Γενέθλιος τόπος
Ρήμαξε κι ο τόπος αυτός
έφυγε
περίσσεψαν κάτι υπόλοιπα
κάτι αποκόμματα
φωνές θρυμματισμένες νυχτοπούλια
να αιωρούνται μες στο χάρτη
και μια πάχνη που καίει.
Κάτι σε πιάνει
κοιτάζεις μα ξεφεύγει η ματιά
ακούς και μια σκιά σ’ εμποδίζει
κυλάς αργά σε κοίτες στεγνές
σε τσόφλια της φτώχειας
της ξενιτιάς
ποιος να συνθέσει πια την παράξενη μοίρα
και πώς να βρουν απαντήσεις οι ξεχασμένοι νεκροί
πονά
πονά της μνήμης μου το σώμα
πόνος παλιός
πόνος καινούριος
ατέλειωτη πληγή που δεν κλείνει.
***
Ο λόγος
του επίμονου θαυματοποιού
Σε χάσματα
σε αντοχές
σε καραβιών αφρούς
σε λυγμούς
σε ωδές
όπου κι αν στρέψεις τις κεραίες σου
εδώ θα με βρεις
να υγραίνω τα ναι
να εμψυχώνω τα όχι.

Reblogged this on Manolis.