Έρως δ’ ετίναξε μοι φρένας,
ως άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπέτων.
Ο έρωτας μου τίναξε το νου
σαν άνεμος του βουνού
που χυμά στις βαλανιδιές
Έρως δηυτέ μ’ ο λυσιμελής δόνει,
γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον
Πάλι με λύνει, με συγκλονίζει ο λερωτας
αυτό το γλυκόπικρο ερπετό, που είναι
αδύνατο να ξεφύγεις.

Θέλω θέλω φιλῆσαι/ ἔπειθ Ἔρως φιλεῖν με/ ἐγώ δ’ἔχον νόημα ἄβουλον/ οὐκ’ ἐπείσθην… [Ανακρέων]