Frank O’Hara, Δύο ποιήματα

Ραδιόφωνο

Γιατί παίζεις τόσο ανιαρή μουσική
απόγευμα Σαββάτου, όταν κουρασμένος
του θανατά ζητάω λίγη υπενθύμιση
ενέργειας αθάνατης;
Όλη την
εβδομάδα ενώ σέρνομαι κουρασμένος
από γραφείο σε γραφείο μέσα στο μουσείο
ξεχύνεις τα θαύματα του Γκριγκ
και του Χόνεγκερ σε σακάτηδες;
Δεν είμαι
κι εγώ σακάτης, και ύστερα από μια εβδομάδα
εργασίας δεν μου αξίζει ένας Προκόφιεφ;
Ας είναι, αποβλέπω στον ωραίο μου πίνακα
του ντε Κούνινγκ. Νομίζω πως έχει ένα πορτοκαλί
κρεβάτι, κάτι παραπάνω απ’ ό,τι το αυτί μπορεί να κρατήσει.

**

Μουσική

Αν σταθώ για λίγο κοντά στο Ικουέστριαν
σταματώντας για ένα σάντουιτς με σάλτσα από συκώτι στο Μεϊφλάουερ Σοπ
εκείνος ο άγγελος μοιάζει να οδηγεί το άλογο στου Μπέργκντορφ
και είμαι γυμνός σαν τραπεζομάντιλο, τα νεύρα μου βουίζουν.
Κοντά στο φόβο του πολέμου και στα αστέρια που χάθηκαν.
Στα χέρια μου έχω 35 σεντς μονάχα, δεν έχει νόημα να φάω !
και σιντριβάνια αναβρύζουν πάνω απ’ τις στέρνες με τα φύλλα
σαν τα σφυριά ενός γυάλινου πιανοφόρτε. Αν σου μοιάζει
να έχω χείλη λεβάντας κάτω απ’ τα φύλλα του κόσμου,
πρέπει τη ζώνη μου να σφίξω.
Μοιάζει με μηχανή τρένου εν κινήσει, η εποχή
της ταλαιπωρίας και της διαύγειας
και η πόρτα μου είναι ανοιχτή στα απογεύματα του καταχείμωνου
χιονιού που πέφτει ανάλαφρα πάνω στις εφημερίδες.
Σφίξε με σαν δάκρυ στο μαντήλι σου, τρομπέτα
του απομεσήμερου ! μέσα στης καταχνιάς το φθινόπωρο.
Καθώς στήνουν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στη λεωφόρο Παρκ
θα δω τα ονειροπολήματα μου να περνούν με σκύλους μέσα σε κουβέρτες,
για κάποιο λόγο πριν αρχίσουν όλα αυτά τα φώτα των χρωμάτων !
Μα τέρμα πια τα σιντριβάνια τέρμα και η βροχή
και τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τρομερά αργά.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Από το http://yannislivadas.blogspot.com.au/2008/02/frank-o-hara.html

4782d155-9661-4d1d-b22b-ca3b219f5d00_3

3 responses to “Frank O’Hara, Δύο ποιήματα

  1. Απορία

    Οι άνθρωποι πια
    έχουν ξεπεραστεί
    δεν διακρίνονται
    από τους ρόλους τους

    όλη η ζωή τους ένα θέατρο
    μια μίμηση χαρακτήρα
    και προσαρμογή
    στο σενάριο που γράφεται
    από ηθοποιούς και κοινό μαζί

    ακόμα και όταν ελπίζουν
    ακόμα και όταν θλίβονται
    είναι επειδή νικούν ή ηττώνται
    οι ρόλοι τους

    υποδύονται τους ζωντανούς
    τους σπουδαίους
    τους ασήμαντους
    τους μοιραίους
    εξημερώνοντας μέχρι δακρύων
    την εισβολή του τραγικού
    στην χωρίς δράματα ζωή τους

    οι άνθρωποι πια
    περιχαρακωμένοι γερνούν
    στην αιώνια νιότη
    των ιδιοτήτων τους

    πεθαίνουν για τους ρόλους τους
    κάνουν τα πάντα
    για την επιδοκιμασία τους
    γίνονται ένα τίποτα
    με την απόρριψή τους

    και ούτε που το καταλαβαίνουν
    πως δεν δίνουν για κανέναν
    τη ζωή τους

    τους το λες κατάμουτρα
    και σε κοιτάζουν με απορία
    οι οθόνες των ματιών τους

    L, d.c.
    25 Φεβρουαρίου ’06

  2. Pingback: Frank O’Hara, Δύο ποιήματα – worldtraveller70

Leave a reply to vequinox Cancel reply