Εκ νέου να παίρνεις όλα τα νεκρά κύτταρα
Να τα τρίβεις καλά. Να φτιάχνεις πούδρα
Και πάλι με αυτά να καλύπτεις τις όποιες ατέλειες
Να πιστεύεις πως δείχνεις
Εκ νέου
Εκ φύσεως
Ν’ αφήνεις το μικρό ευλύγιστο τρεμούλιασμα
Φωνής και πλησιάσματος. Να δίνεις αέρα και αναμονή
Να καιροφυλακτείς για το ζώο και ν’ ανάβεις φωτιά
Από τις τρίχες σου
Εκ φύσεως μετά,
Έρχεται η θέση
Εκ θέσεως
Αγωνιστική προκαταβολή – γλοιώδης παρατήρηση της
Πραγματικότητας ή πραγματική παρομοίωση της γλοιότητας
Όλοι κυνισμό και τα γουρούνια στη φωτιά
Φτιάχνουν arte povera – εγκατάσταση εαυτού
Εκθέτεις και παρανομαστής – από κάτω
Κενότητα
Εκ προοιμίου
Λέγεσαι γλυκά τεμαχισμένη στο όριο
Μιας άλλης υπό/σχεσης. Διαβάζεις ανάποδα τους εμπαιγμούς
Και δείχνεις τα νύχια που κρύβεις στις διχάλες του αγριμιού
Εκ προοιμίου ρομαντική και ανυποψίαστη – λες
Εκ παραβολής
Γνέφεις στις παρεκκλίσεις να πάνε λίγο πιο νόημα διαζευτικό
Και να βάλουν τρικλοποδιά στον άσωτο
Εγώ πάντα εκ παραβολής αγρόν ηγόραζον και πανάκριβα
Πλήρωσα το αδράχτι – κι άρα η τιάρα ποιος νοιάζει;
Εκ παραβολής καταθέτω οβολό και φυγόπονο
Εκ προμελέτης
Εκτέλεση Εαυτού, του Άλλου, του Εγώ,
Του υπερ/εκείνου, του υπερκείμενου φελλού της άνωσης
Εκ προμελέτης βουλιάζεις και μιλάς για πνιγμό – λάθος
Στο σπίτι του ^κρεμασμένου
Εκ παραδρομής
Όλα σκουντουφλάνε στις παρισινές ταινίες
Και στις φυγόκεντρες εκκαθαρίσεις του συναισθήματος
Παράτολμος παράδρομος έρωτας
Παραδώσου
Εκ περιτροπής
Σιγοτραγουδάς δύο τρία ονομαστικά άτομα
Με την παρωνύμια τους
Και πάντα απαντά στο κάλεσμα ο ακόλουθος
Που προηγούνταν στο ψιτ
Λάθος τροπή πήραν τα πράγματα και τι ντροπή
Εκ τροπής
Τηλεφώνημα από ψηλά και ευτυχώς δεν συνομιλείς
Ψυχρά με Θεό ή δεν είσαι ο Ναπολέων με κρυμμένο
το χέρι στο μανίκι
Αλλά με φυλαγμένο τον Άσσο στον πρώτο αριθμό
Φωνής τηλεφώνου
Εκ ταφής
Ανάγνωσμα πένθιμο και υβριδικό για την χαμένη
Παιδική ηλικία της κούκλας που έχεις χρόνια
Στην ντουλάπα αρωματισμένη
Και φρόνιμη
Εκ φυσικού
Λέγεσαι Άλλη από την ίδια
Που γνώρισαν κάποτε
Απ’ την καλή και από την ανάποδη – ποδιά σχολική
που δεν πρόλαβες
Η φωτιά στην σπηλιά σιγοκαίει – φυσικά
Εκ πονηρού
Πάντα σταθερά, αποφασιστικά και επίμονα
Αφήνεσαι στο (((
Μετά έρχεται το σ του σαματά
Και της συγχώνευσης
Και μπαίνει στην κάππα του βασιλιά
Κι έχουμε:
Εξ ορισμού
Κολυμπήθρα με ψυχρούς σαλτιμπάγκους
Εξ αποστάσεως
Τον ερωτογινομένο καρπό
Του δέντρου που έδινε
Εξ ανάγκης
Τον χωρισμό του χωρισμού
Εξ ωόρρηξης
Την ασύστολη γραμμή του καθισμένου
Εξ ακοής
Και παρ’ ελπίδα παράνοιες
Και
Τότε γίνεται εκ-λογίκευση
Και το παιχνίδι λέγεται σοβαρό
Και επιτέλους
Κύκνειο άσθμα – εξ απαλών ονύχων
Εκ φύσεως
Θέση μηδενική – ένα
Κι εγώ η βασίλισσα της σπηλιάς
Πάλαι ποτέ εξορία
Εκ θρόνιση
*Από τη συλλογή “Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 2015.

Reblogged this on agelikifotinou.