Ιάσων Δεπούντης, Ποτέ πριν…

10441520_450866351729590_8823801902405704927_n

Ποτέ πρίν δεν ακούστηκαν οι θείες καμπάνες να χτυπούν

γι’ αυτούς που λείπουν.

Ποτέ πριν δεν άναψαν οι γιορτινές λαμπάδες της Λαμπρής,

γι’ αυτούς που για πάντα λείπουν.

Ποτέ πριν, σαν απόψε, δεν κατεπόθη ο θάνατος εις νείκος,

γι’ αυτούς που λείπουν, αποδημητές, στη χώρα του πολέμου!

Ποτέ πριν!.. Αυτοί την αρμονία δίνουν στις καμπάνες.

Ανάβουν τις λαμπάδες της Λαμπρής. Νικούν το θάνατο

με την αιωνιότητά τους!

Κάθονται στο τραπέζι του δείπνου μας, θλιμμένοι,

σαν ανάμνηση από τόσα χώματα πλημμυρισμένα.

Ωραίοι σαν το θαύμα του Ευαγγελίου.

Σα μια κραυγή χαράς

Χριστός Ανέστη!

Κι αυτές οι θείες καμπάνες

είναι τα λόγια τους.

Κι αυτές οι κόκκινες λαμπάδες

είναι το βλέμμα τους.

Κι αυτή η λεπτή κλωστή στα δάχτυλά τους

είναι η ζωή μας. Όλοι, νεκροί και ζωντανοί,

γύρω στο γιορτινό τραπέζι της Λαμπρής. Στην

κεφαλή του τραπεζιού

ο Αναστάς Χριστός!»

*παρμένο από τη σελίδα της φίλης Αλεξάνδρας Βουτσίνου στο facebook.

Amy Brown
 reviews Anna Jackson’s I, Clodia, and Other Portraits

clodia

I, Clodia, and Other Portraits
by Anna Jackson

Auckland University Press, 2014

Early in this collection, Clodia demands to be ‘loved by one of the new poets’ (4). Instead of beginning with the poet’s invocation of a muse, the muse of I, Clodia seems to summon the poet. Over 34 pages, Jackson imagines Clodia Metelli, the witty, promiscuous Roman aristocrat generally believed to have been the subject, ‘Lesbia’, of Catullus’s love poems – his interlocutor – her voice dovetailing easily with his. This biographical sequence is followed by another, observing an unnamed photographer during ‘the worst disaster of her career –/ this photographing of faces, this creation/ of ‘portraits’’ (41). The poet’s potential as portraitist and biographer preoccupies I, Clodia.

When a poet adopts the perspective of a historical figure, it is tempting to interpret the poem as a costumed performance – the ‘I’ belonging to the poet despite its period disguise (Dorothy Porter’s Akhenaten has been read in this way). ‘I, Clodia’, however, is a conduit for the subject’s voice. This is a departure for Jackson, whose poetry is often laced with autobiography; in Catullus For Children (2003), the Roman poet is coaxed into contemporary New Zealand, specifically into the lives of Jackson’s children. By contrast, ‘I, Clodia’ takes a scholarly and empathic imaginative journey to 1st-century BC Rome. Meticulously researched, technically precise, and psychologically persuasive, this does not appear to be a masked self-portrait, but a portrait of someone Jackson understands deeply.
Continue reading

Μάριος Χάκκας (1931 – 1972), Το τρίτο νεφρό

7149

Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεται.

Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.
Continue reading

Nanja Noterdaeme, Εμείς που φτιάξαμε τους δρόμους

-1

Eμείς που φτιάξαμε τους δρόμους
πηγαίνουν και φεύγουν και αυτοί
και μας χαράζουν,
γινόμαστε λίγο πέτρα, τσιμέντο
σαν και’ αυτά και στις στροφές
της ζωής και οι δρόμοι σαν εμάς
γερνάνε, κρακελέ, μαντάμ, γίνονται
Βλέπετε το υπόστρωμα;
Tar and stones on a bed of gravel.

Μια φωτεινή αυγή ανατέλλει
πιο πέρα εκεί πίσω από τον λόφο
μπορείς να τη διακρίνεις
αν σε αφήνει ο δρόμος
ή άφησε το να κάνει ό τι θέλει
και ρίξε μια ματιά στο συλλογισμένο δρομάκι,
ίσως έχει κάτι να σου πει…

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 922 ( σπιτικά κουλουράκια)

Έργο: Mike Diana

Έργο: Mike Diana

*


έσταζε 

η σάρκα,

και φούντωνα στο δισταγμό

στα χείλη να δώσω 

αμαρτήματα,

και ο θεός μου και άθεος,

σε ακατοίκητο

χνούδι,

έφτιαχνε ρωγμές 

και τις 

ξανάκλεινε,

κυλιόμουν στο σάλιο και φρενάριζα στα δάκτυλα: 

για να ρωτά 

το θαύμα της κόλασης, 

αν ήμουν ακόμη τρελός που αγκαλιάζομαι 

με αυτούς

που έχουν, 

εγκλήματα ψυχής 

σε κάγκελα

*

και στο υπόλοιπο της νύκτας,

από το παράθυρο, 

κακοφωτισμένοι

δρόμοι, 

να πεινούν

το σχοινί

της εξομολόγησης:

έστηνα το δίποδο της προσευχής κι έβγαζα ένα γονάτισμα, 

σε στάση ψέματος,

για το σπέρμα

που σκορπούσα στα όνειρα

και για την απόσταση που δεν γνώριζα 

μέχρι 

την ανάσταση 


*
alexmil ©

A Female Odysseus For the Times: Angelo Loukakis launches ‘Vagabondage’ by Beth Spencer

9781742586342_cov.indd

Angelo Loukakis launched Beth Spencer’s verse memoir, Vagabondage 
UWAP, 2014 / Dogmedia e-book, 2015 at Better Read than Dead, Newtown on 9th October 2014

There are authors for whom writing functions as a form of truth-telling that requires art, but humanity as well. We look to them for insight and intelligence and good humour, and a willingness to share – and Beth is one of them.

In Vagabondage – Beth’s memoir about the year she lived in a campervan — you will find again the particular characteristics of her writing that readers have so admired in her previous books, How to Conceive of a Girl and Things in a Glass Box.

To nominate some of the themes in Vagabondage, I would say the search for a sense of home is right up there.

In this she is a female Odysseus, and one very much for the times. She negotiates a route that is at least as tortuous as that hero of Greek myth. She must find a way past her own six-headed Scylla, and past her own rocks of Charybdis. But Beth’s are modern perils — hers is the journey to Ithaca taken via Bondi… the Great Ocean Road… and the Hume Highway… among other very Australian hazards.
There are adventures and misadventures aplenty on this particular journey. And some of the misadventures struck me as very typical of Beth’s writing: prosaic and mythic at the same time.
At a certain point in her travels, for instance, she has the misfortune of colliding with and killing three stray birds on the road. Now tell me THAT doesn’t trigger grief and guilt in the contemporary voyager!
Continue reading

έαρ γλυκύ

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Ι

Αυτή μπορεί και να είναι η ελευθερία

έτσι όμορφα που βρισκόμαστε

μέσα στο φως ανάλαφροι,

δίχως την ανησυχία της ύπαρξης,
σαν δυο λουλούδια φρεσκοκομμένα/
ΙΙ
το περίμενα κι ήρθε
ένα απόγευμα ίδιο η θάλασσα,
με τσιγάρα μενθόλ, και αέρα καυτό
στο αερόθερμο του χωλ,
σ´ αυτά τα χρόνια που όλο μακραίναμε
από τη ζεστή καρδιά και το πνευμόνι των πουλιών.
ΙΙΙ
λέω τώρα
πώς ανταμώναμε την ευωδιά της νιότης μας
όπως αλλάζαμε γλώσσες
ο ένας στις κοιλότητες του άλλου
σταγόνες μύρο
-και λιβάνι δυστυχώς –
με όλα τα φτηνά γλιστερά αυτοκόλλητα
ενώ τα λιτά γαρύφαλλα/
εσωστρέφονταν,
στο τυρβώδες αργιλόστρωμα,
εντός του χάους.
IV
μπορεί και να ταν άνοιξη,
και η καρδιά μου πιο δραστήρια,
μπορεί κι ένας Γενάρης της αλκυόνης
που τα σεντόνια ορθάνοιχτα στου βάλτου τη λάσπη,
γεννούσαν αυγά/
έπεφταν οι φωτιές ελεύθερα, δίχως μπαλονάκι/
ώσπου ο πυρετός,
μού παιρνε τις αγκαλιές
όπως ένας βράχος που σκοντάφτει σε…

View original post 49 more words

Αντώνης Ζέρβας, Ερώτηση

zervas

Γιατί ἔβαλαν ψάθες στὰ μπαλκόνια,
προστατευτικές;
Γιατί κανεὶς ἀπ᾽ τοὺς γειτόνους δὲν μᾶς χαιρετάει
μόνο μᾶς ἀποφεύγουν ἀκόμη καὶ στὸ ἀσανσέρ;
Τὸ σίγουρο εἶναι πὼς εἴμαστε ἄνθρωποι κλειστοὶ
καὶ ὁπωσδήποτε ἁμαρτωλοί,
δὲν πολυαγαπᾶμε τοὺς ἀνθρώπους
μπροστὰ καὶ πίσω ἀπ᾽ τὶς κουρτίνες
ποὺ ζοῦν κατὰ τοῦ Νόμου τὶς μπηχτές.
Δεχόμαστε μόνο κορμιὰ
καὶ χάνουμε γιὰ λίγο τὸ κορμὶ μας
γιὰ νὰ γελιέται ἡ ἐλπίδα
ὅταν γυρεύει τὴ διεύθυνσή μας
καὶ νὰ γελᾶμε μὲ τὸ ἀνθρώπινο γιατί.
Οἱ γείτονες φοβοῦνται
αὐτὸ ποὺ μᾶς νικᾶ καὶ μᾶς γκρεμίζει —
ἐνδέχεται νὰ ψάχνουν τρόπο
ποὺ θὰ μᾶς διώξει ἀπ᾽ τὸ σπίτι,
κι ἂς εἴμαστε οἱ παλιότεροι ἀπ᾽ τοὺς ἐνοικιαστές.
Τά ᾽χουμε δεῖ κι ἀκούσει ὅλα,
ὅπως κι ἐκεῖνοι ποὺ καραδοκοῦν
τὸ χτύπημα στὴν πόρτα,
τὸ γδύσιμο, τοὺς ἀναστεναγμούς
καὶ τὶς φρικτὲς ἀγκάλες στὸ πάτωμα τοῦ ρετιρέ.

*Από τη Μικρή Ανθολογία Συλλογών 1983-2010, σε επιμέλεια Χριστίνας Λιναρδάκη (Στίγμα Λόγου).