Γεωργία Τρούλη, Μετρό Θεσσαλονίκης (σχέδιο 1)

ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011 179

Έκανε περισταλτικές κινήσεις το πρωινό πάνω από την πόλη. Σαν λεπτό έντερο που μοχθούσε να απλωθεί σε μήκος αγωνιώδες, τεράστιο, με όλους τους θορύβους και τα υγρά μιας συνοικίας ανθρώπων. Εκείνη την ημέρα, εκείνο το πρωί κανένας άνθρωπος δεν ξύπνησε με κόπο. Κανείς δεν ξύπνησε με καμιά υποχρέωση. Σηκώθηκαν όλοι σαν φυλλώματα ενός τεράστιου δέντρου που μόλις λίγη ώρα πριν είχε λάβει την τελευταία ανάσα νερού από το βάθος μιας γης. Φυλλώματα με πλήρη άγνοια και πλήρη έκπληξη για τον κόσμο. Κανείς δεν πήγε σε καμία εργασία, κανείς δεν χρησιμοποίησε μεταφορικό μέσο για καμία μετακίνηση. Κανείς δεν έλαβε πρωινό αλλά και για κανέναν δεν υπήρξε αίσθημα πείνας.

Συγκεντρώθηκαν ο καθένας στην ρωγμή της γειτονιάς του. .Ένα τεράστιο κομμάτι γης έχασκε στο μέσο ή στην άκρη του κάθε δρόμου της κάθε συνοικίας περιφραγμένο με αλουμίνιες ραβδωτές περιφράξεις. Πάνω τους πρόχειρα επικολλημένες αφίσες στα παραπήγματα: «Μπαμπά Είμαι Γκέι» «Αλληλεγγύη στον Νίκο Ρωμανό» «Εκτελούνται έργα» «Crave της Sarah Κane / θέατρο Αυλαία 18-21 Μαρτίου»

Σε ένα αδιόρατο ή σε κάποιο χαίνον, καλά προσδιορισμένο σημείο της κάθε δικτυωτής ραβδωτής περίφραξης, υπήρχε πρόσβαση στην μελλοντική υπόγεια διάβαση. Η κατασκευή του Mετρό απασχολούσε σωματικά τριακόσιους εργαζομένους καθημερινά, ενοχλούσε συχνά το Υπεχωδέ γραφειοκρατικά και προβλημάτιζε κάποιους οραματιστές αρχαιολόγους σε έναν επίτοπο χρόνου που δεν τους επιβεβαίωσε ποτέ. Τους λοιπούς, εκνεύριζε..

Δημιούργησαν σειρές σπειροειδείς, κινούμενες, σώμα πίσω από σώμα, ένα έντερο που θέλει επιπλέον χώρο στο σώμα. Κανείς δεν αντάλλαξε κουβέντα με κανέναν. Στοιχισμένοι, εντοιχισμένοι ο ένας πίσω από τον άλλον. Το βλέμμα τους μερικό, απορημένο από την μαγνητική έλξη ενός ρυθμού που τους καλούσε στην είσοδο μιας γης. Ένα βλέμμα που οδηγούσε σε πλήρη απάθεια. Είχαν βρει όλοι μια κίνηση εσωστρεφή. Χώνευαν τις ακυρώσεις, τις μεταποιήσεις, τις προσφορές, την διάλυση των τιμών. Η κένωση γινόταν πλέον από το στόμα. Λέξη καμία. Σκέψη καμία. Πλήρης αναστροφή του εντέρου.

Κάθε γειτονιά είχε αποκτήσει το δικό της πεπτικό σύστημα. Το κάθε του τμήμα ήταν ένα ανθρώπινο σώμα και μια απόφαση.

Ένας ήχος από τα έγκατα μιας γης είχε δημιουργήσει μεγαλύτερες οπές στα εσωτερικά της όργανα και αυτό προκαλούσε ελαφρές σεισμικές δονήσεις. Όπως όταν ο κωφός ακουμπά τα ηχεία που εκπέμπουν μουσική και αρκείται να δέχεται, να νιώθει, μια δόνηση σχεδόν αρχέγονη. Ένα υπερηχητικό didgeridoo, με διακυμάνσεις δυτικής προσομοίωσης. Έτσι το κάθε σώμα, του κάθε ανθρώπου, της καθεμίας γειτονιάς, στην εσοχή της κάθε ρωγμής Μετρό, συντονιζόταν στον βρυχηθμό μιας ανάσας που δε έχει αρχή μέση και τέλος. Κανείς δεν φοβήθηκε, κανείς. Πέρα από κένωση, καμία άλλη ανάγκη.

Ίσως μόνο νερό να αναζητούσαν στο πολύ κοντινό και βραχύβιο μέλλον τους, τώρα που θα χάνονταν βαθιά μέσα στα εσωτερικά όργανα μιας γης με σπασμένα κομμάτια αγγείων στο δέρμα και στα τυχαία αρχαιολογικά ευρήματα. Ίσως μόνο νερό να αναζητούσαν τις επόμενες μέρες- γιατί αποφάσισαν όλοι ομόφωνα και χωρίς να αρθρώσουν κουβέντα- να αρχίσουν την εσωτερική τους αναζήτηση κάτω από την πόλη και μέσα σε αυτή, χωρίς προσδοκίες πλέον για εξωστρεφείς και υπόγειες διασυνδέσεις.

Κανείς δεν θα διασχίσει πλέον την πόλη από την μία άκρη ως την άλλη. Κανένα κατάστημα δεν θα ανοίξει ξανά πίσω από τις αλουμίνιες ραβδωτές προφυλάξεις. Κανένα άλλο δεν θα παραμείνει ανοιχτό, καμιά επιπλέον επικόλληση δεν θα γίνει για συνθήματα ή προσεχείς διαδηλώσεις. Για πρώτη φορά θα αφομοιωθούν στην αναδίπλωση ενός χρόνου που έρχεται από εποχές άλλες, θα συμφιλιωθούν με τα κενά και τις αποφάσεις που δεν ολοκληρώνονται, με την διάψευση των προυπολογισμών και των λοιπών σχεδιασμών.

Εάν ποτέ πεινάσουν, θα αρκεστούν εκεί μέσα, στην κάθε ρωγμή Μετρό, της κάθε γειτονιάς. Θα αρκεστούν να κόψουν και να φάνε ένα κομμάτι ο ένας από την σάρκα του άλλου μέχρι να εξαφανιστούν ή μέχρι -από την κτηνώδη κατανάλωση ανθρώπου- να εμπνευστούν τρόπους παραγωγής και να ολοκληρωθεί το Μετρό στο μέτρο του δυνατού, ίσως να ενωθεί υπογείως από τις προεκτάσεις της διαβρωμένης σάρκας με το άλλο Μετρό της χώρας ή με τα άλλα της Ευρώπης. Ίσως να αποκτήσει η χώρα άλλη στάθμη στο Εurogroup, ίσως προκληθεί μια άμπτωτη στον Θερμαικό και ανακαλυφθεί εκ νέου η επέκταση και οι δυνητικές διαδρομές. Ίσως μετά από χρόνια να ανακαλυφθεί μια ολόκληρη κοινωνία εκεί κάτω, από άλλους οραματιστές αρχαιολόγους, που με αμφιθυμία θα την ονομάσουν « Άμετρη πόλη μέσα σε πόλη».

Ένα παιδί μονολόγησε. Ήταν το μόνο που μίλησε. Το έργο αυτό του θυμίζει την χρονιά που οι γονείς του τού αγόρασαν ένα τρενάκι πανάκριβο, εκθαμβωτικό και πολλά υποσχόμενο, ίσως σε κάποια αλλαγή χρόνου ή εποχής. Χάρηκαν πολύ και οι τρεις αλλά κανείς ποτέ δεν το συναρμολόγησε, οι γονείς του γιατί ξεχάστηκαν, αφέθηκαν στην σαρκοβόρα καθημερινότητα, κι εκείνο γιατί δεν είχε την δεξιότητα να συναρμολογήσει ακόμη κομμάτια, αλλά και όταν την απέκτησε, ποτέ δεν είχε ισχυρή θέληση να δει το αποτέλεσμα, πέρα από το γεγονός ότι είχε αποκτήσει τόσα άλλα παιχνίδια με επιφάνεια αφής. Το τρενάκι διαβρώθηκε εν τέλει μαζί με ράγες στοιβαγμένες , έξω στο μπαλκόνι μιας πολυκατοικίας, από βροχή και αέρα. Πολύ πριν τελειώσει η εποχή.

Χαμογέλασε.

Κατηφόριζαν όλοι, όλο και πιο βαθιά μέσα σε διαζώματα άλλων γεωλογικών χρόνων. Συνάντησαν εργάτες από χρόνια ξεχασμένους σε κινήσεις μανιερισμού, με ρωγμές στο δέρμα πιο μεγάλες από το δέρμα της πόλης. Αντίκρισαν επίσης έναν αρχαιολόγο απολιθωμένο μέσα στο όραμά του για μια συνεχή ανανέωση σύμβασης. Και μια πουτάνα σχεδόν κέρινη. Κάποιο βράδυ την πήραν όλοι οι εργάτες. Αμέσως μετά τής τερμάτισαν την ζωή, όταν διαπίστωσαν πως οι αρτηρίες της και η διακλάδωση αυτών, έχουν ακριβώς το ίδιο ευθύ και μονότονο σχήμα με αυτό που επί χρόνια προσπαθούν εσωτερικά και κάτω από την γη να σχηματίσουν.
«Μια αναίτια ευθεία η ζωή, η εργασία και η απόλαυση» έγραψαν πάνω στο σώμα της. Την βαλσάμωσαν έπειτα και την κράτησαν για μελλοντικό έκθεμα πίσω από μια μελλοντική τζαμαρία του Υπουργείου Πολιτισμού ίσως και αυτό της Εργασίας και Δημοσίων Έργων.

Το πρωινό εξαντλήθηκε σε όλες τις περισταλτικές του κινήσεις. Κόντεψε απόβραδο. Ο ήχος είχε μεταμορφωθεί σε τερατώδεις σπασμούς γέννας. Όλοι συντονίστηκαν, κατηφόρισαν, θάφτηκαν. Έκλεισαν οι τρύπες πρόσβασης από σεισμό κατακρήμνισης. Το παιδί που μονολόγησε, ξεχάστηκε μόνο του πάνω στην πόλη, γιατί γύρισε σπίτι να πάρει τα κομμάτια της ιστορίας που διηγήθηκε. Και πάλι μόνο του, χαμογέλασε.

Οι υπόλοιποι θαμμένοι και με πολλαπλές προσδοκίες για αναδόμηση εκ των έσω, άρχισαν να ροκανίζουν γλυκά και ερωτικά ό ένας τον άλλον, σαν τυφλοπόντικες.

Το έργο είχε ολοκληρωθεί. Η θάλασσα σιγά-σιγά απορροφήθηκε από μετασεισμικές δονήσεις. Κάποια σύννεφα ρούφηξαν την υπόλοιπη υγρασία. Δεν έβρεξε ποτέ ξανά σε εκείνη την πόλη. Το παιδί συνέχισε να χαμογελά μέχρι την εποχή που το χαμόγελο του έγινε ολόκληρο μια ρωγμή σε ένα σώμα δίχως νερό. Πριν τον αφανισμό του, είχε βρει τρόπο να συναρμολογήσει το δώρο-τρένο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s