Μ.Σαχτούρης
, Με Τα Μάτια Κλειστά

10616149_1532425076977098_3956321735740785325_n

Nυχτερινά Σώματα

Καθώς ανάβουν και σβήνουν οι δρόμοι

Τα μάτια σβήνουν κι’ αυτά

Ενώ τα σύννεφα ανακατεύονται και κατεβαίνουν

Κλειστά καφενεία

Δυό άνθρωποι μαζί

Πιο κάτω τρείς άνθρωποι μαζί

Πιο κάτω τέσσερις άνθρωποι

Ένα πρόσωπο ξεχασμένο

Έν’ άλλο χθες απαντημένο

Άτονο απελπισμένο

Δεν το θέλω

Ένα στόμα που ξέρει να βρίσκει

Την πληγή της Ψυχής

Ποιος είναι ο δρόμος

Πρέπει να κάψουμε τα χέρια μας τη Νύχτα αυτή

Των φαντασμάτων και της μαύρης πίκρας.

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα από το “Ό,τι περιγράφω με περιγράφει”

kantor08

(Από την ενότητα «Προσωπεία»)


Ο Τζουτζές
              
Στον Νίκο Ζούδιαρη


«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς

«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.

«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,

χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.

«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,

χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές

«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.

«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,

δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.

«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,

Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.

(Από την ενότητα: «Ιδεογράμματα Β΄)

Οκτώ χαϊκού
α.
Σκίτσο ο κόσμος και

ανελέητη ο θάνατος

γομολάστιχα

β.
στη Γιώτα Κριτσέλη

Έσβησε ο κόσμος.

Μένει αναμμένη, μόνη

μια ανεμώνη.

γ.
Για ποια εκίνησε

κορφή και σε ποια κοίτη

κατρακύλησε!…

δ.
μνήμη Γ. Κ. Καραβασίλη

Παραπατώντας
έφτασε στον θάνατο·

τον μέθυσε η ζωή.

ε.
Σήπεσαι σώμα

στη σιωπή, στην απουσία

άλλων σωμάτων

στ.
Θεέ μου, τι αόρατο

ναυάγιο που είναι

η έρημη ζωή!

ζ.
Χειμώνας πάλι·

σβηστή η φωτιά του έρωτα

και η καρδιά μου κρύα.

η.
Το είδωλό μου

μέσα στον καθρέφτη

σαν νεκρή φύση.

(Από την ενότητα: «Παίγνια και Σάτιρες»)

*

Αν ο Πενθέας

λεγόταν Νηπενθέας,

ίσως να ‘χε γλιτώσει

τη σφαγή.

*

τω αγνώστω ποιητή

Πέρασε τη ζωή του,

Γράφοντας ποιήματα

Με τη γομολάστιχα.

*“Ό,τι περιγράφω με περιγράφει” -ποίηση δωματίου”, εκδ. Γαβριηλίδης 2010.

Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα

oreino

Οικογενειακό νεκροταφείο

Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά

η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
τους πεθαμένους

***

Μήκος χρόνου

Στον Μιχάλη Γκανά

Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια
και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά
και εσύ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά
θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.

Εκείνος θα ‘ρχεται απ΄’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα
-ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά-
και συ με τον ανάπηρο σουγιά
θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.

Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης
θα ν’όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς
κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς
στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης

*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο’, Τυπογραφείο “Κείμενα’, Αθήνα 1983. Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://poiein.gr σε επιλογή Σπύρου Αραβανή.

Νότης Γέροντας (Άλλο ένα σύννεφο με παντελόνια…)

12079421_951099824963040_4494177210020579122_n

Είμαι ένας σκύλος που τρώει σκατά
Όμως είμαι και ήλιος γεμάτος απορρίματα
Έχω στα σωθικά μου τα πρωτόζωα της θάλασσας
Στη σκέψη μου τρέχει η φλέβα της αγαπημένης μου
Όμως σιχαίνομαι τον ουρανό
Αν και σέβομαι τα σύννεφα
Σέβομαι επίσης τις καρέκλες
Και τους καναπέδες
Όλες τις κατσαρόλες μου
Θα τις δώσω στο Θεό
Να βράσει τα ποιήματά μου
Να φάνε ζουμάκι οι άγγελοι
Και θα ανάψω κεράκι στη μνήμη του
Και θα του πάρω
Αεροπλάνο να τριγυρνά αδειανό στον ουρανό

Γρηγόρης Σακαλής, Εκκρεμότητες

argopethainei

Σ’ ένα δωματιάκι
μ’ ένα φεγγίτη
διάγω τον βίο μου.
Ιδέες μεγάλες
οράματα ζωντανά
σχεδόν πραγματικά
δεν περιορίζεται
η ψυχή
ούτε φυλακίζεται
ολετήρας ο χρόνος
ψυχών και σωμάτων
με καταπίνει και μένα
στα βάραθρα της ανυπαρξίας
μα πρώτα έχω
κάποιες εκκρεμότητες να κλείσω
να γράψω
ν’ αγαπήσω
να ζήσω.

Μήτσος Παπανικολάου – Ένας αξιόλογος «ελάσσων» του Μεσοπολέμου

mitsosPapanikolaou

Ο Μήτσος Παπανικολάου γεννήθηκε το 1900 στην Ύδρα και πέθανε το 1943 στην Αθήνα. Η ζωή του μοιράστηκε, θα μπορούσαμε να πούμε, ανάμεσα στο φως του αισθητισμού και της ποιητικής καθαρότητας από τη μια και από την άλλη στο σκοτάδι των εξαρτήσεων, του «απαγορευμένου» έρωτα και της οικονομικής –προς το τέλος της ζωής του- εξαθλίωσης. Εμφανίζεται στα νεοελληνικά Γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 16 ετών, δημοσιεύοντας μια σειρά ποιημάτων στη Διάπλασιν των παίδων και συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά. Φοιτητής της Νομικής από το 1917, εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και στρέφεται προς τη δημοσιογραφία μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας στη Χωροφυλακή το 1920. Με την ανθολόγηση δύο πρωτότυπων ποιημάτων του στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα, Οι Νέοι, το 1922, «καθιερώνεται σαν ποιητής», ενώ το 1923 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στο περιοδικό Μπουκέτο, ιδιότητα που θα τον καθιερώσει μέχρι το 1939/1940 ως ποιητή, μεταφραστή και κριτικό της νεοελληνικής, αλλά και της ξένης, λογοτεχνίας. Ωστόσο, η αδιέξοδη προσωπική του ζωή, ο κλονισμός της υγείας του και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, αλλά και οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν με τον πόλεμο και την Κατοχή, θα τον οδηγήσουν σε πλήρη εξαθλίωση. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, και παρά τα βραχύβια αποτελέσματα απεξάρτησης στο Τμήμα Τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου, πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών μέσα σε άθλιες συνθήκες.

Γράφοντας στα 1938 την κριτική μελέτη «Ο ποιητής μιας γενιάς», η οποία αναφέρεται στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, ο Παπανικολάου αφήνει να διαφανούν οι βασικές αρχές της ποιητικής του: η νεορομαντική και εξιδανικευμένη αντίληψη περί αγνότητας και λυρικότητας του ποιητικού λόγου από τη μια, αλλά και το νεοσυμβολιστικό αίτημα για μουσική υποβλητικότητα από την άλλη, θα οριοθετήσουν τη μόνιμη προσπάθεια του Παπανικολάου να κατακτηθεί η «καθαρή ποίηση», ώστε να «μεταδώσει την καθαρή αισθητική συγκίνηση από το συναίσθημα, από το δραματικό αίσθημα και την εσωτερική κατάσταση ή από την άμεση αίσθηση και την εξωτερική εντύπωση, ακόμη και με τις παρηχήσεις των φθόγγων».

Η κριτική επεσήμανε την «αδιαφορία» του να εκδώσει ποιητική συλλογή ως ένδειξη υποτίμησης του πρωτότυπου ποιητικού του έργου ή υπογράμμισε την αδυναμία του να δώσει ένα συμπαγές και «μεγάλο» έργο, με αποτέλεσμα να «απομένει, βέβαια, κάπως λίγος». Παρ’ όλα αυτά, ο Παπανικολάου δεν σταμάτησε μέχρι τον θάνατό του να δημοσιεύει ποιητικά κείμενα και, το βασικότερο, να επεξεργάζεται κάποια από τα κείμενά του ενόψει αναδημοσιεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια σειρά κειμένων που από δημοσίευση σε αναδημοσίευση παρουσιάζονται με σημαντικές διαφορές και με συνεχή προσπάθεια να επιτευχθεί η λιτότερη και καθαρότερη ποιητική εκφραστική και να δοθεί η ιδανική – μετρικά, στιχουργικά και γλωσικά – μορφή, ακόμη και όταν ο ποιητής θα αποπειραθεί να γράψει σε ελευθερωμένο ή και ελεύθερο στίχο. Αυτά τα δύο δεδομένα, η αδιάλειπτη δηλαδή ώς τον θάνατό του ποιητική παρουσία και η προσπάθειά του να πλησιάσει την ιδανική ποιητική μορφή, σε κάποια τουλάχιστον ποιήματά του, μπορεί να μην τον καθιστούν σπουδαίο ποιητή, επιβεβαιώνουν όμως την ταυτότητα του αισθητιστή, που «δεν εζήτησε από την Ποίηση, όπως και από την ίδια τη ζωή, την Αλήθεια ή την Ιδέα. Ακόμα και η Ομορφιά του ήταν λίγο. Εζήτησε κάτι πιο τραγικό: την Ηδονή […] και μάλιστα [την] όσο το δυνατόν δουλεμένη». (…)

Μιχάλης Ρέμπας

Σημ.: Αναδημοσίευση της εισαγωγής ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 66, Οκτώβριος 2015. Ο Μιχάλης Ρέμπας είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, είναι υποψήφιος διδάκτωρ και έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και φιλολογικές εργασίες.

Ακολουθούν δύο ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου:

ΜΙΣΟΣ

Τι μένει; Τι μένει;
Μια νύχτα γεμάτη φωνές την πόλη τυλίγει.
Οι δρόμοι είναι τρόμος. Για πάντα έχουν φύγει
οι αγαπημένοι.

Πέθαναν ετούτοι,
εκείνοι χαθήκαν.
Της νιότης τα πλούτη
εσβήσαν, σωθήκαν.

Κι εμείς συντριμμένοι
τραβάμε μοιραία το δρόμο που βγαίνει,
εκεί που κανείς δε γυρίζει.
Μας λύγισε η πείνα… Μας τσάκισε ο πόνος…

Μας έριξε κάτω κι εδώ μας πατάει
ο νόμος… ο νόμος…
Κανείς πια στη νύχτα δεν μας τραγουδάει
κανένας δυο λόγια γλυκά δεν μας λέει
η μάνα μας κλαίει.

Το στήθος μας πού ‘κλεισε τόσην αγάπη,
μας το ‘χει φουσκώσει το μίσος,
το μίσος που ανάβει πυρκαϊές μες στις χώρες
και φέρνει τις μπόρες…

Στυγνοί βρυκολάκοι, μ’ εχθρούς και με μίση
ζητάμε τα θύματα…
Η θάλασσα φτάνει… Ξεσπάνε τα κύματα…
Εμπρός… Να μια λύση.

1933

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Δώσε μου την ανάμνηση του πράσινου δρόμου,
το σπίτι με το κόκκινο φως,
τα παλικάρια που χόρευαν.
Οι αράχνες έφραξαν τα παράθυρα,
γέμισαν σκόνη τα βιβλία.
Τη θύμησή σου δώσε μου
γιατί έμεινε γυμνό το χαίρε.
1938

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/10/blog-post_80.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+ (στίγμαΛόγου)

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

maxresdefault

ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ

Εμείς οι απάτριδες
πάνω σε κόκκινο χαλί βαλμένοι
με τα σκονισμένα μας παπούτσια,
με τα μαλλιά αφρόντιστα.
Έτοιμοι για χειραψίες-ρυμουλκά.
Τις εσωτερικές μας σκάλες ανεβοκατεβαίνουν χρησμοί
μέχρι που σπάνε από καθαριότητα.
Κλέβουμε ένα χαμόγελο, μια λέξη, αλλά δεν πλουταίνει
ούτε η γλώσσα ούτε η καλοσύνη μας.
Περιμένουμε εδώ ανέκδοτα ερωτηματοιλόγια,
κάποια μορφή αφαλάτωσης, είναι μια δήλωση
που υποστέλλεται δηλαδή
και μια υπογραφή ακόμη που λείπουν
μια φωτογραφία μας όταν κλοτσάμε αβαθή νερά,
τέτοια που δεν σηκώνουν κύματα.
Ούτε αντιρρήσεις.

***

ΤΟΠΙΟ 1

Όταν πέρασα τα σύνορα
το τοπίο ήταν γνώριμο και οι φρουροί φιλικοί,
οι στολές κάπως τσαπατσούλικα φορεμένες
– είναι αλήθεια.

Το χέρι έτρεμε στο χαιρετισμό
η γλώσσα δίσταζε να προφέρει ξένες λέξεις
κι απ’ τα μάτια κρέμονταν χαμόγελα αφόρετα.

Ο ήλιος έλαμπε
το πράσινο ανακατευόταν με το μπλε,
η βροχή δυστροπούσε.

Μια καληνύχτα μάς σκέπασε αφίλητους.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 32 και 44).