος μου.
Γνωρίζοντας πως όλα περνούν, όλα ξανάρχονται.

***

Δόνηση

Βυθίζω την πέννα μου στο μελάνι του νου.
Γυρίζω πίσω, πηγαίνω μπρος, παραμένω εδώ.
Δεν παρατηρώ χρώματα ούτε σχήματα.
Χαράσσω γραμμές άγνωστες σε λευκό περίγραμμα.

Στο χάος κινούμαι, ονειρεύομαι, αφομοιώνομαι.
Ίδιος με το τίποτα δεν αναγνωρίζω τίποτα.
Τίποτα δεν γράφεται μέσα μου, τίποτα έξω μου.
Ανασαίνω κοπιαστικά, προσπαθώ τις πιο απλές κινήσεις.

Υπάρχουν ίσως ίχνη μου κάπου στο πουθενά.
Αναζητώ εκείνο που έχασα ή που νομίζω πως έχασα.
Καταγής κάθομαι, αφουγκράζομαι, επανέρχομαι.
Η ηλικία μου είναι ότι δεν μπορώ να συναισθανθώ.

Ο χρόνος τρέχει φαινομενικά, όμως μένει ακίνητος.
Ίδια πράγματα στα πεζοδρόμια που κυλούν κι εξαφανίζονται.
Φωνασκίες από τα διαμερίσματα του Παρελθόντος.
Άγνωστες λέξεις που υπεισέρχονται στον Ουρανίσκο.

Απογεύματα νοσταλγικά της βραδινής οδού που μας καλεί.
Ρίγος στο στήθος, δόνηση στην καρδιά, τρέμουλο στα χείλη.
Μια δοξασία παλλαϊκή που όμως έχει σβήσει, έχει περατωθεί.
Το πάθος, το μένος έχουν μεταβληθεί σε δοκιμασία συνεχή.

Η ανακάλυψη του φωτός μέσα μας έγινε διαδοχικά.
Ήταν μια στιγμή μαγική, οδυνηρή, ξαφνική, που έπεσε.
Το είχα δει στο νου, το είδα και μπροστά μου.
Το άσπρο του νοσοκομείου με απορροφά απόλυτα.

Θέλω να γυρίσω πίσω, καλύτερα όμως να μείνω ακίνητος.
Χωρίς να κάνω μαγικά κατάφερα να σταθώ ολόιδιος
Παρατηρώντας το χρώμα του Ουρανού ν’ αλλάζει.
Ήμουν το σημείο αναφοράς όλων αυτών των σκέψεων.

Υπήρχε το πριν και το μετά δυστυχώς.
Ήθελα να τα αναιρέσω, να τα απαλείψω δια παντός.
Όμως δεν γινόταν, ήταν ο Χρόνος που τα όριζε.
Έφευγαν οι πνοές από πάνω μου, εύρισκα καταφύγιο.

Έπραττα μύρια όσα μου επέτρεπε η φυσιολογία μου.
Πηγαινοερχόμουν στον Χρόνος όπως ο καθένας.
Ήθελα να σταματήσω, να οραματισθώ, να κοιμηθώ.
Φίλοι πολλοί άγνωστοι, αθέατοι, ασύγκριτοι.

Όσο μου επέτρεπε η Μοίρα είχα δει και δοκιμάσει.
Απογοήτευση το όνομά σου είναι Ζωή.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια είδα και πόθησα.
Τώρα κάθομαι κι αναμετράω.

Τα ίδια ρούχα για γιορτές & για καθημερνές.
Τον είδα και τον θαύμασα, απόρησα μαζί του.
Πέρα απ’ το παράθυρο στο βάθος του ορίζοντα
Απλώνεται η θάλασσα της Μνήμης.

Όσο δυνατή κι αν είναι η ανάσα δεν είναι απεριόριστη.
Με καθορίζει όπως και τις φράσεις που εκφέρονται.
Είναι ένα μυστήριο τόσο φανερό που κανείς δεν το ξέρει.
Απορώ διαρκώς με τους άλλους και όλο και περισσότερο.

Μια καντάτα γνώριμη, συμπαντική με συνοδεύει.
Είτε είναι του Bach, είτε είναι της Jazz,
Εκεί μέσα ξετυλίγομαι και αναπνέω.
Μια λιποθυμία απέχω από τη λύτρωση, τη φώτιση.

Μα ποιος είμαι, τι κάνω;
Ποιος είναι αυτός;
Ο πόνος μου είναι αδερφός.
Θα τελειώσω με αυτές τις λέξεις.

***

Ανάπαυλα

Από κάπου είχε τρυπώσει το φως, ένα ξέφωτο.
Το γράψιμο φαίνεται πως θα συνεχιζόταν.
Τα διάφορα σημειωματάρια έκαναν την εμφάνισή τους.

Μουσικές λογιών, λογιών έκαναν την εμφάνισή τους.
Το κενό υψωνόταν, εμφανιζόταν, αποκαλύπτονταν.
Μια, δυο γεγονότα, μια πληγή, δυο πληγές εμφανίζονταν.

Θα τους έλεγε ότι είχε να τους πει.
Το μάτι πόναγε, το στόμα, το κεφάλι πόναγαν.
Ύστερα η μουσική θα ερχόταν.

Θα τους τα έλεγε όλα σκεπτόταν, φανταζόταν.
Μια φορά, δυο φορές, για πάντα αιώνια.
Καθισμένος στον καναπέ ονειρευόταν.

Θα ονειρευόταν το ήξερε.
Δεν κοντοστεκόταν.
Όπως έκοβε τα νύχια του σκεφτόταν κάτω από το φως.

Ο ήλιος εισήλθε, δεν οπισθοχώρησε, δεν δίστασε.
Φώτισε το μπαλκόνι, εισήλθε στο σαλόνι, κοντοστάθηκε.
Άγγιξε την καρδιά μου σιωπηλή όλο το χειμώνα, ακίνητη.

Τι άλλο θα ερχόταν κανείς μας δεν ήξερε.
Ακόμα κι αυτός, ο τόσο νοσηρός,
έπαιρνε κουράγιο, αντιστεκόταν.

Χωρίς ρυθμό ζωή δεν υπήρχε, τώρα πια το οραματιζόταν.
Ετούτη η βραδιά τόσο μακριά τώρα πια δεν στεκόταν.
Αν ήταν έτσι θα μπορούσε να πει, θα μπορούσε να πιστέψει
κάθε λογής θαύμα, κάθε εικασία, κάθε ελπίδα.

Όμως ακόμα ήταν νωρίς, δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει.
Σηκωνόταν κι έπεφτε, σηκωνόταν κι έπεφτε.
Αυτή ήταν η κατάσταση.

***

Υπέρβαση

Τι κι αν ήρθαν οι άνεμοι από αλλού.
Τι κι αν με συνόδεψαν οι τύψεις ως εδώ.
Ξαναγυρίζω εκεί. Αναθυμάμαι.
Πέρα μακριά ο ήλιος, το παράθυρο.
Εγώ ξαπλωμένος.

Θα μου άρεσε να λέω ότι προχωρώ προς τον ήλιο,
αφήνοντας πίσω μου όλα τα ποιήματα της συμφοράς.
Φλογισμένος από την κορφή ως τα νύχια,
διψασμένος για τον πραγματικό κόσμο,
ξεχασμένος από όλους, πορεύομαι εκεί που ξέρω.

Αφήνοντας το νου μου ήσυχο, αφουγκράζομαι τις πηγές,
βουτιέμαι στα κρυστάλλινα νερά τους.
Από πάνω ο ουρανός με υποδέχεται, με χαιρετά.
Ανέρχομαι κι εγώ σιγά-σιγά στο γνωστό εκείνο θόλο.
Υφαρπάζομαι από χέρια γνωστά, χέρια τρυφερά & στιβαρά.

Τα Ουράνια παίζουν το αγαπημένο Θείο τραγούδι.
Λικνίζομαι, αναπαύομαι, ψιθυρίζω τα όμορφα τα λόγια.
Επαναλαμβάνω τις θεϊκές φράσεις που ηχούν μέσα μου.
Τα λόγια που ηχούν στο κεφάλι μου με γιατρεύουν
απ’ όλους τους πόνους, τα βάσανα μιας ζωής, την απώλεια.

Γνωρίζω πως βρίσκομαι εκεί που πρέπει, εκεί που αρμόζει.
Αγγελικές φωνές με συνοδεύουν σε κάθε μου βήμα.
Τα τύμπανα της Πανδαισίας ηχούν, οι στίχοι ακολουθούν.
Το τοπίο εμπρός μου απλώνεται μεγαλόπρεπο.
Το κορμί μου ανέρχεται ψηλά, μουρμουρίζει κι αυτό.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s