Ευτυχία Παναγιώτου, Ποιήματα από τη συλλογή “Ο μέγας κηπουρός”

Shepard Fairey, Eye alert  cream6

Shepard Fairey, Eye alert cream6

——————-ανείπωτες λέξεις
———————

φοβάμαι την κουκουβάγια στο λαιμό σου
τ’ ανείπωτα λόγια, πριν απ’ τον πυρπολισμό
τις αναβάσεις μας σε ράφια σαν βιβλία,
διανοητικές διαδρομές, ερωτευμένων ματιές,
κι όλα τα όνειρα που ξυπνούν τα βράδια,
περιπλανώμενες γάτες.
————–
τα λόγια που ηχούν σαν βδέλλες
τα «έτσι είν’ η ζωή», τα «τι να κάνουμε»
τα υγρά χαρτομάντιλα, τα σκισμένα γράμματα
τις φωτογραφίες τις ζεστές και τις κινούμενες
μνήμες, μνήμα·
το αξημέρωτο αύριο
——————
η σκουριασμένη κουκουβάγια στο λαιμό σου
το σπάραγμα των ονείρων μου
η κατακρεούργηση της γυναίκας
εντός μου: θύμησες θέλω θάνατος
—————–
η σκιά μου.
——————–
—————-τόκος
——–

λυπημένο μακιγιάζ παραπατάει στον καθρέφτη μου.
αλήτες, ξεβγαλμένα χρώματα από τούφες μαλλιών.
η επέκταση του μαύρου γίνεσαι το φευγαλέο βήμα
από δέρμα σε νεροχύτη γλίστρησες – βρώμικο νερό.
——————
ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ’ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.
—————
ποτέ το πρόσωπο μου δεν θα μείνει καθαρό.
——————

*Από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/03/13/panagiotou/

—————-ο μέγας κηπουρός

Στον Μίλτο
παραλογίζεται τα βράδια ο κηπουρός μου.
σπείρει λέξεις στο χώμα
θάβει λέξεις κάτω απ’ το χώμα.
λέξεις λαβωμένες, πρώτα τις χτυπά
τις δένει έπειτα χωρίς φόβο
οίκτο ποτέ του δεν νιώθει γι αυτές,
κλαίνε σπαράζουν σκούζουν καταριούνται
– λέξεις είναι –
τις βουβαίνει.
το καταφέρνει το αίμα.
δεν είναι ο κηπουρός μου αυτός.
—————–
σπείρει το θάνατο
με σπέρνει θάνατο
γίνομαι θάνατος.
—————-

———————-μα εσύ ήσουν φτιαγμένος γι αγάπη
———————
έκλαιγες στην πόρτα μου σαν το τελευταίο του δρόμου σκυλί,
να σ’ αγαπήσω ήθελες για λόγους αρχής.
σ’ είχα αγαπήσει, στην αρχή, από έλλειψη, μετά ήρθαν οι τύψεις.
ο οίκτος άνοιγε την πόρτα να σ’ ακούσει, μετά μιλούσε ο θυμός
που γινόμουν ίδιο κουρέλι στη μοκέτα να σκουπίζω τα αίματά σου.
η καρδιά σου, σβούρα, σε περιφέρει σ’ ένα θάλαμο αερίων.
είσαι θολωμένος πάλι απ’ το πιοτό, πάλι χυμένος είσαι σ’ ένα στίχο.
παραμορφώνεσαι.
——————-
είχες φρέσκα λουλούδια στο βάζο της ύπαρξης το τεράστιο.
———————
η τελευταία φορά που σ’ είχα δει ήταν σε μια φωτογραφία.
κράταγες τσιγάρο, φόραγες χαμόγελο, γύρω σου στοίβες βιβλία,
πολλά βιβλία και σημειώσεις πολλές σημειώσεις.
—————-

*Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε το 1980 στη Λευκωσία. “Ο μέγας κηπουρός”, το πρώτο της βιβλίο, κυκλοφόρησε το 2007.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποίημα

migrants-630_0

Κύματα ρίγη
κρατημένες ανάσες-
φουσκωτό σκάφος.

Ο προβολέας
φωτίζει ένα μέρος-
σκυφτά κεφάλια.

Ανάμεσά τους
παιδάκια που κοιμούνται-
κλειστά μπουμπούκια.

Έχει κανένα
νόημα τ’ ανθρώπινο;
Αναρωτιέμαι.

Μαρία Πασχαλίδου, Οικογενειακό τραπέζι

Teflon's avatarΤεφλόν | Ποιητικό Σκεύος

ο πατέρας στη κεφαλή
όλοι σιωπηλοί
ηρεμία και αγάπη
αγάπη πολλή
να φας αγάπη
μέχρι η κοιλιά σου να χορτάσει
για το καλό σου
παιδί μου
σπλάχνο μου
ζωή μου

ο σκύλος παρακολουθεί
τι ευτυχισμένη στιγμή
πόσο θα ήθελα το πιάτο μου
να εκσφενδονιστεί
στον απέναντι τοίχο
με τις φωτογραφίες από τις διακοπές
το 1994
θυμάμαι λίγα
σα να μην ήμουν εκεί
και όμως ήμουν
μητέρα

View original post 73 more words

από τα μαλλιά

nullapoenasinelege's avatarsine_lege

11224372_925604850842663_3032113991148043313_n

τύλιξε τα χέρια του ήρεμα γύρω από το λαιμό
άναψε το προτελευταίο τσιγάρο
πόσο μακριά του φάνηκε τώρα το περίπτερο
πόσο μακριά ήταν όλα τα περίπτερα της πόλης
καθώς η ανάσα του λιγόστευε
θυμήθηκε τις τελευταίες τους κουβέντες
υπόσχομαι της είχε πει
να κλαίω όταν θα κλαις
και υπόσχομαι ακόμα
να συνεχίσω να κλαίω όταν εσύ θα γελάς
εκείνη δεν απάντησε
της ξέφυγε μόνο ένα πνιγμένο χαμόγελο
άλλαξε το σταθμό στο ραδιόφωνο
ανακάτεψε τα παγάκια στη λεμονίτα της
κι ύστερα ντύθηκε αργά και βασανιστικά
τελευταία τους κουβέντα το πνιγμένο της χαμόγελο
κι έτσι τώρα εκείνος τύλιξε τα χέρια γύρω από το λαιμό
άφησε ένα τελευταίο τσιγάρο άκαπνο να τον θυμίζει
και αποφάσισε να φύγει έτσι πνιχτά
όπως έφυγε χθες εκείνη
με το άρωμα που αφήνει στον αέρα ένα χαμόγελο πνιγμένο
και με την κραυγή που αφήνει στο δωμάτιο μια απόγνωση πηχτή

φωτογραφία: niwse

View original post

Νο 33 (παρέμεινε άγνωστος)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

και
όλοι
να φωνάζουν:
σώσε
εμένα
~
κρεμάστηκε
από την
ψυχή του
και κατέβηκε στην κόλαση:
~
δυο
μέρη θεού
και ένα διαβόλου
~
τους
έσωσε όλους,
έναν
προς ένα
~
και μετά,
τα δόντια πολλαπλασιάστηκαν,
δεν
πρόλαβε,
~
τον κατάπιε
η ρωγμή
που τα γέννησε,
~

(alexmil) ©
artist: Anton Semenov

https://www.youtube.com/watch?v=zJ10Gvl3Y-s&index=19&list=RDxAI2W-PuYVY

View original post

Μιχαήλ Μήτρας, Δύο ποιήματα

Screen+Shot+2015-09-27+at+6.42.52+PM

ΑΣΚΗΣΗ ΟΜΙΛΙΑΣ

ας μιλήσει κάποιος γιατί δεν μιλάς

διστάζει να της μιλήσει τώρα μπο­-

ρείτε να μιλήσετε αποφεύγει να του

μιλήσει προτιμώ να μιλήσω αργότε-

­ρα συνέχιζε να μη μιλά έχουμε καιρό

να μιλήσουμε είπε αν του είχε μιλήσει

έγκαιρα θα πούμε πολλά όταν συνα­-

ντηθούμε δεν καταλαβαίνω τι μου λες

μιλούσε χωρίς ν’ ακούγεται να μου το

πεις ξανά ο θόρυβος σκέπαζε τις ομι­-

λίες ποιος το είπε αυτό μίλησε μου

***

ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ

να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν

θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει

πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να

φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να

δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις

θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως

δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις

θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις

μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις

να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν

*Από τις «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, 1982-2002, Εκδόσεις, Απόπειρα, 2004.

Βάγια Κάλφα, Δύο ποιήματα

11796193_10204527271123442_1625895287585916193_n

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ζητάνε

Βοήθεια

Κάτω από τις

Μεγάλες ταμπέλες
Και βγαίνουν γιγάντιοι

Λίγο

Μετά μακραίνουν

Μικραίνουν

Χάνονται

Μέσα στην

Ανθρώπινη θάλασσα

Κι έρχεται ένα ακόμη

Ανθρώπινο κύμα
Τους τσαλαπατά

***

Η ΟΥΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ

Δεν έχουν διάθεση

Καμιά για φιλίες, χειραψίες

Κι άλλες κοινωνικότητες

Εγκλωβισμένοι

Στα λαμπρά τους προσόντα

Δεν πιάνουν κουβέντα

Απροσχημάτιστα κρατούν

Αποστάσεις

Βλέμμα πέρα ή μπροστά

Απ’ ανάγκη

Να διαχωρίσουν τη μοίρα τους

Harold Pinter, Μην κοιτάς…

Απομεινάρια στο Βερολίνο μετά τους βομβαρδισμούς. Μάης 1945.

Απομεινάρια στο Βερολίνο μετά τους βομβαρδισμούς. Μάης 1945.

Μην κοιτάς.
Ο κόσμος πάει να διαλυθεί
Ο κόσμος πάει το φως του όλο να χάσει
Και στο σκοτεινό του πηγάδι να μας στριμώξει,
Σε κείνο το μαύρο, γεμάτο κι αποπνικτικό μέρος
Κει όπου θα σκοτώσουμε ή θα πεθάνουμε
ή θα χορέψουμε
ή θα θρηνήσουμε
ή θα ουρλιάξουμε
ή θα στριγκλίζουμε
ή θα σπρώχνουμε σαν τα ποντίκια
ξανά να διαπραγματευτούμε
την αρχική μας τιμή.

17 Ιανουαρίου, 1995

*Παρμένο από τη σελίδα της φίλης Αλεξάνδρας Νικητοπούλου στο facebook.