Στέλλα Δούμου, Φεδερίκο

doumou

Σιδερένιες οι μέλισσες
που πλαγιάσαν στο αίμα βουίζοντας θάνατο.
Κορμί σιωπηλό τις αγκάλιασε.
Το άγνωστο χώμα βύζαξε
άπληστα
τον Τσιγγάνο-Νεκρό
κι από τότε
μέλι ξερνάει και σίδερο.
Μόνον η νύχτα το ξέρει.

Φαγωμένη σελίδα
η Γρανάδα
στη σιωπή την απώτατη κάηκε
και στραβώσαν οι ρίζες του κόσμου.
μα το είπες:
“στη στάχτη ωριμάζει ο καρπός του ντουέντε”.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές Οκτάβες”, εκδόσεις “Φαρφουλάς”, Αθήνα 2013, σελ. 50.

Θόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

basiakos

Με τα χέρια στις τσέπες

Γράφω
με τα χέρια στις τσέπες
α λα σουλατσαδόρος.
Γράφω με τα πόδια, στο δρόμο.
Οι βόλτες είναι η ποιητική μου συλλογή
(Κυκλοφορεί)
Τα γραπτά μου – απλώς κάποια ίχνη π’ αφήνω πίσω μου
κι αργά ή γρήγορα θα χαθούν
μελωδίες απλές που σφυρίζω ανέμελα πηγαίνοντας…

***

Ούτε να το σκέφτεστε

Ούτε με σφαίρες
Ούτε με το μαχαίρι στο λαιμό
Ούτε με σίδερα στα χέρια
Ούτε στην εξορία, στην απομόνωση
στο λάκκο με τα σκατά
Ούτε καν για χάρη των τσουπιών μου

Το κρασί μου εγώ δεν το νερώνω.

*Τα πήραμε από το περιοδικό “Φαρφουλάς”, τεύχος 17, Μάιος 2014, σελ. 63.

Diane Di Prima, San Francisco Note

B4lZxMiCQAEFrHi

Νομίζω ότι θα μείνω σ’ αυτό
το σεισμικό ρήγμα κοντά σ’ αυτό
το ακόμα ενεργό ηφαίστειο σ’ αυτό
το πάνοπλο φρούριο αντικρύζοντας
έναν ετοιμοθάνατο ωκεανό και
καλύπτεται από βρωμιά
ενώ οι
δρόμοι καίγονται και
τα βράχια πετούν και αέριο πιπεριού
μας πετάει απ’ έξω
μιας
εκεί βρίσκονται οι φίλοι μου

μπάσταρδοι, όχι ότι
ξέρετε τι σημαίνει αυτό,
δεν θα πάει μπάτσος σε αυτό, δεν θα πρέπει
να φοβάμαστε πια, όλοι
γνωρίζουμε τα ίδια τραγούδια, μανιτάρια, πεταλούδες
εμείς όλοι
έχουμε τα ίδια μωρά, σκάψτα
τα δάση είναι μεγάλα.
(1970)

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Πάνος Κυπαρίσσης, Τα τιμαλφή, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013

110

Του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

 Πάνος Κυπαρίσσης
(Τα τιμαλφή, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013)
Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς ότι το παρελθόν διαδραμάτιζε πάντα βαρύνοντα ρόλο στην ποίηση και στη διαμόρφωση της ποιητικής του Πάνου Κυπαρίσση. Από τη συλλογή Καπνοπόλεμος (1977) ως τα ανά χείρας Τιμαλφή, τα πάντα μοιάζει να συντελούνται κάτω από τον θαλερό ίσκιο προσώπων και πραγμάτων του παρελθόντος, διαπερασμένα από ριπές της μνήμης και της νοσταλγίας και, κυρίως, εμπλουτισμένα με ψήγματα σπασμένων -πλην αναγνωρίσιμων- εικόνων της σχετικά πρόσφατης, μεταπολεμικής, ιστορίας, όπως αυτή βιώθηκε σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, ως «πράξη» και ως απόηχος. Λειτουργεί, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, σαν ένας στιγμιογράφος που κρατάει σπαραγμένες εικόνες, όπως τις ανασύρει από την προσωπική του «πινακοθήκη», προκειμένου να τις εναποθέσει στο σώμα του ποιήματος, με συνειρμικές διαστολές και αναγνωρίσιμα σύμβολα, ώστε ο λόγος του αποκτά μια υποκειμενική καθολικότητα.


Αυτές τις σπαραγμένες εικόνες, αυτά τα πολύτιμα τιμαλφή μιας ζωής κερδισμένης μέσα από οδυνηρές απώλειες και ματαιώσεις, τα ανασύρει από τα περασμένα με το ζωντανό και κάποτε επίβουλο δίχτυ των λέξεων από τα ορυχεία επουλωμένων και ανεπούλωτων πληγών• από τόπους όπου η υπαρξιακή αγωνία του ποιητικού υποκειμένου συμφύρεται ή εναλλάσσεται με την αγωνία του μπροστά σε ένα σημαδεμένο από σημαντικές απουσίες και ελλείψεις παρόν. Τα ανασύρει πραγματοποιώντας καταβυθίσεις στις εσχατιές του χρόνου, με την ενδόμυχη επιθυμία αφενός να κάνει να πνεύσει ένας φρέσκος άνεμος -ένα αεράκι εφεδρικό- στον ζωτικό του χώρο και αφετέρου να ανανεώσει το υλικό της προσωπικής και της συλλογικής του μνήμης, προκειμένου να επιχειρήσει, στη συνέχεια, τον αναζωογονητικό, της πάντα άγρυπνης διάθεσής του για ζωή, επαναπροσδιορισμό του, απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του και απέναντι στους άλλους – κυρίως μπροστά στο απαιτητικό και πολύπαθο σώμα της Ιστορίας, η οποία αξιώνει μονίμως και επίμονα να δρα και να λειτουργεί σε δύο επίπεδα: Να ιστορεί τα πάθη της με προσήνεια και νηφαλιότητα, αλλά παράλληλα και να ιστορείται, από τους σημαντικούς ή ασήμαντους, πραγματικούς ή νομιζόμενους φορείς των όποιων συνεπειών της, με την έπαρση του νικητή ή, το συνηθέστερο, με το πάθος και την οδύνη του νικημένου.


Ο ποιητής, εν προκειμένω, μοιάζει να βρίσκεται στο κέντρο μιας επίβουλης έκτασης ή, μάλλον, μοιάζει να είναι αυτός ο ίδιος το σημείο όπου, ακατάπαυστα, διασταυρώνονται μνήμες από ένα δράμα που ερήμην του παίχτηκε, μαζί με μνήμες προσφιλών του «χαμένων». Μνήμες που όλες μαζί συνθέτουν μία μαύρη λάβα ακατάσχετη, πλην όμως που ορίζεται και συγκρατείται στο πεδίο της ποίησης, γεγονός που τον κάνει να απορεί και να αναρωτιέται: «Πώς κρατάς τέτοιο καμίνι / όσο να βγει;». Μνήμες που πιάνονται σπαρταριστές στις λέξεις δολώματα και λέξεις που πλέκουν το ασφαλέστερο νήμα-οδηγό στα έγκατα της βιωμένης ατομικά και συλλογικά ιστορίας.

Εκεί όπου ο ποιητής ψαύει σχήματα και μορφές αγαπημένες, αποτίοντας φόρο ευλάβειας και τιμής σε όλους όσοι, με τη θυσία τους, τον δίδαξαν την προσωπική του αλήθεια. Γιατί, πράγματι, «αντέχουν οι λέξεις• / και βουβές μπορούν / αυτό που χάνεται να το γυρίσουν», ταυτισμένες απόλυτα με τα πράγματα, τα αισθήματα και τις έννοιες που δηλώνουν, θάλποντας τη μνήμη και χρήζοντας αυτόν που ανεπιφύλακτα αφήνεται στην παραμυθία τους απολογητή όσων έφυγαν ηττημένοι από τη ζωή, ζώντας την ιστορία ως το κόκκαλο, ώσπου «τους πήρε άδικη μοίρα».
Αν αυτά -και πολλά άλλα- είναι τα στοιχεία που προσδιορίζουν και συνέχουν την ατμόσφαιρα των δύο πρώτων ενοτήτων της συλλογής («Η πύλη» και «Η αυλή» αντιστοίχως), τα πράγματα αλλάζουν άρδην στην τρίτη και τελευταία ενότητα, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η σιγή», όπου τα λόγια, οι χειρονομίες, οι διακριτικές χειραψίες και οι εν γένει καταστάσεις περιβάλλονται, επικαλύπτονται μάλλον, από έναν γοητευτικό, συναισθηματικά ιριδίζοντα, λυρισμό.

Βρίσκεται κανείς μπροστά σε συνεχή, κυματοειδή και λυρικότροπα βυθίσματα, που συμβάλλουν στη μετάλλαξη της πραγματικότητας σε οικείες ονειρικές εκδοχές, καθώς και σε εικαστικές αναπαραστάσεις μιας μουσικά εκδηλωνόμενης διάθεσης του ποιητή να γίνει εξομολογητικός, απολογητικός και συνάμα απολογιστικός για τα πεπραγμένα της ζωής του αλλά και για τη ζωή όλων αυτών που έφυγαν σημαδεύοντάς τον δια βίου. Και όλ’ αυτά με διαχυμένη την αίσθηση μιας καταπραϋντικής γυναικείας παρουσίας -ίσως και απουσίας-, που δρα σαν απαύγασμα σιωπής, αλλά μιας σιωπής μονίμως ομιλητικής.

Νεφέλη Ανδριανού, Απο σπάσματα, εκδόσεις Διάνυσμα, 2015

unnamed

Νεφέλη Ανδριανού, Απο σπάσματα, εκδόσεις Διάνυσμα, 2015

ποιητική συλλογή
48 σελίδες
ISBN: 978-618-81297-9-5

Το βιβλίο διατίθεται στην τιμή των 7 ευρώ 
και μπορείτε να το βρείτε στο ηλεκτρονικό μας βιβλιοπωλέιο

Βιβλιοπωλείο Διάνυσμα

http://www.facebook.com/ekdoseisdianisma

MdO09BOWA8e6fVFSndL4suCKL3mFAhs_K5DzQShk6-UROIu4Xf7sNyLe2JWC5YYbpZdfjHX1yNKD2YExQhc-E7X-i7ALaXMxB41rtjChMUcuHkg7GPS6rDDMLslAHciPsvFoeb_Bt9N9sJ0sap6KbDH9BD_NUNWtmd7gfFF1A1PeaA9yQPOgAtoGvKLYaxLDTHtWp8SUhH1IBso=s0-d-e1-ft

Alejandra Pizarnik, Τρία ποιήματα

Artwork: T.K. Kim

Artwork: T.K. Kim

Ο φόβος

Στον απόηχο των νεκρών μου
υπάρχει ακόμα φόβος.
Εσύ γνωρίζεις το φόβο;
Γνωρίζω το φόβο, όταν λέω το όνομά μου.
Είναι ο φόβος,
ο φόβος με το μαύρο καπέλο
που κρύβει ποντικούς στο αίμα μου
ή ο φόβος με τα νεκρικά του χείλη
που πίνει τους πόθους μου.
Ναι. Στον απόηχο των νεκρών μου
υπάρχει ακόμα φόβος.

*

Αποκαλύψεις

Τη νύχτα στο πλευρό σου
οι λέξεις είναι κλειδιά, είναι καρφιά.
Η θέληση να πεθάνεις βασιλεύει.

Ας είναι το κορμί σου πάντοτε
πρόσφορο έδαφος για αποκαλύψεις.

*

Σιωπές

Ο θάνατος πάντοτε προ των πυλών.
Αφουγκράζομαι το λέγειν του.
Μονάχα ακούω.

*Από τη συλλογή «Κόρη του ανέμου» (μετάφραση Στάθης Ιντζές). Από το http://www.poein.gr

Daniil Kharms, Ένας άνθρωπος βγήκε απ’ το σπίτι του

Τάτλιν Βλαντιμίρ, "Εικονογραφικό προσχέδιο για το βιβλίο " Vo-Pervykh I Vo-Vtorykh" του Daniil Kharms" (1929). Ασπρόμαυρο σχέδιο που απεικονίζει υπαίθρια σκηνή με μια ανδρική και τρεις παιδικές μορφές.

Τάτλιν Βλαντιμίρ, “Εικονογραφικό προσχέδιο για το βιβλίο ” Vo-Pervykh I Vo-Vtorykh” του Daniil Kharms” (1929). Ασπρόμαυρο σχέδιο που απεικονίζει υπαίθρια σκηνή με μια ανδρική και τρεις παιδικές μορφές.

Με το σάκο του στον ώμο,

Να τος, βγαίνει, απ’ το σπίτι, 

Μέρα νύχτα

Νύχτα μέρα

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει.

Μόνο ίσια αγναντεύει 

Ποτέ πίσω δεν κοιτάζει. 

Δεν κοιμάται 

Κι ούτε πίνει
Και μπουκιά δεν κατεβάζει.

Να τος μπαίνει σ’ ένα δάσος 

όταν έπεσε το βράδυ,

Κι από τότε 

Κι από τότε

Τον κατάπιε το σκοτάδι.

Κι άμα κάποτε στο δρόμο 

Τύχει να ανταμωθείτε, 

Τότε τρέξτε,
Τότε τρέξτε,
Το χαμπέρι να μας πείτε.

1937 Μάρτιος – Στο παιδικό περιοδικό “Chizh” (Τσιζ) δημοσιεύεται το ποίημα του Χαρμς “Ένας άνθρωπος βγήκε απ’ το σπίτι του. Τραγουδάκι”. Το θέμα του, η ξαφνική εξαφάνιση ενός ανθρώπου, εκλαμβάνεται ως αντικαθεστωτική κριτική και απαγορεύεται η δημοσίευση των κειμένων του σχεδόν για ένα χρόνο. Είναι υπό παρακολούθηση, με το έργο του στα παιδικά περιοδικά, που ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του, στο “ψυγείο” μέχρι νεωτέρας… Όπως και πριν, εξακολουθεί να ζει με τη γυναίκα του, σε έσχατη ένδεια, σε συνθήκες κυριολεκτικά λιμοκτονίας. Εξ ου και ο Χαρμς αποκαλέστηκε “ποιητής της πείνας”, όχι μόνον για την αγάπη του στον Χάμσουν, αλλά γιατί βίωσε την πείνα στη ζωή του πραγματικά… Αυτή – η ασιτία – ήταν και η επίσημη εκδοχή του θανάτου του, το 1942, στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών Κρεστί του Λένινγκραντ.

Το επίμαχο ποίημα του, έτσι κι αλλιώς “αμετάφραστου” στο ποιητικό τουλάχιστον έργο του, Χαρμς, σε ελεύθερη απόδοση του Δημήτρη Νικηφόρου.

Πλάνη

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Μην περιμένεις από μένα κανακέματα
ούτε και ψέματα που θα στολίζουν το όνειρο σου
αυτά τ’ αφήνω στων πολλών τα μαστορέματα
που δικαιώνουν όπως ξέρουνε καλά το άδικο σου.
Άσε με εμένα
να βρίσκω μόνη μου το δρόμο
να μη ξεχνάω ποτέ ό,τι αγάπησα
και να μαγεύομαι από την πλάνη
των παρανόμων.
Είναι ό,τι λάτρεψα και ποτέ δεν άφησα.
Είναι ό,τι γύρεψα στους άλλους
μα παίξανε άνισα
Διώχνω μακριά μου λόγια
που ζάλισα
κι αν δε κατάφερα πολλά φταίω για κείνα,
μα όταν νοστάλγησα κατάλαβα πως άργησα.
Το χτες δεν έχει στο αύριο μοίρα.
Με συνομώτη τη σιωπή και την αλήθεια
ψάχνω να βρω μια διαφυγή από τα φίδια
κι όσα τριγύρω μονοπάτια κι αν πήρα
ποτέ δε στέριωσα σε ένα πάντα θα ‘μαι στη γύρα.
Σ’ όσους ανθρώπους γύρω μου κι αν χαμογέλασα
ήτανε για να τους δώσω ένα λόγο να πιστεύουνε
εμένα ποτέ δε με κέρασα.
Ποτέ δεν…

View original post 39 more words

Francesco Marotta, Από «Το δώρο του Ηράκλειτου»

11079644_799354813482516_8102041617255595830_n

το οβάλ που ναυαγεί

την ηρεμία του καθρέφτη

είναι ένα μάτι με οσμή γάγγραινας

την αυγή

πιέζοντας με δύναμη την άκρη

λευτέρωσα τον άνεμο

ίσως να το γιάτρεψα

θυμάμαι

σ’ όνειρο ήταν η μάνα μου

μου χάιδευε το πρόσωπο

κουνώντας κυκλικά τα δάχτυλα

σαν κάποιον που ανάβει φωνές

στον έρημο βωμό

της γέννησης

με τα δάκρυά της μετέωρα

ανάμεσα στο πυκνό ίσκιωμα,

όπου φυτεύει ρόδα δίχως μίσχο,

και στην πηγή καταμεσής στα στήθη

τα λαβωμένα αστέρια

απ’ όπου αντλούσε φως

da “Il dono di Eraclito’

l’ovale che naufraga

la calma dello specchio

è un occhio in odore di cancrena

all’alba

premendo forte il fianco

ho liberato il vento

forse l’ho guarito

ricordo

c’era mia madre in sogno

mi accarezzava il viso

muovendo in circolo le dita

come chi accende voci

sull’altare deserto

della nascita

con le sue lacrime sospese

tra l’ombra cava

dove piantuma rose senza stelo

e la fonte in mezzo ai seni

gli astri feriti

da cui attingeva luce

*Από την ποιητική συλλογή «Το δώρο του Ηράκλειτου» (2007)(Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου) – Από το Ποιείν http://www.poiein.gr στη Σειρά ‘Σύγχρονοι Ιταλοί Ποιητές #02’] Σχετικός σύνδεσμος http://rebstein.files.wordpress.com